Όπου ο Σι Τζινπίνγκ και ο Τζο Μπάιντεν προσπαθούν να βελτιώσουν τις σχέσεις μεταξύ των χωρών τους

To πρωτόκολλο συναντήσεων μεταξύ Κινέζων και Αμερικανών ηγετών συχνά αποτελεί ναρκοπέδιο. Προηγούνται ομάδες συνεργατών οι οποίες χρειάζεται να επεξεργασθούν κάθε πιθανή λεπτομέρεια, ακόμη και σε ποια πλευρά θα στέκεται ο κάθε ηγέτης τη στιγμή της χειραψίας μπροστά στις κάμερες. Οι ενδεχόμενες προσβολές –ηθελημένες ή υποτιθέμενες– αφήνουν πίσω μακρές σκιές. Οι Κινέζοι έμειναν εξοργισμένοι επί χρόνια όταν ο Χου Τζιντάο είχε επισκεφθεί (το 2006) τις ΗΠΑ και οι Αμερικανοί ανήγγειλαν τον εθνικό ύμνο της Κίνας ως ύμνο της «Δημοκρατίας της Κίνας» –αυτή ήταν η επίσημη ονομασία της Ταϊβάν– και εν συνεχεία επέτρεψαν σε διαδηλωτή να διακόψει τον πρόεδρο Χου σε συνέντευξη Τύπου. Αντίστοιχη η ενόχληση των Αμερικανών, όταν οι τοπικές αρχές δεν φρόντισαν να φθάσει στο αεροσκάφος του Μπαράκ Ομπάμα η σκάλα, ώστε εκείνος να κατέβει όταν βρέθηκε σε επίσημη επίσκεψη στην Κίνα (το 2016).

Με αυτά τα δεδομένα, οφείλει κανείς να συγχαρεί τα στελέχη των δύο πλευρών που εξασφάλισαν τη χορογραφία μιας σχετικά εποικοδομητικής –κατά τα φαινόμενα– συνάντησης μεταξύ του Τζο Μπάιντεν και του Σι Τζινπίνγκ, στις 14 Νοεμβρίου στο Μπαλί (στο περιθώριο συνάντησης των G-20). Από τα συνειδητά χαμόγελά τους μέχρι τις προσεκτικά επιλεγμένες δημόσιες διατυπώσεις τους, έγινε φανερό ότι και οι δυο τους επεδίωξαν να απαντήσουν καθησυχαστικά στις ευρύτερα διαδιδόμενες ανησυχίες για την επικίνδυνη υποχώρηση που έχει καταγραφεί στις σχέσεις τους. Υπήρξαν πάντως και σημάδια αληθινής βελτίωσης, καθώς και οι δύο ανέλαβαν να επαναληφθεί ο διάλογος υψηλού επιπέδου σε θέματα που θα εκτείνονται από την επισιτιστική ασφάλεια μέχρι τα οικονομικά. Προκειμένου δε να διατηρηθεί μια δυναμική, συμφώνησαν ότι ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Άντονι Μπλίνκεν θα βρεθεί συντόμως στην Κίνα σε επίσημη επίσκεψη.

Όσο όμως τα δύο μέρη έδιναν μια σαφέστερη εικόνα της 3ωρης συνάντησής τους, τόσο άρχιζε να προκύπτει μια λιγότερο αρμονική εικόνα: μια εικόνα που αντικατόπτριζε σκλήρυνση στάσεων στα πιο διχαστικά ζητήματα που απασχολούν – κυρίως δε για την Ταϊβάν, το αυτόνομο νησί που η Κίνα διεκδικεί ως δικό της. Υπήρξαν και άλλες αποκαλυπτικές διχογνωμίες, ιδίως με αντικείμενο την Ουκρανία. Στις δε συναντήσεις τους με άλλους ηγέτες των G-20 στο Μπαλί, Σι και Μπάιντεν επεδίωξαν με τον ίδιο ζήλο να πετύχουν στήριξη για πρωτοβουλίες που αποτυπώνουν τις πρόδηλα αντιτιθέμενες κοσμοαντιλήψεις τους. Σύμφωνα με τη Γιου Λίε του Βρετανικού Βασιλικού Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων, πρόκειται για ένα «πολύ μικρό βήμα» σταθεροποίησης των σχέσεων ηγετών που –αμφότεροι– βρίσκονται αντιμέτωποι με ισχυρές εσωτερικές πιέσεις να μην κάνουν βήμα πίσω – ιδιαίτερα για την Ταϊβάν. «Τουλάχιστον, δεν έχει κλείσει τελείως η πόρτα επικοινωνίας τους».

