Η νέα πρωθυπουργός θα χρειαστεί να αποφύγει τον θεατρικό ριζοσπαστισμό, αν θέλει να πετύχει

Η κλίμακα των προβλημάτων που βρίσκονται μπροστά στη νέα πρωθυπουργό της Βρετανίας είναι πελώρια. Πρώτη στον κατάλογο των προβλημάτων η ενεργειακή κρίση, όπως και για όλες τις κυβερνήσεις ανά την Ευρώπη. Ο πληθωρισμός είναι ήδη διψήφιος, ενώ υπάρχουν προβλέψεις και για υπέρβαση του 20% μέσα στο 2023. Λίγο πριν από τη νίκη της Λιζ Τρας, το think tank Resolution Foundation προέβλεψε ότι η πτώση των πραγματικών εισοδημάτων θα μπορούσε να εξαλείψει όλα τα κέρδη μισθών από το 2003 και μετά […].

Η Λιζ Τρας κέρδισε εν μέρει επειδή έχει χαρωπή συμπεριφορά. Στην προεκλογική της εκστρατεία ξεπετούσε τις προειδοποιήσεις του αντιπάλου της Ρίσι Σούνακ λέγοντας: «Δεν συμφωνώ με όλες αυτές τις αναφορές περί υποχώρησης». Για να προσθέσει: «Πιστεύω ότι, για τη χώρα μας, οι καλύτερες ημέρες βρίσκονται μπροστά μας». Η αισιοδοξία αυτού του είδους μίλησε στην ψυχή των ακτιβιστών των Συντηρητικών. Οι συνάδελφοί της στην κυβέρνηση θεωρούν ότι μπορεί να συνεγείρει και το ευρύτερο εκλογικό σώμα: «Αισιόδοξη εμψύχωση χωρίς τον Μπόρις: πρόκειται για στοίχημα, αλλά μπορεί να μας προκύψει ένα πολύ ισχυρό κοκτέιλ».

Ενώ η κυβέρνηση Τζόνσον συχνά φαινόταν να κινείται με μόνο καύσιμο την αισιοδοξία, η Λιζ Τρας υπόσχεται και ουσία – πέρα από την ηλιόλουστη πρόθεση. Η ίδια περιγράφει τον εαυτό της ως ριζοσπάστη πολιτικό, ίσως δε να αποτελεί τον θερμότερο οπαδό της θατσερικής παράδοσης μετά την αποχώρηση της Μάργκαρετ Θάτσερ πριν από 31 χρόνια. Έχει μεγάλες φιλοδοξίες για μεταμόρφωση της άνευρης οικονομίας της Βρετανίας, προκειμένου να μην καταλήξει σε μια εκδοχή σοσιαλδημοκρατίας χαμηλών αναπτυξιακών ρυθμών και υψηλών φόρων. Γι’ αυτήν, η εν λόγω επιλογή έχει ηθικό και όχι μόνον οικονομικό περιεχόμενο: ποιος θέλει να ζει σε μια κοινωνία όπου το κράτος παίρνει το μισό του εισόδημα;

«Δράση, σήμερα κιόλας!» ανακοίνωσε στις 6 Σεπτεμβρίου μπροστά από το Πρωθυπουργικό Μέγαρο στην Ντάουνινγκ Στριτ. Και όμως: οι αντίρροπες πιέσεις που δέχεται είναι πολύ ισχυρές. Τα ένστικτά της μπορεί να μιλούν για ελεύθερη αγορά, ωστόσο είναι αναγκασμένη να προωθήσει άμεσες παρεμβάσεις προκειμένου να αντιμετωπισθεί μια άμεση κρίση κόστους ζωής. Στις 8 Σεπτεμβρίου ανήγγειλε ήδη ότι ο μέσος ετήσιος λογαριασμός των νοικοκυριών για ενεργειακή κατανάλωση δεν θα ξεπεράσει τις 2.500 στερλίνες – και τούτο για τα ερχόμενα δύο χρόνια. Αλλά και οι επιχειρήσεις θα λάβουν στήριξη. Το πρόγραμμα αυτό θα χρηματοδοτηθεί μέσω δημοσίου δανεισμού.

