Η ελληνική ομογένεια σε Ρουμανία και Αυστρία

 

Οικονομική Επιθεώρηση, Μάρτιος 2022, τ.1016, ΔΙΑΣΠΟΡΑ

του Γιώργου Βαϊλάκη

Αν και σήμερα ακούγεται κάπως παράδοξο, για περισσότερο από έναν αιώνα οι Έλληνες κατείχαν τα σκήπτρα των ποτάμιων μεταφορών στα Βαλκάνια, έχοντας δημιουργήσει μια παράδοση κυρίως στον Δούναβη ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα. Άλλωστε, η έντονη ιστορικά ελληνική παρουσία στην Αυστρία και στη Ρουμανία εξηγεί αυτή τη δραστηριότητα στον δεύτερο μεγαλύτερο ποταμό της Ευρώπης, ένα υδάτινο μονοπάτι διευρωπαϊκής εμβέλειας (Μέλανας Δρυμός-Μαύρη Θάλασσα).

Ο ελληνισμός στη Ρουμανία

Οι Έλληνες αποτελούν μια ιστορική μειονοτική ομάδα στη Ρουμανία. Αλλά κατά καιρούς, όπως και στην εποχή των Φαναριωτών, αυτή η παρουσία έφτασε να ισοδυναμεί με ηγεμονία. Σε άλλες εποχές (συμπεριλαμβανομένης της σημερινής), οι Έλληνες είναι απλώς μία από τις πολλές μειονότητες στη Ρουμανία.

Πάντως, η ελληνική κοινότητα στη Ρουμανία συνεχίζει να αποτελεί μια δυναμική ομάδα – αυτό εξηγεί η Αικατερίνη Σοφιανού, πρόεδρος του ομίλου εταιρειών SofMedica, μιας εταιρείας παροχής τεχνολογιών και υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, με μεγάλα κεντρικά γραφεία στην Αθήνα και στο Βουκουρέστι. 

«Θα χαρακτήριζα την ελληνική διασπορά στη Ρουμανία σήμερα ως ποικίλη, δυναμική και ισχυρή. Ιστορικά, αποτελείται από τρεις διαφορετικές κατηγορίες, οι οποίες διαμορφώθηκαν η κάθε μία σε άλλη εποχή. Συγκεκριμένα πρόκειται για τους άλλοτε πλούσιους και πολύ μορφωμένους Έλληνες του Μεσοπολέμου, για τους πρόσφυγες του Εμφυλίου και για τους Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στη χώρα ως επενδυτές μετά την πτώση του καθεστώτος Τσαουσέσκου το 1989. Ενώ με την πάροδο του χρόνου οι πρώτες δύο κατηγορίες συρρικνώθηκαν και εν μέρει αφομοιώθηκαν από τον ρουμανικό πληθυσμό, κυρίως λόγω των αντίξοων συνθηκών επί κομμουνισμού, η τρίτη ενισχύεται συνεχώς και σήμερα μεγαλουργεί. Και θα επεσήμανα ότι κατά την τελευταία εικοσαετία σημείωσε αρκετά επιτεύγματα όχι μόνο στον οικονομικό αλλά και στον πολιτιστικό τομέα, ανανεώνοντας έτσι τη λαμπρή παράδοση του ελληνισμού στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες».