Σύμφωνα με τις αμερικανικές αναφορές για την συνάντηση, ο Τζο Μπάιντεν είπε στον Σι Τζινπίνγκ ότι η χώρα του θα συνεχίσει να ανταγωνίζεται δυναμικά την Κίνα, πλην όμως θέλει να αποφευχθεί η σύγκρουση αλλά και να υπάρξει συνεργασία σε τομείς όπως της κλιματικής αλλαγής. Δεν υπάρχει «ανάγκη για έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο», δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου. Πάντα σύμφωνα με τις αμερικανικές αναφορές, αμφότεροι οι ηγέτες εξέφρασαν αντίθεση στη «χρήση ή απειλή χρήσης πυρηνικών όπλων στην Ουκρανία» – σαφής εδώ η αναφορά στη Ρωσία. Όμως ο πρόεδρος Μπάιντεν δεν έδειξε σημάδια υποχώρησης στα κινεζικά αιτήματα ελάφρυνσης των περιορισμών επί των εξαγωγών τεχνολογίας προς την Κίνα, ή πάλι για παροχή διαβεβαιώσεων σχετικά με την Ταϊβάν. Αντιθέτως, η αμερικανική πολιτική στο ζήτημα της Ταϊβάν παρέμεινε αμετάβλητη, πρόβαλε αντιρρήσεις στην επιθετικότητα της Κίνας έναντι του νησιού, ενώ εκδήλωσε και ανησυχία για τις κινεζικές «οικονομικές πρακτικές που ξεφεύγουν από τα πλαίσια της αγοράς», καθώς και για τη στάση του Πεκίνου έναντι του Χονγκ Κονγκ, του Θιβέτ και του Σινκιάνγκ.

Πάντως, οι κινεζικές αναφορές περιέλαβαν εν μέρει διαλλακτικό τόνο, όταν π.χ. εξήγησαν ότι ο πρόεδρος Σι δεσμεύτηκε να μην επιδιώξει απώθηση των ΗΠΑ ή πάλι μεταβολή της διεθνούς τάξης. Απηύθυνε και αυτός έκκληση για συνεργασία σε ζητήματα παγκοσμίου ενδιαφέροντος. Όμως, επένδυσε πολύ χρόνο εξηγώντας την ιστορία της Ταϊβάν, επιμένοντας ότι πρόκειται για την «πρώτη κόκκινη γραμμή» της Κίνας. Έθεσε έμφαση στην ιδεολογία, υπό την έννοια ότι υπερασπίστηκε το πολιτικό σύστημα της χώρας του και απέκρουσε την περιγραφή Μπάιντεν, σύμφωνα με την οποία υπάρχει σε εξέλιξη παγκόσμια αντιπαράθεση μεταξύ δημοκρατίας και αυταρχισμού.

Ως προς το ζήτημα της Ουκρανίας, οι κινεζικές διατυπώσεις περιέλαβαν περισσότερες αποχρώσεις, με κάλεσμα για ειρηνευτικές συνομιλίες αλλά και με επανάληψη της έκκλησης Σι να υπάρξει αντίθεση όλης της διεθνούς κοινότητας ως προς την απειλή της χρήσης πυρηνικών όπλων.

