Πώς ο Σι Τζινπίνγκ βλάπτει την κινεζική οικονομία

Τα τελευταία 20 χρόνια, η Κίνα υπήρξε η ισχυρότερη και πλέον αξιόπιστη μηχανή ανάπτυξης για την παγκόσμια οικονομία. Συνεισέφερε το ¼ της συνολικής αύξησης του παγκόσμιου ΑΕΠ σ’ αυτή τη χρονική περίοδο και κατέγραψε μεγέθυνση της οικονομίας της επί 78 τρίμηνα επί συνόλου 80. Στο μεγαλύτερο μέρος της περιόδου που η Κίνα ανοίχτηκε στον κόσμο μετά τον θάνατο του προέδρου Μάο, το Κομμουνιστικό Κόμμα υιοθέτησε μια πρακτική προσέγγιση προκειμένου να πλουτίσει η χώρα, και τούτο συνδυάζοντας αφενός μεταρρυθμίσεις με λογική αγοράς με τον κρατικό έλεγχο αφετέρου.

Τώρα, όμως, η κινεζική οικονομία βρίσκεται σε κίνδυνο. Το άμεσο πρόβλημα είναι η εκστρατεία μηδενικής ανοχής στον Covid-19, η οποία έφερε σχετική κάμψη και μπορεί να καταδικάσει την οικονομία να προχωράει με απότομες εκκινήσεις και φρεναρίσματα. Αυτό όμως έρχεται να συνδυαστεί μ’ ένα μεγαλύτερο πρόβλημα: την ιδεολογική πάλη που έχει ξεκινήσει ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ προκειμένου να αναδιαρθρώσει σε νέα βάση τον κρατικό καπιταλισμό. Αν συνεχίσει να ακολουθεί αυτόν τον δρόμο, τότε η Κίνα θα γνωρίσει αργότερους ρυθμούς ανάπτυξης και θα αποβεί περισσότερο απρόβλεπτη: αμφότερα θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις και στην ίδια τη χώρα, αλλά και στον κόσμο συνολικά.

Έπειτα από σχεδόν δύο μήνες, το lockdown της Σαγκάης άρχισε –τέλη Μαΐου– να χαλαρώνει, όμως η Κίνα πολύ απέχει από το να έχει καθαρίσει από Covid, καθώς καταγράφηκαν αναφλέξεις στο Πεκίνο και την Τιαντζίν. Πάνω από 200 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν ζήσει υπό καθεστώς περιορισμού, οπότε και η οικονομία έχει κλονισθεί. Οι λιανικές πωλήσεις, τον Απρίλιο, ήταν 11% κάτω σε σχέση με το 2021, ενώ οι αγορές προϊόντων όπως τα αυτοκίνητα, τα έτοιμα γεύματα KFC και τα είδη πολυτελείας Cartier καταγράφονται άνευρες. Υπάρχουν μεν φαινόμενα εργατών που χρειάζεται να κοιμούνται στο πάτωμα των εργοστασίων για να προλαβαίνουν, ωστόσο και η βιομηχανική παραγωγή και ο όγκος των εξαγωγών κατέγραψαν κάμψη. Αν δει κανείς το σύνολο της χρονιάς, θα διαπιστώσει ότι η Κίνα χρειάζεται φέτος να παλέψει προκειμένου να έχει ρυθμό ανάπτυξης ταχύτερο από των ΗΠΑ, και τούτο για πρώτη φορά μετά το 1990 (δηλαδή μετά τη σφαγή στην Πλατεία Τιενανμέν). Για τον πρόεδρο Σι μια τέτοια συγκυρία είναι φρικτή: μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΚ, που προγραμματίζεται για αργότερα μέσα στο 2022, προτίθεται να επανεκλεγεί για τρίτη θητεία στην προεδρία, σπάζοντας έτσι την πρόσφατη παράδοση που θέλει τους Κινέζους ηγέτες να αποχωρούν ευγενικά μετά από δύο θητείες.

