Οικονομική Επιθεώρηση, Νοέμβριος 2021, τ.1012

ΕΛΛΆΔΑ 1821 – 2021 • ΚΎΠΡΟΣ του δρα Λουκά Γλύπτη*

 

Χαρτογράφηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Κύπρο: Τάσεις, προκλήσεις και προοπτικές

 

Η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Κύπρο έχει γνωρίσει εντυπωσιακή ανάπτυξη τα τελευταία δέκα χρόνια, σημειώνοντας ετησίως 50% αύξηση στη συνεισφορά της στην οικονομία της Μεγαλονήσου. Συνάμα, αποτελεί διακηρυγμένη πολιτική προτεραιότητα των πρόσφατων διακυβερνήσεων της νήσου η ανάδειξη της Κύπρου σε διεθνές περιφερειακό κέντρο ανώτατης εκπαίδευσης. Υπολογίζεται ότι η ετήσια συμβολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην κυπριακή οικονομία ανέρχεται στο 1δισ. ευρώ και στις 9.500 θέσεις εργασίας.

Χαρακτηριστικό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Κύπρο, το οποίο και τη διαφοροποιεί από αυτήν της Ελλάδας, είναι ότι αποτελείται τόσο από δημόσια όσο και από ιδιωτικά πανεπιστήμια, τα οποία χαίρουν ισότιμου καθεστώτος με τα πρώτα (ήδη από το 2007, με σχετική νομοθετική ρύθμιση) όσον αφορά τόσο την αναγνώριση των τίτλων σπουδών των αποφοίτων τους όσο και τα επαγγελματικά δικαιώματά τους. Σήμερα στην Κύπρο λειτουργούν 3 δημόσια και 7 ιδιωτικά πανεπιστήμια, ενώ επιπρόσθετα υπάρχουν 5 δημόσιες σχολές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και 43 ιδιωτικές. Ταυτόχρονα, αξίζει να σημειωθεί ότι ο αριθμός των φοιτητών στην Κύπρο σημείωσε αύξηση 62% μεταξύ των ετών 2013 και 2020. Συγκεκριμένα, από 32.824 φοιτητές το ακαδημαϊκό έτος 2013-14, στην τριτοβάθμια εκπαίδευση φοιτούσαν 53.262 φοιτητές το 2019-20, αριθμός που αντιστοιχεί σε περίπου 7% του πληθυσμού της Κύπρου. Όπως φαίνεται στο Γράφημα 1, στα προγράμματα σπουδών ενός μέχρι τριών ετών των σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης φοιτούσαν 5.421 άτομα, στα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών των πανεπιστημίων φοιτούσαν 19.271 άτομα, ενώ στα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών των σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης φοιτούσαν 7.213 άτομα. Στα προγράμματα μεταπτυχιακού επιπέδου των πανεπιστημίων φοιτούσαν 18.470 άτομα, ενώ στα μεταπτυχιακά προγράμματα των σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης φοιτούσαν 1.338 άτομα. Τέλος, στα προγράμματα διδακτορικού επιπέδου των πανεπιστημίων φοιτούσαν 1.462 άτομα.

Διεθνές ενδιαφέρον

Σημειωτέον ότι τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Κύπρου αποτελούν ελκυστική επιλογή για φοιτητές από το εξωτερικό. Ενδεικτικά, από το σύνολο των 53.262 φοιτητών/τριών που σπούδαζαν το 2019-20 στα ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Κύπρου, 22.949 ήταν Κύπριοι πολίτες (ποσοστό 43,08%), 18.863 ήταν πολίτες άλλων ευρωπαϊκών χωρών (35,42%), ενώ 11.450 ήταν πολίτες τρίτων χωρών (21,5%). Ταυτόχρονα, παρατηρείται σταθερή αύξηση του αριθμού των εξ Ελλάδος φοιτητών, οι οποίοι επιλέγουν την Κύπρο για τις σπουδές τους. Όσον αφορά τους Ελλαδίτες φοιτητές, αξίζει να αναφερθεί πως, σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας Κύπρου, την περίοδο 2019-2020 από το σύνολο των 24.204 μη Κυπρίων φοιτητών οι 15.019 ήταν φοιτητές από την Ελλάδα, εκ των οποίων οι 9.957 ήταν γυναίκες.

Η βιβλιοθήκη – Κέντρο Πληροφόρησης «Στέλιος Ιωάννου», στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, κόστισε 33 εκατ. ευρώ και
φέρει την υπογραφή του Γάλλου αρχιτέκτονα Ζαν Νουβέλ.

