Οικονομική Επιθεώρηση, Νοέμβριος 2021, τ.1012

των Χάρη Σαββίδη και Νίκου Σακελλαρίου

 

Αφού άντεξε το «κούρεμα» καταθέσεων του 2013, το κυπριακό τραπεζικό σύστημα δείχνει έτοιμο να ξεπεράσει και την πανδημία, με τους δύο κυρίαρχους «παίκτες» να δείχνουν ικανοί την επόμενη διετία να επιστρέψουν στην κερδοφορία

 

 

Μπορεί η δημοσιονομική κρίση του 2010 να αφορούσε αρχικά την Ελλάδα, πλην όμως το τραπεζικό σύστημα όπου τελικά υπήρξε κούρεμα καταθέσεων ήταν το κυπριακό. Οι κυπριακές τράπεζες πλήρωσαν ακριβά την έκθεση στα ομόλογα και την οικονομία της Ελλάδας. Κατάφεραν, όμως, σύντομα να ανακάμψουν – κι αν δεν ήταν η διετία της πανδημίας, ίσως ήδη να βρίσκονταν σε καλύτερο επίπεδο από εκείνο προ της κρίσης. Τώρα, όμως, ουδείς μπορεί να γνωρίζει με ασφάλεια τι θα αποκαλυφθεί όταν αρθούν τα μέτρα προστασίας των δανειοληπτών.

Βασικό χαρακτηριστικό της κυπριακής τραπεζικής αγοράς είναι η μεγάλη συγκέντρωση. Τράπεζα Κύπρου και Ελληνική κατέχουν αθροιστικά πάνω από το 70% των καταθέσεων και των χορηγήσεων. Το υπόλοιπο είναι κατακερματισμένο μεταξύ πολλών μικρών τραπεζών, χωρίς ιδιαίτερο συστημικό ρόλο.Κύπρου και Ελληνική αντιμετώπισαν διαφορετικές προκλήσεις και πέρασαν δύσκολα χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων, με την καθοδήγηση των κυπριακών εποπτικών αρχών και της ΕΚΤ, μπόρεσαν σταδιακά να αναδιοργανωθούν. Πλέον είναι σαφές ότι έχουν κάνει μεγάλα βήματα προς την απομόχλευση του ισολογισμού τους και την εξυγίανσή τους.

 

Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια

Οι κυπριακές τράπεζες κατόρθωσαν να μειώσουν σημαντικά τα Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια (ΜΕΔ), σε βαθμό που αυτά σύντομα θα φθάσουν σε απόλυτα ανεκτά επίπεδα, ενώ ο δείκτης ΜΕΔ της Τράπεζας Κύπρου βρισκόταν στο 63% το 2014 και της Ελληνικής ξεπερνούσε το 60% τον Σεπτέμβριο του 2015. Από τον Δεκέμβριο του 2014 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2020 τα ΜΕΔ μειώθηκαν κατά 23,3 δισ. ευρώ. Ειδικά το 2020 η υποχώρηση υπήρξε ραγδαία, με τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στο 17,7%, από 27,9% το δ΄ τρίμηνο του 2019. Πλην όμως, καθαρή εικόνα για το 2021 και τη συνέχεια δεν υπάρχει εξαιτίας των μέτρων προστασίας από τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας.Μολονότι τα πρώτα μέτρα αναστολής πληρωμών έληξαν στο τέλος του 2020, η αβεβαιότητα για τις μελλοντικές εξελίξεις συνεχίζεται.

Στους ισολογισμούς δεν έχουν ακόμα καταγραφεί οι ενδεχόμενες επιδράσεις από την πλήρη απόσυρση των μέτρων δημοσιονομικής στήριξης, οπότε η εικόνα που περιγράφεται ενδέχεται να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.Επιπροσθέτως, η Κύπρος έκανε τη μεγαλύτερη χρήση «παγώματος δανείων» στην ΕΕ, θέτοντας εξαιρετικά χαλαρά κριτήρια. Στο τέλος του 2020 οι συμφωνίες για «πάγωμα δανείων» αφορούν περίπου το 54% των ακαθάριστων δανείων προς νοικοκυριά και μη χρηματοπιστωτικές εταιρείες. Ακολούθησε ένα δεύτερο πρόγραμμα, έως τα τέλη Ιουνίου 2021, στο οποίο όμως μπορούσαν να λάβουν μέρος μόνο δανειολήπτες που δεν συμμετείχαν στο πρώτο πρόγραμμα.