Οι αντιτιθέμενες αναφορές των πλευρών σε παρόμοιες συναντήσεις αποτελούν συνήθη πρακτική, επομένως αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί πρόβλημα. Ανησυχία όμως προκύπτει από το ότι οι βασικές διαφορές των δύο είναι τόσο μεγάλες, ώστε θα έχουν πρόβλημα να καταγράψουν πρόοδο όταν θα έχουν πλέον δρομολογηθεί ουσιαστικές συζητήσεις και σε άλλα ζητήματα. Έτσι, οι συνομιλίες των δύο πλευρών θα μπορούσαν να διαταραχθούν αν ο Ρεπουμπλικανός νέος πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων στις ΗΠΑ επισκεφθεί την Ταϊβάν. (Η Κίνα πάγωσε κάθε διάλογο υψηλού επιπέδου με τις ΗΠΑ μετά την επίσκεψη της πρώην προέδρου της Βουλής Νάνσι Πελόζι στην Ταϊβάν).

Όσο για το πρωτόκολλο της συνάντησης Μπάιντεν-Σι, ο πρώτος εξασφάλισε για τον εαυτό του στάση ισχύος για τη χειραψία μπροστά στις κάμερες. Όμως, χρειάστηκε πρώτα να κάνει αρκετά βήματα για να συναντήσει τον Κινέζο πρόεδρο, ο οποίος περίμενε ακίνητος: Πρόκειται για έναν χειρισμό στον οποίο αρέσκονται οι Κινέζοι ώστε να προκύπτει εικόνα ισχύος του ηγέτη τους στο βίντεο. Οπότε… ισοπαλία!

Για την ώρα, καλό αποτέλεσμα θα έλεγε κανείς.

Επίσκεψη Σολτς στην Κίνα: πώς η γερμανική βιομηχανία διστάζει να περιορίσει την εξάρτησή της

Με τη μονοήμερη επίσκεψή του στο Πεκίνο, ο Σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Όλαφ Σολτς υπήρξε ο πρώτος ηγέτης της Δύσης που έκανε αυτή την κίνηση μετά την εκδήλωση της πανδημίας Covid-19. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν πολύ θα είχε θελήσει να κάνει το ταξίδι μαζί με τον Σολτς (αν και όχι αμέσως μετά τη στέψη του προέδρου Σι Τζινπίνγκ για τρίτη θητεία…), πλην όμως συνάντησε άρνηση του καγκελαρίου. Ο οποίος, αντ’ αυτού, πήρε μαζί του την ηγεσία 12 ισχυρών γερμανικών εταιρειών, συμπεριλαμβανομένων της γιγαντιαίας μηχανολογικής Siemens, της μεγαλύτερης αυτοκινητοβιομηχανίας της Ευρώπης Volkswagen και της φαρμακευτικής Merck.

Κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών, την πολιτική της Γερμανίας έναντι της Κίνας την καθόρισαν τα συμφέροντα της γερμανικής βιομηχανίας, αποκλείοντας δε κάθε άλλη προτεραιότητα. Η συνοδεία του Όλαφ Σολτς κατέδειξε ότι αυτό συνεχίζει να ισχύει – και τούτο παρά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, που έριξε άπλετο φως στους κινδύνους της οικονομικής εξάρτησης (στην περίπτωση της Γερμανίας: από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα) από ένα αυταρχικό καθεστώς, που ως κινητήρια δύναμη έχει μια επιθετική ιδεολογία.

Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έχει διαμορφωθεί μια γενική συμφωνία ότι η Ευρώπη θα έπρεπε να ξαναδεί συνολικά τις επιχειρηματικές σχέσεις με την Κίνα. Αλλά και στη Γερμανία, πολλοί συμφωνούν. «Το κινεζικό πολιτικό σύστημα έχει αλλάξει μαζικά τα τελευταία χρόνια, οπότε και η δική μας πολιτική έναντι της Κίνας θα πρέπει να αλλάξει» δήλωσε η Γερμανίδα ΥΠΕΞ Αναλένα Μπέρμποκ. Πλην όμως, η Γερμανία Α.Ε. διστάζει να ανοίξει τα μάτια της στη νέα πραγματικότητα.