Η Ελλάδα κατέχει την έβδομη θέση ανάμεσα στους ξένους επενδυτές στη Ρουμανία

Επιπλέον, η Αικ. Σοφιανού αναφέρει ότι «η Ελλάδα κατέχει την έβδομη θέση ανάμεσα στους ξένους επενδυτές στη Ρουμανία, με πολύ ισχυρή παρουσία σε τομείς όπως η παραγωγή τροφίμων και ποτών, το χονδρεμπόριο-λιανεμπόριο και τα δίκτυα διανομής, η παραγωγή προϊόντων από σιδηρούχα και μη σιδηρούχα μέταλλα, η πληροφορική και η παραγωγή λογισμικού και προϊόντων για ασφάλεια συναλλαγών, η παροχή υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις και συμβούλων, η κτηματαγορά και οι κατασκευές/επισκευές κτηρίων. Ταυτόχρονα, και οι ποικίλες εξαγωγές προς τη Ρουμανία (φρούτα και λαχανικά, οπτάνθρακας (κοκ) από πετρέλαιο, ορυκτά ή χημικά λιπάσματα, διάφορα προϊόντα από μέταλλα, πολυμερή του στυρολίου και του αιθυλενίου, οργανικές ουσίες επιφανειακής δράσης, μηχανές επεξεργασίας δεδομένων) αυξήθηκαν αισθητά τα τελευταία χρόνια, ξεπερνώντας το 2020 το 1,1 δισ. ευρώ. Και πιστεύω ότι υπάρχουν λαμπρές προοπτικές για περαιτέρω ανάπτυξη των διμερών οικονομικών σχέσεων, δεδομένου ότι το κλίμα που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες επενδυτές στη Ρουμανία είναι πολύ φιλικό, η εγχώρια νομοθεσία βελτιώνεται συνεχώς, η καταπολέμηση της διαφθοράς σημείωσε εξαιρετική πρόοδο».

Όσο για την προσωπική της εμπειρία ως Ελληνίδας που δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στη Ρουμανία, είναι απολύτως κατατοπιστική όσον αφορά τις δυσχέρειες της εποχής που ακολούθησε την πτώση του Τσαουσέσκου:

Η βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου, στην Πλατεία της Επανάστασης

«Ξέρετε, είχα το θάρρος να ανέβω στη Ρουμανία το 1988 και συνάντησα εκεί χρυσούς ανθρώπους οι οποίοι υπέφεραν παντοειδείς στερήσεις από ένα ετοιμόρροπο απολυταρχικό καθεστώς. Θεώρησα τότε ηθικό μου χρέος να συμβάλω στη βελτίωση της ζωής τους και γι’ αυτό αποφάσισα να εισάγω τα φάρμακα και τα ιατρικά μηχανήματα τα οποία η χώρα είχε τόση ανάγκη. Από τότε όμως πέρασε περισσότερο από μία τριακονταετία κατά την οποία είχα τη χαρά να παρακολουθώ ιδίοις όμμασι την απίστευτη πρόοδο της Ρουμανίας, την οποία αποκαλώ υπερήφανα πατρίδα της ψυχής μου. Και εν κατακλείδι να σας πω ότι θεωρούμαι επίσης τυχερή, επειδή χάρη στην επιτυχία της οικονομικής μου δραστηριότητας είχα τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσω πολυάριθμα ανθρωπιστικά και πολιτιστικά σχέδια – μεταξύ άλλων, εκπόνηση ερευνών για τον ελληνισμό της Ρουμανίας, επιστημονικά συνέδρια και διαλέξεις, εκδόσεις βιβλίων, ανακαίνιση μουσείων και διοργάνωση εκθέσεων».