Η αλήθεια όμως είναι ότι ο ίδιος ο πρόεδρος Σι φέρει την ευθύνη για το δίδυμο πλήγμα που δέχεται η οικονομία. Πρώτα, υπάρχει η πολιτική της μηδενικής ανοχής στον Covid-19, η οποία βρίσκεται σε εφαρμογή εδώ και 28 ήδη μήνες. Το Κόμμα φοβάται ότι ενδεχόμενο άνοιγμα θα έφερνε κύμα μετακινήσεων, το οποίο θα μπορούσε να φέρει θανάτους εκατομμυρίων. Αυτό είναι αλήθεια – πλην όμως χάθηκε πολύτιμος χρόνος, καθώς 100 εκατομμύρια πολιτών ηλικίας άνω των 60 ετών δεν έχουν λάβει τριπλή δόση εμβολίου. Επιπλέον, η Κίνα αρνείται να εισαγάγει τα πιο αποτελεσματικά εμβόλια με βάση mRNA. Αντί γι’ αυτό, το σχέδιο φαίνεται πως είναι να παραταθεί η λογική της μηδενικής ανοχής στον Covid μέχρι και το 2023. Γίνεται λόγος για καθιέρωση μόνιμων σταθμών για διενέργεια τεστ Covid στον πληθυσμό. Καθώς η μετάλλαξη Όμικρον είναι πολύ μεταδοτική, είναι αναπόφευκτο να υπάρξουν νέες αναζωπυρώσεις, καθώς και νέα lockdown. Έτσι όμως που η πολιτική της μηδενικής ανοχής έχει ταυτισθεί με τον πρόεδρο Σι, κάθε είδους επίκριση προς αυτήν την κατεύθυνση θεωρείται σαμποτάζ.

Ο ίδιος αυτός ιδεολογικός ζήλος βρίσκεται και πίσω από το δεύτερο σοκ της εποχής οικονομικών πρωτοβουλιών που συναπαρτίζουν εκείνο που ο πρόεδρος Σι αποκαλεί «νέα προσέγγιση ανάπτυξης», με την οποία επιδιώκεται να αντιμετωπισθούν «οι μεγάλες αλλαγές, ανάλογες των οποίων δεν έχουμε δει εδώ και έναν αιώνα» – για παράδειγμα, η διάσταση Κίνας-Αμερικής. Οι στόχοι που τίθενται είναι εύλογοι: αντιμετώπιση της ανισότητας, των μονοπωλίων και του χρέους, καθώς και εξασφάλιση κυριαρχίας της Κίνας στις νέες τεχνολογίες και κατοχύρωσή της έναντι των Δυτικών κυρώσεων. Σε όλα όμως αυτά τα πεδία ο πρόεδρος Σι θεωρεί ότι το Κόμμα θα πρέπει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή, ενώ σε επίπεδο εφαρμογής διαπιστώνει κανείς τιμωρητικές και απρόβλεπτες κινήσεις. Μια θύελλα από πρόστιμα, από νέες κανονιστικές διατάξεις και από εκκαθαρίσεις οδήγησε τον δυναμικό τεχνολογικό κλάδο –που παράγει το 8% του ΑΕΠ– σε στασιμότητα. Ενώ μια άγρια, πλην ανολοκλήρωτη, καταστολή στον τομέα των ακινήτων –αυτός παράγει το ¼ του ΑΕΠ– οδήγησε σε χρηματοδοτικά προβλήματα, τα οποία με τη σειρά τους συνέβαλαν στην κατά 47% υποχώρηση των πωλήσεων κατοικιών τον φετινό Απρίλιο έναντι του περυσινού.

Πρόγραμμα τόνωσης και βιομηχανική πολιτική

Η κυβέρνηση προσδοκά ότι ένα εκτεταμένο πρόγραμμα τόνωσης της οικονομίας, που ήδη προωθείται, θα συμβάλει στην επίτευξη του επίσημου στόχου για 5,5% ρυθμό ανάπτυξης το 2022, ενώ θα ηρεμήσει τα πνεύματα πριν από το Συνέδριο. Στις 19 Μαΐου ο πρωθυπουργός Λι Κετσιάνγκ απηύθυνε έκκληση στα στελέχη «να αναλάβουν αποφασιστική δράση» προκειμένου να επανέλθει η ανάπτυξη· η δε κεντρική τράπεζα μείωσε τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων. Το Κόμμα επιχείρησε να ηρεμήσει τους τρομοκρατημένους μεγιστάνες του τεχνολογικού τομέα. Επόμενο βήμα, ενδεχομένως: ένα μεγάλο κυβερνητικό πρόγραμμα υποδομών, με χρηματοδότηση μέσω ομολόγων. […]

Μέχρι σήμερα, η βιομηχανική πολιτική που έχει εφαρμόσει η Κίνα έχει να δείξει εξαιρετικές επιτυχίες, για παράδειγμα με τη δημιουργία δεσπόζουσας θέσης διεθνώς στην παραγωγή προχωρημένων μπαταριών. Ο πρόεδρος Σι ελπίζει ότι η τεχνολογία καθώς και μια νέα σειρά από κρατικά επενδυτικά ταμεία θα καταστήσει τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων πιο ευέλικτη. Ας μην ξεχνιούνται, όμως, και οι σημαντικές αποτυχίες, όπως με τις απαξιωμένες παραδοσιακές βιομηχανίες μέχρι και με τους ημιαγωγούς. Την ίδια στιγμή, τα κίνητρα που οδηγούν τον παραγωγικότερο τομέα της οικονομίας (τις ιδιωτικές επιχειρήσεις) έχουν υποστεί βλάβη.