Οι βαθύτεροι εμπορικοί δεσμοί μεταξύ των δύο χωρών περιπλέκουν ασφαλώς τα πράγματα. Για το 2021 η Κίνα ήταν ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας επί έκτη συνεχή χρονιά, με το σύνολο των διμερών εξαγωγών και εισαγωγών να ξεπερνά τα 245 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μέγεθος 5πλάσιο εκείνου του 2005. Η Γερμανία στηρίζεται στην Κίνα για την εισαγωγή ηλιακών πάνελ, ημιαγωγών για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σπάνιων γαιών και άλλων κρίσιμων ορυκτών. Το εμπόριο Γερμανίας-Κίνας στηρίζει άμεσα πάνω από 1 εκατομμύριο θέσεις εργασίας στη Γερμανία, ενώ πολύ περισσότερες συνδέονται έμμεσα μ’ αυτό.

Βέβαια, η εξάρτηση από την Κίνα δεν αποτελεί γερμανική μόνον ασθένεια. Και οι ΗΠΑ διατηρούν στενούς εμπορικούς δεσμούς με τη γεωπολιτικά αντίπαλή τους δύναμη. Μια σημαντική διαφορά έγκειται στο ότι ισχυρές γερμανικές βιομηχανίες εξαρτώνται από την κινεζική αγορά σε ασυνήθιστα μεγάλο βαθμό. Από τις 10 σημαντικότερες εισηγμένες γερμανικές επιχειρήσεις, οι 9 αντλούν από την Κίνα τουλάχιστον 10% των εσόδων τους: Αυτό συγκρίνεται με μόνο 2 από τις 10 μεγαλύτερες αμερικανικές.

Το 2021 δύο από τα πέντε Volkswagen που πουλήθηκαν παγκοσμίως αγοράστηκαν από Κινέζους. Πολλά δε απ’ αυτά παράγονταν σε γραμμές παραγωγής που η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία διατηρεί στην Κίνα. Αυτό αποτελεί τη δεύτερη σημαντική ιδιαιτερότητα της Γερμανίας: Έχει επενδύσει τεράστια κεφάλαια σε κινεζικά εργοστάσια. Το 2021 μόλις 2% των αμερικανικών αμέσων ξένων επενδύσεων κατευθύνθηκαν στην Κίνα, έναντι 14% των γερμανικών. Τέσσερις επιχειρήσεις (η BMW, η Mercedes-Benz, η Volkswagen και η BASF) κάλυψαν το 1/3 του συνόλου των επενδύσεων της ΕΕ στην Κίνα, ενώ στο πρώτο 6μηνο του 2022 οι γερμανικές επενδύσεις εκεί ξεπέρασαν τα 10 δισ. ευρώ, ύψος-ρεκόρ.

Οι ανησυχίες που υπάρχουν για ενδεχόμενη υπονόμευση αυτών των επιχειρηματικών σχέσεων έχουν ήδη προκαλέσει αμφιλεγόμενες επιλογές πολιτικής. Στα τέλη Οκτωβρίου ο καγκελάριος Σολτς αποφάσισε να αγνοήσει τις προειδοποιήσεις έξι υπουργών του καθώς και των επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών του και επέτρεψε στην υπό κινεζικό κρατικό έλεγχο Cosco να αποκτήσει συμμετοχή σε ένα από τα 4 τέρμιναλ εμπορευματοκιβωτίων στο λιμάνι του Αμβούργου. Ακολουθώντας εν προκειμένω το προηγούμενο της προκατόχου του Άνγκελα Μέρκελ, αρνήθηκε να λάβει θέση στην αντιδικία για το αν θα επιτραπεί στη γιγαντιαία κινεζική τηλεπικοινωνιακή Huawei να συμμετάσχει σε διαγωνισμούς για συμβόλαια εγκατάστασης δικτύων 5G στη Γερμανία: Ίσως αυτό να ανάγεται στην απειλή του Κινέζου πρέσβυ στο Βερολίνο (το 2019) ότι «θα υπάρξουν συνέπειες» για τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία σε περίπτωση αποκλεισμού της Huawei από τις διαγωνιστικές διαδικασίες.