Ο Λουκάς Βεργόπουλος

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσωπική μαρτυρία του Λουκά Βεργόπουλου, που αναφέρεται στην τωρινή κατάσταση των Ελλήνων της Ρουμανίας εξηγώντας τι σημαίνει σήμερα για έναν Έλληνα να ζει και να δουλεύει εκεί: «Ήρθα στη Ρουμανία πριν από επτά χρόνια, αλλά ερχόμουν και πιο πριν για να συναντήσω την τότε κοπέλα μου, που είναι τώρα η γυναίκα μου. Η εταιρεία στην οποία δούλευα στην Ελλάδα μού έδωσε την ευκαιρία να έρθω να δουλέψω εδώ. Υπάρχει ένα φόρουμ Ελλήνων που ζουν στη Ρουμανία που κάνουν συναντήσεις, εκδηλώσεις και γιορτές, αλλά δεν μπήκα σε αυτό, όπως υπάρχει και ένα ελληνικό σχολείο στο Βουκουρέστι που είναι υπό την αιγίδα του Υπουργείου Παιδείας – η ύλη και οι καθηγητές που έρχονται να διδάξουν ορίζονται από αυτό. Πληρώνουν οι Έλληνες για να είναι τα παιδιά τους σε αυτό και να διδάσκονται τα μαθήματα στα ελληνικά· είναι ένα κανονικό ελληνικό σχολείο. Επειδή η γυναίκα μου είναι Ρουμάνα, ήθελα η κόρη μας να πάει σε ρουμανικό σχολείο και να ενσωματωθεί καλά στη ρουμανική κοινωνία. Οι Έλληνες που έρχονται εδώ για δουλειά πηγαίνουν τα παιδιά τους σε αυτό το σχολείο για να κρατήσουν την επαφή με την ελληνική παιδεία. Έχω γνωρίσει πάρα πολλούς Έλληνες και έχω κατανοήσει πώς λειτουργεί το ελληνικό στοιχείο εδώ. Υπάρχουν πολλών ειδών Έλληνες στη Ρουμανία. Υπάρχουν άνθρωποι που φύγανε στον Εμφύλιο ή και πιο πριν και είναι εδώ δεύτερη ή τρίτη γενιά. Και υπάρχουν και πολλοί καινούργιοι Έλληνες, που ήρθαν τη δεκαετία του 1990 στα χρόνια της ανάπτυξης με τις επιχειρήσεις τους. Στη Ρουμανία δραστηριοποιήθηκαν τότε πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, όπως η Τράπεζα Πειραιώς ή η αλυσίδα καταστημάτων Γρηγόρης, που πολλές από αυτές φύγανε μετά το 2009 και την ελληνική οικονομική κρίση. Αλλά παραμένουν εδώ πολλοί Έλληνες».

Η ρουμάνικη κοινωνία είναι πολύ φιλική προς τους Έλληνες

Σε κάθε περίπτωση, εξηγεί ο Λ. Βεργόπουλος, «η ρουμάνικη κοινωνία είναι πολύ φιλική προς εμάς. Από την αρχή ένιωσα την αγάπη των Ρουμάνων για την Ελλάδα. Ο μέσος Ρουμάνος πηγαίνει στην Ελλάδα διακοπές ή ονειρεύεται ότι θα πάει. Σε ένα μαγαζί ή σε ένα μπαρ στο Βουκουρέστι θα ακούσεις πολλά ελληνικά τραγούδια που τα γνωρίζουν και συχνά τα τραγουδάνε και ας μην ξέρουν τι σημαίνουν. Οι Ρουμάνοι φίλοι ξέρουν ένα σωρό πράγματα για την ελληνική μυθολογία και μου τα λένε με λεπτομέρειες που εγώ δεν τις θυμάμαι από το σχολείο. Είχανε και έχουν ακόμα μεγάλη διαφθορά, την οποία την έχουν πολεμήσει πολύ. Τώρα, σχετικά με τους Έλληνες της Ρουμανίας, οικονομικά βρίσκονται σε ανώτερο επίπεδο. Οι περισσότεροι Έλληνες φίλοι μου μένουν σε περιοχές καλές, που είναι πιο ακριβές και ασφαλείς, έχουν ένα εισόδημα αρκετά πάνω από τον μέσο όρο και βγάζουν καλά λεφτά. Οι περισσότεροι Έλληνες που ήρθαν εδώ τα τελευταία χρόνια εκμεταλλεύτηκαν πολύ μεγάλες ευκαιρίες. Για παράδειγμα, στις αρχές του 2000 ένας φίλος μου αγόρασε γη έναντι 100.000 ευρώ, την οποία έπειτα από χρόνια πούλησε έναντι 1.000.000. Αλλά οι Έλληνες από πιο παλιές γενιές είναι πια ενσωματωμένοι μέσα στην κοινωνία. Γενικότερα, η ενσωμάτωση στη ρουμάνικη κοινωνία είναι εύκολη για τους Έλληνες».