 

Προς αναδιαρθρώσεις…

Σε πρόσφατη έκθεσή της η ΕΚΤ προειδοποιούσε: «Οι κυπριακές τράπεζες πρέπει να προετοιμαστούν για τον αντίκτυπο της πανδημίας στους ισολογισμούς τους και να κάνουν τον σχετικό προγραμματισμό με σύνεση».Για τον λόγο αυτό, το τμήμα τραπεζικήςεποπτείας της ΕΚΤ επισημαίνει την ανάγκη να ενισχυθεί η διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου και να αναγνωρίζεται η υποβάθμιση της πιστωτικής ποιότητας και η ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια.

Ως κατάλληλο εργαλείο προκρίνεται η υλοποίηση ορθά σχεδιασμένων αναδιαρθρώσεων, για τις οποίες μπορούν να αξιοποιηθούν τα αποθέματα κεφαλαίου και ρευστότητας ασφαλείας που έχουν πλέον συγκεντρώσει οι κυπριακές τράπεζες.Προκειμένου μάλιστα να διευκολύνει, η ΕΚΤ δεσμεύεται να μην υποχρεώσειτις τράπεζες να ξεκινήσουν την αναπλήρωση των αποθεμάτων ασφαλείας τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2022.

 

Συνταγή εξυγίανσης

Tα προηγούμενα χρόνια oι κυπριακές τράπεζες κατάφεραν να ενισχύσουν τα εποπτικά τους κεφαλαία καινα αποκτήσουν υψηλή ρευστότητα, αν και προς αυτή την κατεύθυνση δεν συνέβαλε μια σημαντική ανατροπή: Ιστορικά, οι στενές οικονομικές σχέσεις Ρωσίας-Κύπρου σε πεδία όπως ο τουρισμός και το εμπόριο μετουσιώνονταν σε έναν προνομιακό ρόλο για τα ρωσικά κεφάλαια στο κυπριακό τραπεζικό σύστημα. Τα τελευταία χρόνια ο ρόλος αυτός περιορίστηκε, μετά από σειρά αυξήσεων κεφαλαίου, που μείωσαν τα ποσοστά των Ρώσων μετόχων, και μετά από την αυστηροποίηση των διαδικασιών αποδοχής καταθέσεων, ιδίως από τις μεγάλες κυπριακές τράπεζες. Πλέον οι καταθέσεις ιδιωτών και εταιρειών από χώρες της ΕΕ είναι υψηλότερες από τις καταθέσεις ρωσικής προέλευσης.

Οι δύο μεγάλες τράπεζες κατάφεραν επίσης να μειώσουν αισθητά τις δαπάνες, βελτιώνοντας λειτουργικές διαδικασίες. Έδωσαν έμφαση στον ψηφιακό μετασχηματισμό και στην τεχνολογική αναβάθμιση των υπηρεσιών τους, επενδύοντας μεγάλα ποσά στη σχετικήτεχνολογία. Πέτυχαν έτσι να περιορίσουν το εκτενέςδίκτυο υποκαταστημάτων που διατηρούσαν (μειώνοντας σημαντικά το κόστος) και να βελτιώσουν την ποιότητα των διαθέσιμων στοιχείων (επιτρέποντας ακριβέστερη αξιολόγηση του κινδύνου).

Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι το πολύ μέχρι το 2024 οι δύο μεγάλες τράπεζες θα έχουν εξυγιανθεί τελείως, αποκτώντας διατηρήσιμη κερδοφορία. Πρώτα δείγματα αναγνώρισης της σημαντικής προόδου είναι η ανοδική πορεία των μετοχών τους, η αύξηση του αριθμού και της ποιότητας των επενδυτών στις μετοχές τους, η αύξηση του αριθμού των τραπεζών στο εξωτερικό που δέχονται να γίνουν ανταποκρίτριες τράπεζές τους, καθώς και η εξαιρετικά βελτιωμένη αξιολόγησή τους από διεθνείς οίκους στον τομέα του ξεπλύματος χρήματος, τομέα που ήταν για χρόνια η αχίλλειος πτέρνα της χώρας ολόκληρης.

