Οι καιρικές συνθήκες καθορίζουν και πάλι τις επιδόσεις των οικονομιών, περιπλέκοντας τις προσπάθειες των κεντρικών τραπεζών να αντιμετωπίσουν ανεργία και πληθωρισμό

Στις αγροτικές οικονομίες, ο οικονομικός κύκλος και οι καιρικές συνθήκες κινούνται συντονισμένα. Όταν οι βροχές έρχονται στη σωστή φάση, τότε η σοδειά είναι πλούσια και ακολουθεί περίοδος ευημερίας. Αντιθέτως, η ξηρασία φέρνει κινδύνους σιτοδείας, λιμού και θανάτου. Στις παραδοσιακές κοινωνίες, ο «μάγος της βροχής» επιχειρεί να ισορροπήσει την κατάσταση – περίπου όπως οι κεντρικοί τραπεζίτες του σήμερα. Τελικά, πάντως, η δύναμη της φύσης είναι εκείνη που κρίνει το αποτέλεσμα.

Η ενεργειακή κρίση που γνωρίζει σήμερα η Ευρώπη φέρνει πάλι στο προσκήνιο το πώς η οικονομία καθορίζεται από τον καιρό. Η κρίση υπενθυμίζει πως, ακόμα και σε μια φάση τεχνολογικά εκλεπτυσμένης ανάπτυξης, και οι πλούσιες οικονομίες δεν μπορούν παρά να στηρίζονται στην καλή διάθεση της φύσης. Ευρωπαίοι οικονομολόγοι, τραπεζικοί παράγοντες και πολιτικοί ηγέτες παρακολουθούν πλέον τις προγνώσεις του καιρού με ιδιαίτερη προσοχή: ένας ήπιος χειμώνας θα σημάνει ανακούφιση, καθώς θα επιτρέψει μικρότερη κατανάλωση φυσικού αερίου για να ζεσταθούν τα σπίτια. Άμα οι θερμοκρασίες δεν είναι πολύ χαμηλές, οι τιμές της ενέργειας θα υποχωρήσουν και οι ρυθμοί ανάπτυξης θα στηριχθούν. Αντιθέτως, μια χειμωνιάτικη παγωνιά θα φέρει μιζέρια, με εκατομμύρια ανθρώπων να περιπίπτουν σε κατάσταση φτώχειας, με τον πληθωρισμό να αναφλέγεται και την παραγωγή των βιομηχανιών να ανακόπτεται.

Ορυκτά καύσιμα

Τα ορυκτά καύσιμα έφεραν παλιότερα μιαν υπόσχεση απελευθέρωσης των οικονομιών από την ανασφάλεια που συνδυάζεται με τις καιρικές εξελίξεις. Αντί να στηρίζεται κανείς στην ηλιακή ενέργεια του περιβάλλοντος, εκείνη δηλαδή που παγιδεύεται στους σπόρους, που διατηρείται στο κρέας των ζώων ή μετατρέπεται μέσω της φωτοσύνθεσης σε βιομάζα και τελικώς καταναλώνεται ως καυσόξυλα, η ανθρωπότητα είχε πλέον την ευχέρεια να καίει άνθρακα, κίνηση που απελευθερώνει την προϊστορική ενέργεια που κλείνει μέσα του. Η χρήση των ορυκτών καυσίμων επέτρεψε την αποθήκευση της ενέργειας, τη μεταφορά της και την απελευθέρωσή της – ακριβώς τη στιγμή που κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο. Η δύναμη του ήλιου τέθηκε στη διάθεση της ανθρωπότητας, αντί για το αντίθετο […].

Αιώνες μετά την αλλαγή αυτή, βλέπουμε επαναφορά της εποχικότητας ανά την Ευρώπη, καθώς η ήπειρος επιχειρεί να αποσυνδεθεί από το ρωσικό φυσικό αέριο. Ένα μέρος αυτής της επαναφοράς οφείλεται σε φυσικούς παράγοντες: το φυσικό αέριο είναι πολύ πιο δύσκολο να μεταφερθεί και να αποθηκευτεί, απ’ ό,τι ο στερεός άνθρακας ή το υγρό πετρέλαιο. Νωρίτερα, η Ευρώπη είχε ωφεληθεί από το άφθονο φυσικό αέριο που μεταφερόταν από τη Ρωσία με αγωγούς, με τη δυνατότητα πάντως χρήσης πρόσθετων ποσοτήτων που μεταφέρονταν με τη μορφή ρευστοποιημένου αερίου, το οποίο έφθανε διά θαλάσσης. Τώρα όμως η προμήθεια είναι πολύ πιο δύσκολη, οπότε οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν παρά να στηρίζονται κυρίως στο LNG που έρχεται με ειδικά πλοία. Οι αποθηκευτικοί χώροι της ηπείρου είναι ήδη σε 90% πληρότητα, ενώ το να γεμίσει κανείς τους τελευταίους διαθέσιμους χώρους είναι ακριβή υπόθεση, καθώς το περιεχόμενο οφείλει να διατηρείται υπό υψηλή πίεση. Αυτοί οι περιορισμοί στη ροή προμηθειών σημαίνουν ένα πράγμα: τις τιμές της ενέργειας τις οδηγούν οι μεταβολές της ζήτησης – και ο πλέον αβέβαιος προσδιοριστικός παράγοντας της ζήτησης είναι ο καιρός.