Ο ελληνισμός στην Αυστρία

Η εγκατάσταση του ελληνικού στοιχείου στην Αυστρία και ειδικά στη Βιέννη παρατηρείται στα τέλη του 17ου και ιδίως στις αρχές του 18ου αιώνα. Ήταν η εποχή που η Βιέννη εξελισσόταν σε αξιόλογο εμπορικό κέντρο, καθώς η επίκαιρη θέση της μεταξύ της Κεντρικής Ευρώπης και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ο Δούναβης που κυλούσε δίπλα της προσκόμιζαν σημαντικά οφέλη για τους Έλληνες εμπόρους της εποχής. Τα ονόματα των οικογενειών Σίνα, Υψηλάντη, Δούμπα, Οικονόμου, Χρηστομάνου κ.ά. έμειναν στην ιστορία της πόλης της Βιέννης ως ονόματα χορηγών, ευεργετών και υποστηρικτών της πνευματικής και καλλιτεχνικής παραγωγής.

Το Μέγαρο Μουσικής της Βιέννης εγκαινιάστηκε στις 6 Ιανουαρίου 1870, με σημαντικό χορηγό τον Έλληνα έμπορο Νικόλαο Δούμπα. Τα ονόματα των οικογενειών Σίνα, Υψηλάντη, Δούμπα, Οικονόμου, Χρηστομάνου έμειναν στην ιστορία της πόλης

Στην Αυστρία δραστηριοποιούνται επιτυχώς πολλοί Έλληνες επιχειρηματίες, κυρίως στον τομέα της εστίασης αλλά και του εμπορίου. Η Coca Cola HBC διαθέτει τρεις θυγατρικές (διανομή ποτών, ανακύκλωση και παραγωγή υλικών συσκευασίας). Σημαντικές παρουσίες είναι επίσης της Inform Lykos με την Austria Card AG, της Ηelm Hellas ΑΒΕΕ με τη NIKO, η Coco Mat Austria.

Για τη σημασία του ελληνικού στοιχείου της Αυστρίας (άλλοτε και τώρα) μιλά ο Georg Gstrein, πρόεδρος του Hephaestus-Wien Österreichisch-Griechisch Integrationsverein (ενός ιστότοπου ελληνοαυστριακών ειδήσεων):

Η ιστορία του ελληνισμού στη Βιέννη

«Η ιστορία του ελληνισμού στην Αυστρία είναι μακρά και περήφανη. Αυτό είναι εμφανές σε όποιον δει την ελληνορθόδοξη μητρόπολη, που βρίσκεται στην Griechengasse (η «Οδός Ελλήνων» στο πρώτο διαμέρισμα της Βιέννης), εντυπωσιακό μείγμα βυζαντινής αρχιτεκτονικής και βιεννέζικης αστικής λογικής. Οι εμπορικοί δεσμοί μεταξύ Βιέννης και Βυζαντίου, υπό ελληνική καθοδήγηση, ανάγονται στον 11ο αιώνα μ.Χ. Από τότε, οι παρουσία Ελλήνων θεωρείται σταθερή και συνεχής.»

«Σήμερα, η καταμέτρηση της ελληνικής μειονότητας παραμένει θέμα κάποιας πολεμικής: οι επίσημες πηγές μιλούν για 7.824 Έλληνες στην Αυστρία το 2021… Μια αύξηση 374% από το 2001. Οι περισσότεροι νέοι, διπλωματούχοι, επαγγελματίες που έφυγαν στα χρόνια της κρίσης. Ωστόσο, η στατιστική αυτή υποβαθμίζει κατά πολύ τα πράγματα, καθώς μετρά μόνο άτομα που έχουν γεννηθεί σε ελληνικό έδαφος, αφού οι νόμοι των δύο κρατών δεν έχουν εναρμονιστεί. Οι Έλληνες που έχουν γεννηθεί εκτός Ελλάδας δεν υπολογίζονται. Έτσι, παιδιά που γεννήθηκαν από Έλληνες στην Αυστρία ή από μεικτούς γάμους σε άλλες χώρες δεν έχουν μετρηθεί. Οι εκτιμήσεις της Ελληνικής Ιεράς Μητρόπολης στην Βιέννη έκαναν λόγο για 18.000 ενορίτες πριν από λίγα χρόνια.