Η Λιζ Τρας θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει τις κάλπες βουλευτικών εκλογών τον Ιανουάριο του 2025, αν μη νωρίτερα. Εκεί, θα έχει να κάνει με την κρίση μιας δυσαρεστημένης κοινής γνώμης. Πράγματι, κληρονομεί μια χώρα με σαφώς κακή διάθεση: το 69% των Βρετανών (συμπεριλαμβανομένου ενός 60%, των Συντηρητικών) συμφωνούν ότι η χώρα «βρίσκεται σε κάμψη» σύμφωνα με σφυγμομέτρηση της Ipsos. Το δε κόμμα του οποίου ηγείται έχει πλέον συνηθίσει την ανταρσία: καρατόμησε τους δύο άμεσους προκατόχους της, δεν καλοβλέπει δε και τόσο την ίδια.

Τα περιθώρια χειρισμών

Η Λιζ Τρας είναι πεπεισμένη ότι η Βρετανία έχει περιθώρια να δανειστεί περισσότερο, ενώ πιο μακροπρόθεσμα οι πολιτικές της θα φέρουν οφέλη υπό τη μορφή υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης. Κεντρικός στόχος της διακυβέρνησής της είναι να αυξηθεί η τάση του ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης της Βρετανίας σε ένα 2,5%, και τούτο τη στιγμή που (σε ορίζοντα 2026) η σημερινή πρόβλεψη είναι για 1,7%. Η ίδια παρακάμπτει τη διαπίστωση ότι οι σχεδιαζόμενες μειώσεις των ασφαλιστικών εισφορών και των παρακρατούμενων φόρων θα ωφελήσουν περισσότερο τους πιο εύπορους πολίτες: εξηγεί ότι η έμφαση που δόθηκε στην αναδιανομή εισοδήματος αποτελεί μέρος των σημερινών προβλημάτων.

Την αποστολή της αντιμετώπισης του πληθωρισμού τη θεωρεί κυρίως ευθύνη της νομισματικής πολιτικής, όπου πιστεύει ότι η Τράπεζα της Αγγλίας έχει προδήλως αποτύχει στο να τηρήσει τον στόχο του 2%. Σχεδιάζει μιαν ευρύτερη αναθεώρηση της εντολής που έχει δοθεί στην κεντρική τράπεζα, που θα περιλάβει από τον ορισμό υψηλότερου στόχου πληθωρισμού μέχρι τη διακήρυξη ενός στόχου ονομαστικού ΑΕΠ, ή πάλι παρακολούθηση της προσφοράς χρήματος. Όσο για το μέτωπο των ρυθμιστικών παρεμβάσεων, η άποψη Τρας είναι ότι όσο κι αν η εποχή Θάτσερ άνοιξε τον δρόμο με την ιδιωτικοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, οι κανονισμοί λειτουργίας που είχαν διαμορφωθεί τη δεκαετία του 1980 είναι σήμερα ξεπερασμένοι. Γίνεται λόγος για συγκέντρωση μιας σειράς από αδύναμες ρυθμιστικές αρχές των δικτύων κάτω από μια ενιαία αρχή-ομπρέλα.

Επιθυμία της είναι η περαιτέρω ελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίου· έχει υπερβολικές προσδοκίες για το τι θα αποδώσει η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού καθεστώτος Solvency-2 της ΕΕ, ενώ εμφανίζεται σαφώς πιο ενθουσιώδης για τη δυνητική πορεία του χρηματοπιστωτικού τομέα της Βρετανίας απ’ ό,τι ο προκάτοχός της. Παράλληλα, είναι πολύ πιο υποστηρικτική όσον αφορά την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού απ’ ό,τι ο Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος θεωρούσε χρέος της κυβέρνησης να δημιουργεί θέσεις εργασίας στους τόπους όπου γεννιούνται οι άνθρωποι. Η άποψη Τρας είναι ότι –αντιθέτως– η παραγωγικότητα της Βρετανίας παραμένει χαμηλή επειδή οι άνθρωποι δεν δέχονται να μετακινηθούν.