Πλεονεκτήματα

Η ανταγωνιστικότητα της κυπριακής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης οφείλεται σε μια σειρά πλεονεκτημάτων που συνδυάζει η Κύπρος. Γεωγραφικά και πολιτικά, η Κύπρος, μέλος της ΕΕ, της ΟΝΕ και της Κοινοπολιτείας (ιδιότητα δυνητικά σημαντική στη μετά Brexit εποχή) στο νοτιοανατολικό άκρο της Ένωσης, θεωρείται ένας ασφαλής προορισμός με καλό κλίμα, μικρές αποστάσεις, αλλά και εύκολα προσβάσιμος από τις MENA χώρες. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, για τους Ελλαδίτες φοιτητές η Κύπρος αποτελεί τον πλέον γνώριμο, φιλόξενο και ασφαλή προορισμό εκτός Ελλάδος. Συγκεκριμένα όμως για την ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευσή της, η Κύπρος προσφέρει υψηλού επιπέδου αναγνωρισμένα αγγλόφωνα και ελληνόφωνα προγράμματα σπουδών (συχνά σε συνεργασία με εγνωσμένης φήμης ακαδημαϊκά ιδρύματα, της Ευρώπης, της Μ. Βρετανίας, των ΗΠΑ και της Ελλάδος), άρτια και διεθνώς καταρτισμένα μέλη ΔΕΠ, ποιοτικές υπηρεσίες φοιτητικής μέριμνας, αλλά και σύγχρονες διδακτικές, ερευνητικές, αθλητικές και οικιστικές εγκαταστάσεις. Επιπλέον, η κυπριακή ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση διέπεται από ένα αξιόπιστο και διαφανές ρυθμιστικό πλαίσιο διασφάλισης ακαδημαϊκής ποιότητας. Με τη θέσπιση του Φορέα Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας Ανώτερης Εκπαίδευσης (ΔΙΠΑΕ), ο οποίος συμμορφώνεται με τα πρότυπα του Ευρωπαϊκού Φορέα Πιστοποίησης (ENQA), διασφαλίζεται η ακαδημαϊκή ποιότητα και άρα φερεγγυότητα των ιδρυμάτων και των προγραμμάτων σπουδών τους. Ενδεικτικά, από το 2015, ο Φορέας ΔΙΠΑΕ έχει αξιολογήσει και πιστοποιήσει 502 προγράμματα σπουδών σε δημόσια και ιδιωτικά πανεπιστήμια και άλλα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Από αυτά, 238 είναι πανεπιστημιακά προγράμματα σπουδών.

Η λειτουργία δημόσιων και ιδιωτικών πανεπιστημίων που προσφέρουν μεγάλο αριθμό αξιολογημένων και εγκεκριμένων προγραμμάτων σπουδών συμβάλλει στην προσπάθεια για αναγνώριση της Κύπρου ως διεθνούς περιφερειακού κέντρου εκπαίδευσης, καθώς επίσης και στην οικονομική και επιστημονική ανάπτυξη της Μεγαλονήσου. Το γεγονός ότι πολλά προγράμματα σπουδών (προπτυχιακά, μεταπτυχιακά και διδακτορικά) προσφέρονται στην αγγλική γλώσσα, καθώς επίσης και η υπογραφή συμφωνιών για αμοιβαία αναγνώριση τίτλων σπουδών μεταξύ της κυπριακής κυβέρνησης και χωρών όπως είναι η Ρωσία και η Κίνα, συμβάλλουν στην προσπάθεια για προσέλκυση φοιτητών από το εξωτερικό. Συνακόλουθα, η αυξανόμενη παρουσία των κυπριακών πανεπιστημίων στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση αυξάνει την προσβασιμότητά τους στην αγορά των εξ αποστάσεως σπουδών, η οποία σύμφωνα με μελέτη του έγκριτου ελεγκτικού οίκου Ernst & Young το 2016-17 εκτιμάται ότι είχε μέγεθος 1-4 δισ. ευρώ.

Προκλήσεις

Μέσα σε αυτό το ευνοϊκό αλλά και αυξανόμενα ανταγωνιστικό περιβάλλον, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η κυπριακή ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση είναι σημαντικές, αλλά δείχνουν και τον δρόμο προς την περαιτέρω ανάπτυξή της. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν η ανάγκη για την αύξηση της διεθνούς της αναγνωρισιμότητάς της μέσω της συμβολής της στην έρευνα και την προσέλκυση κονδυλίων έρευνας. Βελτίωση στις ερευνητικές επιδόσεις των πανεπιστημίων θα σημάνει την κατάταξη ή την ανταγωνιστικότερη κατάταξή τους σε διεθνείς λίστες ερευνητικής αξιολόγησης, η οποία θα συμβάλει με τη σειρά της στη βελτίωση της αναγνωρισιμότητάς τους ως πρότυπων κέντρων έρευνας. Αλληλένδετη, αλλά και πρόσθετη στην ανάγκη για ερευνητική αριστεία και αναγνώριση, είναι και η προσήλωση προς μια φιλόδοξη στρατηγική πιστοποίησης των πανεπιστημίων από έγκριτους διεθνούς φορείς ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση (π.χ. EFMD, AACSB, AMBA). Επίσης, απαραίτητη είναι η υιοθέτηση μιας αναθεωρημένης στρατηγικής για την έξυπνη, στοχευμένη και υπό δικλείδες ασφαλείας απλοποίηση των διαδικασιών εκχώρησης φοιτητικής βίζας σε φοιτητές εκτός ΕΕ, αλλά και η δυνατότητα αυτών να έχουν πρόσβαση σε ευκαιρίες εργοδότησης στο αντικείμενο σπουδών τους. Η πρόσβαση φοιτητών εκτός ΕΕ σε ευκαιρίες εργοδότησης σήμερα στην Κύπρο αποτελεί τροχοπέδη για την περαιτέρω διεθνοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσής της. Ωστόσο, η πρόσβαση σε ευκαιρίες εργοδότησης αποτελεί αναγκαιότητα άρρηκτα συνδεδεμένη με τις προδιαγραφές ενός σύγχρονου προγράμματος σπουδών, το οποίο συχνά συμπεριλαμβάνει την επιλογή ή, και πιο δεσμευτικά, την υποχρέωση διενέργειας πρακτικής άσκησης. Τέλος, η κρατική συνεισφορά στην περαιτέρω διεθνοποίηση της ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης της Κυπριακής Δημοκρατίας απαιτεί την ενίσχυση των πρωτοβουλιών για ανταλλαγές φοιτητών και διδασκόντων με χώρες εκτός ΕΕ, αλλά και η αναζήτηση νέων διακρατικών συμφωνιών αναγνώρισης πανεπιστημίων και προγραμμάτων σπουδών.

* Ο Δρ Λουκάς Γλύπτης είναι αναπληρωτής καθηγητής Λογιστικής και κοσμήτορας της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο UCLan Cyprus.