Η σημασία αυτής της μειονότητας γίνεται καλύτερα κατανοητή αν μιλήσουμε για τους φορείς της: εκτός από την προαναφερόμενη Μητρόπολη και το σχολείο, η ελληνική κοινότητα της Αυστρίας διαθέτει περίπου 22 πολιτιστικούς οργανισμούς σε διάφορες πόλεις, οι οποίοι διοργανώνουν πολυάριθμες εκδηλώσεις κάθε χρόνο. Ηθοποιοί, δικηγόροι, επιστήμονες και γιατροί είναι εξέχοντα μέλη της κοινότητας και καλά ενσωματωμένοι στη δημόσια ζωή της Αυστρίας: μάλιστα, το αεροδρόμιο Schwechat της Βιέννης σχεδιάστηκε από τον μηχανικό Κώστα Φίζογλου, που είναι επίσης ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ελληνικών Συλλόγων Αυστρίας.»

Ιστότοπος ελληνοαυστριακών ειδήσεων

«Το έτος 2015 ξεκίνησε το Hephaestus Wien, ένας ιστότοπος ελληνοαυστριακών ειδήσεων – αυτό φάνηκε να απηχεί μια μεγάλη ανάγκη για ενημέρωση, γι’ αυτό και επεκταθήκαμε γρήγορα. Μας διαβάζουν τώρα σε 165 χώρες, και έχουμε το πρώτο ελληνόφωνο πρόγραμμα στο αυστριακό ραδιόφωνο, Orange 94 FM. Ιδρύσαμε στη συνέχεια τον σύλλογο Hephaestus-Wien Österreichisch-Griechisch Integrationsverein. Απολαμβάνουμε μεγάλη εκτίμηση από την αυστριακή κοινωνία, στην οποία συμμετέχουμε με ενθουσιασμό. Αν και είναι αλήθεια ότι η αντίληψη του κοινού για όλα τα ελληνικά πράγματα συνδέεται στενά με τα περισσότερα από 100 ελληνικά εστιατόρια που λειτουργούν στην Αυστρία, αυτά και οι περισσότερες από 10 εταιρείες που εισάγουν προϊόντα από την Ελλάδα αναδεικνύουν την υψηλή εκτίμηση του κοινού.

Η Ελλάδα κερδίζει επίσης σταθερά το βραβείο του Αυστριακού Φόρουμ Τουρισμού για τον πιο δημοφιλή προορισμό, ενώ οι Αυστριακοί επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα επαναλαμβάνουν σταθερά ότι θεωρούν τη χώρα ως έναν προορισμό υψηλής ποιότητας – αυτά δεν θα ήταν εφικτά αν η εικόνα των Ελλήνων στην Αυστρία ήταν κακή. Ανυπομονούμε να αναπτυχθούμε περισσότερο τα επόμενα χρόνια.»

 


Ο ελληνισμός της Ρουμανίας

Ελληνικές κοινότητες υπήρχαν πολλές στη Ρουμανία, με τον πρώτο αποικισμό να αναφέρεται ήδη τον 7ο αι. π.Χ. Η πόλη Ίστρος (ο) ή Ιστρία ήταν ελληνική αποικία κοντά στις εκβολές του Δούναβη (γνωστός ως Ίστρος στα αρχαία ελληνικά) στη δυτική ακτή της Μαύρης Θάλασσας.

Ασημένια δραχμή του Ίστρου (π. 480 π.Χ.). Είναι το αρχαιότερο νόμισμα που έχει βρεθεί στη Ρουμανία

Αναφέρεται από τον γεωγράφο Σκύμνο τον Χίο περί το 110 π.Χ., στο έργο του ‘Περιήγησις’. Ο Ευσέβιος Καισαρείας αναφέρει ότι ιδρύθηκε περί την 33η Ολυμπιάδα, ήτοι περί το 657-656 π.Χ. Ήταν ο πρώτος αστικός οικισμός στην ρουμανική επικράτεια, όταν ιδρύθηκε από τους αποίκους της Μιλήτου τον 7ο αιώνα π.Χ. Τα ερείπια της πόλης βρίσκονται κοντά στη σημερινή Ίστρια (Istria) της Ρουμανίας.