Αυτή η σχετικά ήπια προσέγγιση στις σχέσεις με την Κίνα δεν είναι αντίστοιχη με εκείνην άλλων Δυτικών. Στις ΗΠΑ, η καταγγελτικότητα έναντι του Πεκίνου αποτελεί έναν από τους σπάνιους τομείς διακομματικής συμφωνίας. Ο (Δημοκρατικός) πρόεδρος Τζο Μπάιντεν δεν παύει να επεκτείνει το πεδίο των περιορισμών που αφορούν προηγμένες τεχνολογίες στην Κίνα – περιορισμούς που είχε εισαγάγει ο (Ρεπουμπλικανός) προκάτοχός του και πιθανόν μελλοντικός ανθυποψήφιος, ο Ντόναλντ Τραμπ. Οι ΗΠΑ έχουν επίσης επιβάλει απαγορευτικό στη Huawei. Το ίδιο ισχύει και για πολλούς εταίρους της Γερμανίας στο πλαίσιο της ΕΕ.

Όσο διευρύνεται το γεωπολιτικό χάσμα μεταξύ Κίνας και Δύσης τόσο περισσότερες Δυτικές επιχειρήσεις προσπαθούν να περιορίσουν την έκθεσή τους στις κινεζικές αλυσίδες παραγωγής, αλλά και στους Κινέζους καταναλωτές. Για παράδειγμα, η Apple μετακίνησε ένα μέρος της παραγωγής της από την Κίνα στην Ινδία και το Βιετνάμ. Αντιθέτως, η Γερμανία «συνεχίζει να επιταχύνει προς τη λάθος κατεύθυνση» σύμφωνα με τον Γιούργκεν Μάτες του think tank IDW.

Πολύ καλημέρα σας

Ορισμένοι Γερμανοί επιχειρηματικοί παράγοντες υποβαθμίζουν δημοσίως αυτές τις ανησυχίες. Ο διευθύνων σύμβουλος της BASF Μάρτιν Μπρουντερμίλερ, εξ εκείνων που συνόδευσαν τον Όλαφ Σολτς στο Πεκίνο, διαμαρτυρόταν προσφάτως για τις «φραστικές επιθέσεις κατά της Κίνας». Δεν μπορεί πάντως να μην ανησυχούν σε βαθύτερα επίπεδα. Κάθε κατάλοιπο της ελπίδας ότι «η αλλαγή θα έρθει με το εμπόριο», που αποτελούσε τη χαρακτηριστικά γερμανική άποψη ότι οι στενότερες εμπορικές σχέσεις με τις φιλελεύθερες δημοκρατίες θα δρομολογήσουν πολιτική αλλαγή στην Κίνα, όπως συνέβη (μέχρις ενός σημείου) και στο πρώην σοβιετικό μπλοκ, έχει πλέον πεθάνει με την εισβολή Πούτιν στην Ουκρανία και με την αυταρχική στροφή Σι.

Πολλές γερμανικές εταιρείες έχουν αναγνωρίσει σιωπηρά την ύπαρξη αυξημένου «ρίσκου Κίνας», και τούτο με τη διατήρηση δύο ανεξάρτητων συστημάτων παραγωγής: ενός στην ηπειρωτική Κίνα, ενός αλλού στον κόσμο.

Αυτό όμως δεν αρκεί. Το να αναμένει κανείς ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις μεταξύ Κίνας και Δύσης θα εκτονωθούν είναι μια άποψη τουλάχιστον απλοϊκή. Το ίδιο ισχύει και για την προσδοκία ότι ο αυταρχικός πρόεδρος Σι –ο οποίος ευθέως προβάλλει την επιθυμία να τονώσει το στοιχείο εντοπιότητας στην κινεζική βιομηχανία– θα μπορούσε να σεβαστεί όλες τις εμπορικές συμφωνίες προς ξένους. Το να μην κοπούν όλοι οι εμπορικοί δεσμοί με την Κίνα είναι κάτι το κατανοητό και απόλυτα εύλογο. Όμως, το να ενισχύονται ακόμη περισσότερο οι δεσμοί αυτοί δείχνει να είναι ριψοκίνδυνο.