Το βλέπει κανείς ήδη αυτό στις χρηματοπιστωτικές αγορές, όπου έχουν καταγραφεί σημαντικές εκροές. Το κόστος του κεφαλαίου έχει μεγαλώσει: οι κινεζικές μετοχές βρίσκονται με 45% έκπτωση απέναντι στις αντίστοιχες αμερικανικές: πρόκειται για άνοιγμα-ρεκόρ στη διαπραγμάτευσή τους. Οι υπολογισμοί των επενδυτών και των επιχειρηματιών μεταβάλλονται: κάποιοι φοβούνται ότι η τυχόν επιτυχία κάθε δουλειάς που ξεκινούν κινδυνεύει να δει μπροστά της οροφή, καθώς το Κόμμα υποψιάζεται τον ιδιωτικό πλούτο και τη συνακόλουθη εξουσία. Όσοι χρηματοδοτούν νέες ιδέες τείνουν να ποντάρουν στη μεγαλύτερη παροχή κινήτρων, όχι στην καλύτερη ιδέα.

Για πρώτη φορά μετά από 40 χρόνια, σε κανέναν τομέα της κινεζικής οικονομίας δεν προχωρούν μεταρρυθμίσεις φιλελευθεροποίησης. Χωρίς όμως τέτοιες μεταρρυθμίσεις, οι αναπτυξιακοί ρυθμοί θα τραυματισθούν.

Η ιδεολογική οικονομία του προέδρου Σι έχει σοβαρές συνέπειες σε παγκόσμιο επίπεδο. Ενώ οι μηχανισμοί τόνωσης μπορεί να ξαναβάλουν μπρος την οικονομία, δεν λείπουν τα ενδεχόμενα αυριανά lockdown, που θα θέσουν σε κίνδυνο συνολικά μια παγκόσμια οικονομία που ήδη φλερτάρει με ύφεση. Στον επιχειρηματικό τομέα, το μέγεθος της Κίνας και οι προωθημένες της τεχνολογίες εγγυώνται ότι οι πολυεθνικές δεν θα την αγνοήσουν. Όλο και περισσότεροι, ωστόσο, μετακινούν το κέντρο βάρους τους μακριά από την Κίνα – αυτό ήδη αναφέρεται ότι επέλεξε να πράξει η Apple. Μπορεί στην ερχόμενη δεκαετία του 2030 να κυριαρχήσουν σε κάποιους κλάδους κινεζικές επιτυχημένες επιχειρήσεις, όμως η Δύση μάλλον θα καταστεί επιφυλακτικότερος εισαγωγέας κινεζικών προϊόντων. Σε διπλωματικό επίπεδο, ένας πιο συγκρατημένος ιδιωτικός τομέας θα σημάνει ότι η παρουσία της Κίνας στο εξωτερικό (όπως στην Αφρική) θα έχει ισχυρότερη την κρατική και πολιτική σφραγίδα.

Οι κίνδυνοι από την κυριαρχία του ενός

Και τι θα σήμαιναν αυτά για τη ζωή σε μια πιο απομονωμένη Κίνα; Ενώ πολλοί διαμαρτύρονται στο διαδίκτυο για τα lockdown και τις χαμένες τους δουλειές, είναι απίθανο να δούμε κάτι τέτοιο να μεταφράζεται σε αναταραχή λόγω των μηχανισμών επιτήρησης, προπαγάνδας και ευρύτερης στήριξης προς τους στόχους του Κόμματος. Κάποιοι τεχνοκράτες διαφωνούν με τη μετατόπιση της χώρας προς τα αριστερά, αλλά δεν διαθέτουν την ισχύ ή και το θάρρος για να διατυπώσουν αντιρρήσεις. Και –όσο είναι δυνατόν να δει κανείς μέσα στο μαύρο κουτί των κομματικών συσχετισμών– δεν υπάρχει αντίπαλος για τον 60χρονο πρόεδρο Σι.

Πάντως, στην πορεία προς ένα Συνέδριο που ενδεχομένως θα του εξασφαλίσει την εξουσία μέχρι τουλάχιστον το 2027, τα προβλήματα αυτά από την ενός ανδρός αρχή στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της υφηλίου αποκτούν ορατή διάσταση.