Ο Βασίλε Λούπου (1595-1661), γνωστός και ως Βασίλειος ο Αρβανίτης

 

Στα τέλη του 17ου αιώνα οι παραδουνάβιες περιοχές της Βλαχίας και της Μολδαβίας προσέλκυσαν το ενδιαφέρον των Φαναριωτών, οι οποίοι κατόρθωσαν ως τα μέσα του 18ου αιώνα να γίνουν ιδιοκτήτες μεγάλων εκτάσεων γης. Οι Ρουμάνοι ηγεμόνες Βασίλειος Λούπου (1634 – 1653) της Μολδαβίας και Ματθαίος Μπασάραμπ (1632 – 1654) της Βλαχίας, στρέφονται ευνοϊκά προς τους Έλληνες μοναχούς, θεωρώντας ότι αποτελούν αντίρροπο στη σλαβική εκκλησιαστική και πολιτιστική επιρροή των Σέρβων, των Κροατών και κυρίως των Βούλγαρων μοναχών

Ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος

 

Ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος γίνεται ηγεμόνας της Βλαχίας το 1709 κι ένα χρόνο αργότερα της Μολδαβίας. Οι ηγεμόνες έφεραν τον τίτλο του πρίγκιπα, που τον κληροδοτούσαν στους γιους τους

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης

 

 

Η ηγεμονία του Αλέξανδρου Υψηλάντη (1774 – 1782), παππού του ταυτώνυμου αρχηγού της Φιλικής Εταιρίας, θεωρείται η χρυσή εποχή της Βλαχίας

 

Στις 22 Φεβρουαρίου του 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κηρύσσει την έναρξη της Επανάστασης

 

Η Ρουμανία συνδέεται με την Επανάσταση του 1821, η οποία ξεκίνησε στο Ιάσιο πριν την 25η Μαρτίου. Στις 22 Φεβρουαρίου ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, φορώντας τη στολή του Ιερού Λόχου, περνά με την ολιγομελή του συνοδεία τον ποταμό Προύθο, το φυσικό σύνορο μεταξύ της Ρωσίας και των παραδουνάβιων ηγεμονιών της Μολδαβίας και της Βλαχίας. Εισέρχεται σε οθωμανικό έδαφος και κηρύσσει την έναρξη της Επανάστασης. Ακολουθούν μάχες σε πολλές περιοχές,  με πιο σημαντικές την κατάληψη του Βουκουρεστίου και τη μάχη του Δραγατσανίου, η οποία είχε τραγική κατάληξη για την πρώιμη επανάσταση, με τη θυσία των 500 ιερολοχιτών.

Εικόνα από το Βουκουρέστι, τέλη 19ου αιώνα

 

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, οι Έλληνες της Ρουμανίας είχαν στα χέρια τους την Εκκλησία, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στην εδραίωση της ορθοδοξίας και της εκπαίδευσης. Ήταν κυρίως αστοί: ιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι, εκδότες εφημερίδων, έμποροι, βιομήχανοι, τραπεζίτες, γαιοκτήμονες και εφοπλιστές που κυριαρχούσαν στο Δούναβη

Η ελληνική αντιπροσωπεία στο Βουκουρέστι, τον Ιούλιο του 1913, πριν την υπογραφή της Συνθήκης με την οποία έληξε ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος. Στην υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο αντιπροσωπεία συμμετείχε ο υποστράτηγος Αθανάσιος Εξαδάκτυλος και οι διπλωμάτες Γεώργιος Πανάς και Νικόλαος Πολίτης

 

 

 

Το 1913 ο Ελευθέριος Βενιζέλος επισκέπτεται, μαζί με τον πρωθυπουργό της Ρουμανίας, Τ. Ιονέσκου, τις παραδουνάβιες πόλεις. Στη Βράιλα τους υποδέχονται πάνω από 200 ρυμουλκά ελληνικών συμφερόντων κι ο Βενιζέλος δηλώνει: «Ουδέποτε είδα στο λιμάνι του Πειραιά να κυματίζουν τόσες ελληνικές σημαίες!»