Σε αυτή την αναβαθμισμένη εικόνα των κυπριακών τραπεζών έχει παίξει σημαντικό ρόλο και η ανθεκτικότητα της οικονομίας κατά τη δύσκολη δεκαετία που προηγήθηκε. Κάτι που επαναλήφθηκε και στη διετία του κορονοϊού, με τα χαρτοφυλάκια των κυπριακών τραπεζών να επηρεάζονται ελάχιστα, χάρη και στη νέα νοοτροπία διαχείρισης των χορηγήσεων. Ηπρο δεκαετίας κρίση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος έδωσε την ευκαιρία στην ΕΚΤνα επιβάλει ομοιόμορφα κριτήρια λειτουργίας σε όλες τις τράπεζες που εποπτεύει, προκειμένου να διευκολυνθεί η σύσταση και λειτουργία ενός πανευρωπαϊκού συστήματος εγγύησης καταθέσεων. Η τραπεζική κρίση της Κύπρου το 2013 επέβαλε και επιτάχυνε αυτή τη διαδικασία σύγκλισης προς έναν πανευρωπαϊκό τρόπο λειτουργίας και στις κυπριακές τράπεζες. Σήμερα αρχίζουν και φαίνονται τα θετικά αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας.

 

Η σχέση με την Ελλάδα

Οι κυπριακές τράπεζες δεν έχουν πλέον παρουσία στην αγορά της Ελλάδας. Μετά την προ δεκαετίας κρίση, η διαδικασία αναδιάρθρωσης του πληγέντος κυπριακού τραπεζικού συστήματος περιέλαβε την απορρόφηση των θυγατρικών των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα από ελληνικές τράπεζες, με διαδικασίες express.

Από την άλλη πλευρά, οι θυγατρικές των ελληνικών τραπεζών στην Κύπρο δεν άλλαξαν την παλιά τους πορεία,με εξαίρεση εκείνη της τράπεζας Πειραιώς, που προ 5ετίας πουλήθηκε σε μετόχους λιβανέζικων συμφερόντων(Holding M. Sehnaoui SAL) έναντι τιμήματος 3,2 εκατ.ευρώ. Σήμερα, λίγο ως πολύ, η καθεμίαδιατηρεί μια σχετικά μικρή παρουσία και προσπαθεί να διαχειριστείτα κόκκινα δάνειά της, χωρίς ιστορικά να έχουν επιτύχει κερδοφορία άξια αναφοράς ή να έχουν αποκτήσει σημαντικό μερίδιο της κυπριακής αγοράς.

Την εικόνα αυτή ήρθε να ανατρέψει τον Ιούλιο η Eurobank, αποκτώντας μειοψηφικό πακέτο μετοχών (12,6%) στην Ελληνική Τράπεζα.Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν, όμως, ότι θα είναι δύσκολο να αυξήσει περαιτέρω τη θέση αυτή, δεδομένου ότι οι υπόλοιποι μεγαλομέτοχοι διαφωνούν ως προς τη στρατηγική που θα πρέπει να ακολουθηθεί.

Συνολικά στον κλάδο ίσως δικαιολογούνται οι συγχωνεύσεις από καθαρά λογιστική σκοπιά. Πλην όμως, τα λειτουργικά προβλήματα που θα κληρονομηθούν εκτιμάται ότι θα είναι πολύ μεγαλύτερα. Στη φάση όπου βρίσκονται οι τράπεζες της Ελλάδας και της Κύπρου είναι δύσκολο να δικαιολογήσει κανείς εξαγορές και συγχωνεύσεις μεταξύ τους, αφού όλες ακόμα στοχεύουν στην περαιτέρω απομόχλευση του ισολογισμού τους, στον εξορθολογισμό του κόστους και στη συσσώρευση περισσότερων (και πιο ποιοτικών) εποπτικών κεφαλαίων για να ξεπερνούν άνετα τα διάφοραstresstests με τα οποία συνεχώς αξιολογούνται. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει έμπειρο τραπεζικό στέλεχος: «Ακόμα δεν τις παίρνει».