Déjà vu στην συζήτηση για επενδυτική επανεκκίνηση

 

Στην πρώτη μέρα του Συνεδρίου-παρουσίασης της άποψης του ΣΕΒ για το επενδυτικό μέλλον της Ελληνικής οικονομίας – «Σχεδιάζουμε το μέλλον με επενδύσεις: Κερδίζουμε στον διεθνή ανταγωνισμό με πρακτικές λύσεις» – τις εντυπώσεις κράτησε η κωδικοποίηση θέσεων αφενός από τον Πρόεδρο του Συνδέσμου Θόδωρο Φέσσα και αφετέρου από τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης και Υπουργό Οικονομίας-Ανάπτυξής Γιάννη Δραγασάκη.

Κατά έναν παράξενο τρόπο, είδαμε ένα φαινόμενο déjà vu: για να επαναφέρει την συζήτηση σε ένα «φιλοεπενδυτικό μεταρρυθμιστικό big bang», ο Θ. Φέσσας επέλεξε την φόρμουλα «Κάθε επένδυση είναι εθνικός στόχος» – απόλυτη επαναφορά του προ 30ετίας «Οι επενδύσεις πρέπει να γίνουν εθνικό στοίχημα» του Στέλιου Αργυρού, τότε Προέδρου του ΣΕΒ, που τόσο άρεσε στον Ανδρέα Παπανδρέου. Στην ίδια διοργάνωση, ο Γ. Δραγασάκης, μετά από μιαν αρκετά εποικοδομητική ανάλυση σχετικά με την ανάγκη για «αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος» στην οικονομία, και για αύξηση του ρόλου μεταποίησης, ξιφούλκησε κατά του «καπιταλισμού της αρπαγής, συνήθως δημοσίων αγαθών με νομότυπο τρόπο» αλλά και αντιπαρατέθηκε με την «επιχειρηματικότητα επιβίωσης με συμπίεση των μισθών, αύξηση του ωραρίου εργασίας και κλοπή της εφορίας». Κυρίως όμως, με την ατάκα «τα κέρδη που βγαίνουν στην Ελλάδα πρέπει να μένουν στην Ελλάδα […] . σε περιόδους ανόδου τα κέρδη φεύγουν στο εξωτερικό και σε περιόδους κρίσεων δεν επιστρέφουν», θύμισε Γεράσιμο Αρσένη – προ 35ετίας, αυτά – με την επίκριση προς τον ΣΕΒ για την επενδυτική αποχή της εποχής με το: «κακαρίζετε, αλλά αυγά δεν κάνετε».

Παρά, όμως, την μονοπώληση των εντυπώσεων από αυτόν τον ζωηρό – καίτοι σε ευγενικό τρόπο – διάλογο, πολύ βαθύτερα θα μας επιτραπεί να θεωρήσουμε ότι πήγε η αναλυτική προσέγγιση του Νίκου Χριστοδουλάκη. Ο οποίος, με ιδιαίτερα αναλυτικό τρόπο, έδειξε πώς το επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε την δεκαετία 2008-2017, με την καμπύλη της υποχώρησης στις επενδύσεις να αποτελεί απόλυτα αντίστροφη εκείνης της εκτόξευσης της ανεργίας. Αλλά και επέμεινε στο ότι «η επαναφορά σε επενδυτική κανονικότητα μόνον ουδέτερη δεν θα είναι», υπό την έννοια ότι το πώς θα επιτευχθεί «θα χτίσει το μέλλον». Το ποιοι τομείς θα στοχευθούν, ποιες θα επενδύσει, πώς θα αξιοποιηθεί η ανθεκτικότητα/resiliency της μεταποίησης (όπως αυτή αποδείχθηκε μέσα στην ύφεση) και – κυρίως – πώς θα ενσωματωθεί καινοτομία και νέα τεχνολογία στην παραγωγή/Industry 4.0, θάπρεπε να είναι κατ’ αυτόν η κεντρική συζήτηση. Επανέφερε, λοιπόν, ο Ν. Χριστοδουλάκης και μ’ αυτό το φόντο – με κανονικότητα Κάτωνα του Τιμητή, πλέον – την διαπίστωση ότι θα πρέπει με κάποιον τρόπο να μεθοδευθεί η επανασυζήτηση/επαναδιαπραγμάτευση των υπερυψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων (ήταν βλέπετε η χθεσινή μέρα εκείνη που επιβεβαιώθηκε από Eurostat το 4,2% αντί του στόχου 3,5% του ΑΕΠ για το 2017…), έτσι ώστε να σταθούν σε ένα 2% με το πρόσθετο 1,5% δημοσιονομικού χώρου να πηγαίνει για χρηματοδότηση μιας ουσιαστικής επενδυτικής επανεκκίνησης.