 

 

 

 

Στον Δούναβη υπήρχαν πάνω από 330 πλοία και 20 ρυμουλκά που ανήκαν σε Έλληνες. Η απομάκρυνσή τους από τις ποτάμιες μεταφορές ξεκινά μετά τη διεθνή διάσκεψη για τον Δούναβη (Παρίσι, Ιούλιος 1921). Τη δεκαετία του 1930 οι Έλληνες πλοιοκτήτες εγκαταλείπουν οριστικά τη Ρουμανία. Το 1939, στο ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Έλληνες στη Ρουμανία ξεπερνούσαν τους 90.000

Την τελευταία ημέρα του Αυγούστου του 1944 τα σοβιετικά στρατεύματα απελευθέρωσαν το Βουκουρέστι απο΄τους Ναζί

 

 

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η άλλοτε ακμάζουσα ελληνική παροικία υπέστη διωγμούς και η περιουσία της κατασχέθηκε οδηγώντας περίπου 50.000 ομογενείς να εγκαταλείψουν τη χώρα.

 

 

 


Ο ελληνισμός της Αυστρίας

Η παλιότερη εκκλήσία της Βιέννης, Ruprechtskirche, και μέρος από τα πρώτα τείχη, που ορθώθηκαν στα τέλη του 12ου αιώνα

 

Ο ελληνισμός αρχίζει να δίνει το ουσιαστικό παρόν στη Βιέννη το 12ο αιώνα. Πρόκειται για εμπόρους, οι οποίοι από το φόβο των πειρατών, σχημάτιζαν καραβάνια, με τα οποία διέσχιζαν ένα μέρος της Βαλκανικής μέχρι το Βελιγράδι, ανέπλεαν τον Δούναβη μέχρι τη Βουδαπέστη και στη συνέχεια, είτε μέσω του ποταμού είτε μέσω στεριάς κατέληγαν στη Βιέννη. Τους επόμενους αιώνες η παρουσία των Ελλήνων εντείνεται

Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς (26/1/1699) σηματοδοτεί το οριστικό τέλος της παρουσίας των Οθωμανών στην Κεντρική Ευρώπη

 

 

 

Μετά το τέλος του Μεγάλου Τουρκικού Πολέμου (1699) και την υπογραφή της Συνθήκης του Κάρλοβιτς, στις αρχές του 18ου αιώνα δημιουργούνται ευνοϊκές συνθήκες για τις μετακινήσεις και το εμπόριο μεταξύ της Αυστροουγγρικής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα το ελληνικό στοιχείο να εγκατασταθεί για τα καλά στην πόλη

 

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου

 

 

 

Το 1723 χτίζεται ο ναός του Αγίου Γεωργίου, η πρώτη και αρχαιότερη ορθόδοξη εκκλησία της Βιέννης, σε κτίριο που ήταν άλλοτε το σπίτι του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, το οποίο αναμορφώθηκε σε εκκλησία και το εσωτερικό της κοσμήθηκε με τοιχογραφίες του Κωνσταντίνου Παρθένη

 

Η Μαρία Θηρεσία

 

 

Στην εποχή της αυτοκράτειρας Μαρίας Θηρεσίας (1740-1780) οι Έλληνες έμποροι αποκτούν την πρωτοκαθεδρία στο διαμετακομιστικό εμπόριο με την Ανατολή. Το 1767 οι Έλληνες και Βλάχοι της Βιέννης άγγιζαν τους 300. Αρχικά ταξίδευαν οι ίδιοι μεταφέροντας και πουλώντας τα εμπορεύματά τους στην αυστριακή πρωτεύουσα. Σταδιακά, όμως, οι περισσότεροι από αυτούς εγκαταστάθηκαν στη Βιέννη και δημιούργησαν εμπορικές συνεργασίες, όπου συνεταιριζόμενοι μερικοί έμποροι μεταξύ τους αναλάμβαναν κάποιοι την αγορά και άλλοι την προώθηση των εμπορευμάτων συμμετέχοντας από κοινού στα έξοδα και τα έσοδα.

