Η Αμερική συνεχίζει να έχει πρόβλημα

Η ελπίδα ήταν ότι θα υπήρχαν καλές ειδήσεις στην Αμερική για τον πληθωρισμό. Υπήρξε μια υποχώρηση από τον ετήσιο ονομαστικό ρυθμό, που κορυφώθηκε (τον Ιούνιο) στο 9,1%, οπότε οι οικονομολόγοι προσδοκούσαν ότι ο Αύγουστος θα έφερνε μια δεύτερη μηνιαία συγκράτηση –σε σχέση, δηλαδή, με τις πρόσφατες εξελίξεις– σε όρους πληθωριστικού υποβάθρου, εξαιρώντας με άλλα λόγια από τη μέτρηση του πληθωρισμού τις τιμές ενέργειας και ειδών διατροφής. Οι ελπίδες αυτές διαψεύσθηκαν. Η δημοσιοποίηση στοιχείων στις 13 Σεπτεμβρίου έδειξε μεν πρόσθετη υποχώρηση του ονομαστικού πληθωρισμού, στα 8,3%, όμως στο πληθωριστικό υπόβαθρο καταγράφηκε αύξηση 0,6% – ρυθμός διπλάσιος από την πρόβλεψη για 0,3%. Οι ειδήσεις αυτές τράνταξαν τις αγορές, με τον δείκτη S&P να υποχωρεί κατά 4,4% και τους επενδυτές να ανησυχούν ότι η Fed θα υποχρεωθεί να προχωρήσει σε ταχύτερες και μεγαλύτερες αυξήσεις επιτοκίων προκειμένου να αποθερμανθεί η οικονομία.

Τα μάτια των επενδυτών είναι προσηλωμένα στο πληθωριστικό υπόβαθρο επειδή περνούμε εποχή ισχυρών διακυμάνσεων στις τιμές της ενέργειας. Η τιμή του αργού πετρελαίου κάποια στιγμή βρέθηκε 25% πιο κάτω από την κορύφωση των αρχών Ιουνίου. Άμα κανείς αναλύσει προσεκτικά τα στοιχεία τιμών για τον Αύγουστο, βλέπει ότι η ενέργεια συμπίεσε τον πληθωρισμό κατά μισή μονάδα (μήνα με μήνα), τη στιγμή που άλλα πληθωριστικά στοιχεία (είδη διατροφής, αγαθά και υπηρεσίες όπως π.χ. τα ενοίκια) πίεζαν τις τιμές προς τα πάνω (βλέπε Διάγραμμα).

 

Αν αυτή η εξέλιξη του πληθωριστικού υποβάθρου διαρκέσει επί έναν ολόκληρο χρόνο, τότε θα οδηγήσει σε ετήσιο ρυθμό πληθωρισμού 7,4% – δηλαδή πολύ πάνω από τον στόχο του 2% που έχει τάξει η Fed. Οι επενδυτές έφθασαν να πιστεύουν ότι θα δούμε την πιο επιθετική φάση αύξησης επιτοκίων σε διάστημα τεσσάρων δεκαετιών […]. Κρίσιμο στοιχείο για τις εξελίξεις σε επίπεδο υψηλού πληθωρισμού αποτελεί το γεγονός ότι η αγορά εργασίας παρουσιάζει πολύ σφιχτή εικόνα. Με σχεδόν δύο θέσεις εργασίας να είναι πλέον διαθέσιμες για κάθε άνεργο, οι εργαζόμενοι βρίσκονται με μεγάλη διαπραγματευτική ισχύ στα χέρια τους – πράγμα που ήδη οδηγεί σε σημαντικά μισθολογικά κέρδη. Τον Αύγουστο, σύμφωνα με δείκτη της Fed Ατλάντας, οι μισθοί αυξάνονταν με ετήσιο ρυθμό σχεδόν 7%. Το δυσοίωνο συμπέρασμα είναι –για πολλούς οικονομολόγους– ότι ενδεχομένως θα χρειαστεί αισθητή αύξηση της ανεργίας στις ΗΠΑ, αν είναι να συγκρατηθεί η πίεση από το σκέλος των μισθών και εντέλει ο πληθωρισμός. Η μέση πρόβλεψη που βρίσκεται στη διάθεση της Επιτροπής της Fed που αποφασίζει για τα επιτόκια είναι ότι τα επίπεδα ανεργίας θα αυξηθούν λίγο μόνο το 2024 (στο 4,1% έναντι του σημερινού επιπέδου 3,7%).

Πρόσφατα όμως μελέτη του Λόρενς Μπολ του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς και των Ντάνιελ Λι/Πρίσι Μίσρα του ΔΝΤ υποστηρίζει ότι επίπεδο ανεργίας στο 4,1% θα μπορούσε να δώσει πληθωριστικό υπόβαθρο μεταξύ 2,7% και 8,8% το 2024. Με άλλα λόγια, μόνο τα πιο αισιόδοξα σενάρια θα μπορούσαν να δείξουν τις ΗΠΑ να ξεφεύγουν από τον βάλτο του πληθωρισμού χωρίς να χαθούν πολλές θέσεις εργασίας.

Πάντως, η απόκλιση μεταξύ πληθωριστικού υποβάθρου και ονομαστικού ρυθμού πληθωρισμού θέτει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ζήτημα. Σε επίπεδο καταναλωτών, αυτές οι διακρίσεις είναι αδιάφορες. Όλες οι τιμές τούς αφορούν, μάλιστα το κεντρικό ζήτημα ενδιαφέροντος είναι συχνά η τιμή στην αντλία της βενζίνης – πέρα και πάνω από τις άλλες τιμές. Μετρήσεις του καταναλωτικού κλίματος έδειξαν ότι οι πληθωριστικές προσδοκίες είχαν υποχωρήσει έντονα μετά τον Ιούνιο, αναμφίβολα λόγω της υποχώρησης των τιμών της βενζίνης.

Σύμφωνα με το επιχείρημα της μελέτης Μπολ κ.ά., η αστοχία των οικονομολόγων να προβλέψουν την πληθωριστική εξέλιξη της περασμένης χρονιάς οφειλόταν ακριβώς στο ότι δεν αποτυπώθηκε σωστά το πέρασμα των ενεργειακών τιμών στο πληθωριστικό υπόβαθρο. Τώρα, η ελπίδα είναι ότι μια υποχώρηση των ενεργειακών τιμών θα συνεχισθεί, και ότι ακριβώς το πέρασμα σε λιγότερο σκληρό πληθωριστικό υπόβαθρο θα ξανα-ξαφνιάσει τους οικονομολόγους. Για την ώρα, όμως, το πληθωριστικό πρόβλημα των ΗΠΑ παραμένει…