Η Βρετανία και ο υπόλοιπος κόσμος

Ως υπουργός Εξωτερικών υπό τον Μπόρις Τζόνσον, η Λιζ Τρας συμπεριφέρθηκε αυστηρά στους διπλωμάτες που της φαίνονταν σχεδόν επιφυλακτικοί απέναντι στην εικόνα της ίδιας τους της χώρας. Επαναδιατύπωσε τη βρετανική εξωτερική πολιτική ως μάχη πολιτισμών μεταξύ αυταρχικών καθεστώτων και εκείνου που η ίδια αποκαλεί «ελεύθερο κόσμο», με τη Βρετανία να αυτοτοποθετείται στο επίκεντρο ενός «δικτύου ελευθερίας».

Πάντως, υπό τη διαχείριση Λιζ Τρας, η Βρετανία μπορεί να καταλήξει ακόμη πιο εριστική. Η ίδια είχε κοντράρει τον Ρίσι Σούνακ για τα εμπορικά ανοίγματά του προς την Κίνα, την οποία θεωρεί απλώς και μόνο απειλή. Μπορεί να δηλώνει θαυμάστρια του Ρόναλντ Ρέιγκαν, όμως θεωρεί ότι η Βρετανία δεν χρειάζεται να ανησυχεί για την «ειδική σχέση» με τις ΗΠΑ – προτιμά να αναζητήσει ένα ευρύτερο φάσμα συμμαχιών.

Οι σχέσεις με τη Γαλλία, τον γεωγραφικά πλησιέστερο γείτονα της Βρετανίας, είναι απίθανο να βελτιωθούν. Όταν ερωτήθηκε κατά τη διάρκεια της καμπάνιας διεκδίκησης της ηγεσίας αν θεωρεί τον πρόεδρο Μακρόν φίλο ή εχθρό, είχε απαντήσει ότι το θέμα κρίνεται ακόμη. Οι πιο αισιόδοξοι θεωρούν ότι επρόκειτο για προεκλογική απάντηση, όμως στην πραγματικότητα αντικατοπτρίζει ευθεία αντίρρηση της Λιζ Τρας προς την προσέγγιση Μακρόν στη στάση Πούτιν στο Ουκρανικό.

Οι σχέσεις με την ΕΕ, πάλι, θα παραμείνουν στην κατάψυξη – κι αυτό είναι το καλύτερο ενδεχόμενο. Η ίδια απειλεί να καταρρίψει μέρος της συμφωνίας διαζυγίου που συνήψε –με το Brexit– ο Μπόρις Τζόνσον. Η ωμή της δέσμευση να παραμερίσει μέχρι το τέλος του 2023 οποιουσδήποτε νόμους της ΕΕ συνεχίζουν να εφαρμόζονται ασφαλώς θα ικανοποιήσει τους θερμούς οπαδούς του Brexit, πλην όμως δεν θα βοηθήσει σε τίποτε τις βρετανικές επιχειρήσεις. Υπάρχουν όντως ευκαιρίες να επωφεληθεί κανείς από παρεκκλίσεις από το ρυθμιστικό πλαίσιο των Βρυξελλών σε τομείς όπως η πολιτική ανταγωνισμού, πλην όμως η αξιοποίησή τους θα απαιτήσει χρόνο και προσπάθεια – όχι ορισμό μιας αυθαίρετης ημερομηνίας και εμπρηστική προσέγγιση.

Αντί για επίδειξη παλικαρισμών στο εξωτερικό, μια γνήσια ριζοσπαστική στάση θα σήμαινε άρση των ρυθμιστικών περιορισμών στο εσωτερικό, με μεγαλύτερη ελευθερία για τις μπουλντόζες των κατασκευαστικών εταιρειών ώστε να χτίζονται σπίτια, να δημιουργούνται σύνολα ανεμογεννητριών και να στήνονται εργαστήρια όπου είναι αναγκαία…