 

Ο Πούλιος και ο Γεώργιος, γιοι του Μάρκου Πούλιου, γνωστοί ως Μαρκίδες Πούλιου

 

Το 1784 ιδρύεται στη Βιέννη η “Εφήμερις” των αδελφών Πούλιου, η πρώτη σύγχρονη εφημερίδα στην ελληνική γλώσσα. Το τυπογραφείο τους επέλεξε ο Ρήγας Φεραίος για να εκδώσει το επαναστατικό του υλικό και να τυπώσει τύπωσε την περίφημη «Χάρτα». Επίσης, στη Βιέννη στρατολόγησε από τους εκεί εγκατεστημένους Έλληνες τους πρώτους συνεργάτες του. Με τη σύσταση της Φιλικής Εταιρείας πολλοί Έλληνες της Βιέννης μυήθηκαν στους κόλπους της και αρκετοί κατατάχθηκαν στον Ιερό Λόχο του Υψηλάντη.

Ο ναός της Αγίας Τριάδας

 

Το 1801 λειτουργεί στη Βιέννη το πρώτο ελληνικό σχολείο και το 1803, μόλις 40 μέτρα από τον ναό του Αγίου Γεωργίου, χτίζεται ο ναός της Αγίας Τριάδας, ο σημερινός μητροπολιτικός ναός της πόλης, ένα από τα ωραιότερα μνημεία της Βιέννης. Το 1814 η ελληνική παροικία αριθμεί 4.000 μέλη

 

 

Ο Νικόλαος Δουμπάς

Από τις αρχές του 19ου  αιώνα Έλληνες ιδρύουν μεγάλους εμπορικούς οίκους με έδρα στη Βιέννη και υποκαταστήματα σε άλλες ευρωπαϊκές και βαλκανικές πόλεις (π.χ. οικογένεια Σίνα). Η οικονομική ευμάρεια των εταιριών δημιουργεί τις πρώτες μεγαλοαστικές οικογένειες του ελληνισμού της Αυστρίας.  Τα ονόματα των οικογενειών Σίνα, Υψηλάντη, Δούμπα, Οικονόμου, Χρηστομάνου κ.α. έμειναν στην ιστορία της πόλης της Βιέννης ως ονόματα χορηγών, ευεργετών και υποστηρικτών της πνευματικής και καλλιτεχνικής παραγωγής


Οικογένεια Σίνα: Στις αρχές του 19ου αιώνα αγοράζει μεγάλες γαιοκτησίες και εξασφαλίζει τίτλους ευγενείας, που θα τις επιτρέψουν να ανέβει στην κοινωνική ιεραρχία της χώρας προσφέροντάς της μια σειρά από οικονομικά προνόμια στην πρωτεύουσα της Αυστροουγγαρίας. Ο Σίμων Γ. Σίνας ξεκινάει την εμπορική του δραστηριότητα, ιδρύοντας μαζί με άλλους Έλληνες εγκαταστημένους στη Βιέννη, μια σειρά από εμπορικούς οίκους. Οι οίκοι αυτοί αναλαμβάνουν εισαγωγές και εξαγωγές προϊόντων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Αυστροουγγαρία. Μαλλιά και βαμβάκια εισάγονται από τη Βόρεια Ελλάδα, ενώ εξάγονται προς την Ανατολική Μεσόγειο υαλικά, υφάσματα και μεταλλουργικά προϊόντα. Επιπλέον ο Γεώργιος Σίνας θα εξελισσόταν σε έναν από τους μεγαλύτερους τραπεζίτες της Αυστροουγγαρίας, χορηγεί δάνεια στην Υψηλή Πύλη και το 1825 διορίζεται πρώτος διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας της Αυστρίας – θέση που διατηρεί για 25 χρόνια.