Τα χιόνια φθάνουν

Το φθινόπωρο δεν έφερε στην Ευρώπη τα χειρότερα: η ήπειρος έζησε τον θερμότερο Οκτώβριο που είχε γνωρίσει ποτέ. Αποτέλεσμα: η τιμή μονάδας του φυσικού αερίου στην oλλανδική αγορά TTF –όπου καθορίζεται η τιμή βάσης για το σύνολο της ευρωπαϊκής ηπείρου– έπεσε στα 100 ευρώ/ μεγαβατώρα, περίπου στο μισό των επιπέδων του Σεπτεμβρίου. Όμως, αρχές Νοεμβρίου τα πρώτα χιόνια έφθασαν στην Γερμανία. Ιστορικά, υπάρχει σχετικά γραμμική σχέση μεταξύ της ζήτησης φυσικού αερίου και της θερμοκρασίας: όσο ανεβαίνει το κρύο, τόσο περισσότερο αέριο χρειάζεται. Φέτος όμως τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα. Τα συστήματα θέρμανσης των σπιτιών παρέμειναν για περισσότερο διάστημα ανενεργά, απ’ όσο συνήθως. Εκείνο που κατέγραψε άνοδο, ήταν οι πωλήσεις κουβερτών. Ο κόσμος δέχεται να μείνει στα ζεστά με τις κουβέρτες, προκειμένου να συμμετάσχει στην αντίσταση κατά του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Όμως η κρίση στο μέτωπο του φυσικού αερίου δεν αποτελεί τον μόνο λόγο που οι καιρικές συνθήκες συγκεντρώνουν μεγαλύτερη προσοχή. Τώρα πλέον οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας συμμετέχουν περισσότερο απ’ ό,τι παλιότερα στην προμήθεια ενέργειας προς τους Ευρωπαίους: το αποτέλεσμα είναι να προκύπτουν προβλήματα, οσάκις δεν φυσάει ο άνεμος ή δεν λάμπει ο ήλιος. Επιπλέον, η ενέργεια από τα υδροηλεκτρικά προστέθηκε στα φετινά προβλήματα για την Ευρώπη, καθώς το θερμό καλοκαίρι έφερε ξηρασία στις δεξαμενές νερού καθώς και στα ποτάμια, από τα οποία εξαρτώνται τα φράγματα. Στο μέλλον, η αποθήκευση της ενέργειας, με βελτίωση και επένδυση στις σχετικές τεχνολογίες, θα μπορέσει να περιορίσει αυτού του είδους τη μεταβλητότητα. Πλην όμως η ήπειρος θα βρίσκεται αντιμέτωπη επί χρόνια –αν όχι επί δεκαετίες– με την ανησυχία για το πώς θα πάει ο καιρός, ενόσω θα προχωρούν οι προσπάθειες τεχνολογικής προσαρμογής της.

Κεντρικές τράπεζες

Ενόσω πάντως δεν έχουμε μετάβαση σε πράσινες μορφές ενέργειας, ο καιρός θα συνεχίσει να διεκδικεί όλο και μεγαλύτερο ρόλο στα Οικονομικά. Ο θερμότερος πλανήτης, τον οποίο ήδη αντιμετωπίζουμε, οδηγεί σε συχνότερα και πιο ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως ο φετινός θερινός καύσωνας στην Ευρώπη ή οι καταστροφικές πλημμύρες στο Πακιστάν. Αυτού του είδους τα γεγονότα μεταφράζονται σε πραγματικό σοκ για τις οικονομίες: εξωτερικές μεταβολές, με άλλα λόγια, που μειώνουν το παραγωγικό δυναμικό και ως εκ τούτου φέρνουν υψηλότερο πληθωρισμό και ανεργία.

Η διπλή αυτή απειλή δημιουργεί ακόμα περισσότερα προβλήματα στην προσπάθεια των Κεντρικών Τραπεζών να αντιμετωπίσουν αυτά τα φαινόμενα, απ’ όσο π.χ. οι τυχόν μεταβολές στο επιχειρηματικό κλίμα εμπιστοσύνης ή ακόμα και μια χρηματοπιστωτική κρίση. Άμα η νομισματική πολιτική σφίξει πολύ, τότε θα πολλαπλασιαστεί η υποχώρηση των οικονομιών. άμα η περιοριστική πολιτική είναι πολύ χαλαρή, μπορεί να ξεφύγει ο πληθωρισμός. Σύμφωνα με ανάλυση του ΔΝΤ για τις νησιωτικές χώρες της Καραϊβικής και του Ειρηνικού, οι χώρες που είναι εκτεθειμένες σε φυσικές καταστροφές σημειώνουν ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης κατά περίπου 1% χαμηλότερους, ενώ καταγράφουν και αισθητά υψηλότερο εξωτερικό χρέος από τις λιγότερο εκτεθειμένες χώρες. Η κλιματική αλλαγή θα επιδεινώσει τις εν λόγω διαφορές. Αυτού του τύπου η επιστροφή σε Οικονομικά εξαρτώμενα από τον καιρό θα φέρει τους κεντρικούς τραπεζίτες σε θέση πλησιέστερη μ’ εκείνη των «μάγων της βροχής»: θα προσπαθούν να επαναλάβουν παλιές τελετουργίες ή να ζητούν περισσότερες θυσίες – χωρίς να έχουν και πολλές δυνατότητες να επηρεάσουν τις οικονομικές καιρικές συνθήκες.