Διαθέστε λίγη προσοχή σε μια συζήτηση για τα αγροτικά

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Όση προσοχή στην δημόσια συζήτηση δεν μονοπωλούν οι εξελίξεις στο μέτωπο της πανδημίας του κορωνοϊού, με την «Δέλτα», την Μύκονο, την υποχρεωτικότητα των εμβολιασμών και τις αναστολές συμβάσεων, τείνουν να την εξαντλήσουν αυτές τις μέρες οι ανησυχίες για τα ΕλληνοΤουρκικά. Ακόμη και το Ταμείο Ανάκαμψης και οι προσδοκίες απ’ αυτό πήγαν πίσω, το Εργασιακό και το μέτωπο της Παιδείας δεν κατόρθωσαν να επιπλεύσουν καλοκαιριάτικα. Μολαταύτα, θα συστήσουμε στον αναγνώστη να δώσει λίγη από την προσοχή του σε κάτι τελείως διαφορετικό: τα αγροτικά.

Είναι σπάνιο, Πρωθυπουργός να στραφεί (και να επενδύσει επικοινωνιακά…) στην συζήτηση για την γεωργία/τον πρωτογενή τομέα. Στην Ελλάδα, αυτό, διότι σε μια χώρα όπως η Ολλανδία – όπου κυριάρχησε εδώ και καιρό η triple helix: στενή συνεργασία Πανεπιστημίου/Έρευνας, Αγροτικού Τομέα, Κράτους/Τοπικής Αυτοδιοίκησης – ή η Δανία, ισχύει το ακριβώς αντίθετο: ο πρωτογενής τομέας αποτελεί πολιτική επένδυση ολκής.

Όμως, όταν προ ημερών ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να αναφερθεί στις προοπτικές (και τα προβλήματα) της νέας ΚΑΠ, δίπλα στον υπουργό Γεωργίας Σπήλιο Λιβανό και στα πλαίσια περιοδείας σε Τρίπολη, Γαργαλιάνους και τα Φιλιατρά, ακούστηκαν μερικά πράγματα που σαφώς έβγαιναν από το συνηθισμένο. Η αναφορά Μητσοτάκη στο «θα παίξουμε και θα κερδίσουμε στο παιχνίδι της ποιότητας» μπορεί να ακούστηκε γενικόλογη εκδήλωση καλών προθέσεων. Έστω και με την ρητορική αιχμή «η ποιότητα είναι λέξη αδιαπραγμάτευτη» (Εδώ κάτι θύμιζε Κώστα Σημίτη. Ο οποίος, όμως, κουβαλούσε και μια διαδρομή ως υπουργός Γεωργίας στην εποχή του πρώιμου ΠΑΣΟΚ, τότε που αυτό πρωτογνώριζε την ΚΑΠ, την Ευρώπη εν γένει).

Εκείνο όμως στο οποίο ο σημερινός Πρωθυπουργός επέλεξε διαφορετική προσέγγιση, ήταν να εκφωνήσει μιαν αλήθεια που – τέσσερεις δεκαετίες μετά την λειτουργία της ελληνικής γεωργίας σε Ευρωπαϊκά πλαίσια με μια συνήθως αμυντική λογική, μια λογική που «βλέπει» πολύ προς τις επιδοτήσεις και την απόσυρση, περιορισμένα προς την τυποποίηση και το μάρκετινγκ, γενικώς δειλά προς την αγορά – δεν την πολυέχουμε ακούσει. Πέρα από συνέδρια, σεμινάρια και λοιπές αντίστοιχες εκδηλώσεις καλών προθέσεων. Αναφερόμαστε στην τοποθέτηση ότι «δεν θα είμαστε ανταγωνιστικοί, αν πάμε να παίξουμε το παιχνίδι του χαμηλού κόστους». Αυτή η τοποθέτηση ήρθε να καταδείξει ως υποχρεωτική, όχι ως ηθικολογικού/πολιτικού τύπου έκκληση, την στροφή στην ποιότητα. Περνώντας, μάλιστα, σε μια διευκρίνιση που θα συγκινούσε τους ανθρώπους της νέας ΚΑΠ/το σύστημα των Βρυξελλών: «η ποιότητα έχει πολλές διαφορετικές πτυχές. Δεν είναι μόνον η γεύση του προϊόντος. Είναι το πώς παράγεται το προϊόν, εάν πρόκειται για μια παραγωγή φιλική προς το περιβάλλον». Αυτή είναι, ακριβώς, η φιλοσοφία που πάει να αναδείξει η νέα ΚΑΠ, μια φιλοσοφία συνολικής βιωσιμότητας.

Εκείνο που επεχείρησε να εξηγήσει ο Κ. Μητσοτάκης, αφού βεβαίως θύμισε τα 19,5 δις ευρώ που διαθέσιμα σ’ αυτήν την προγραμματική περίοδο από το Γεωργικό Ταμείο (συν ό,τι καταλήξει στον πρωτογενή τομέα από το ΕΣΠΑ για υποδομές, συν δράσεις βάσει του Ταμείου Ανάκαμψης), ήταν ότι η νέα ΚΑΠ εισάγει μιαν ριζικά διαφορετική προσέγγιση στην αγροτική πολιτική. Με στοχοθεσία. με έλεγχο επιδόσεων. με ενσωμάτωση περιβαλλοντικής και υγειονομικής μέριμνας. Η προσέγγιση της ΚΑΠ ως αγελάδας για άρμεγμα, ως διαδικασία πιστοποιητικών που φέρνουν εισόδημα, ήδη είχε πάει πίσω – όμως η νέα/νέα ΚΑΠ υπόσχεται (δηλαδή: απειλεί όσους δεν το αντιληφθούν) τελείως διαφορετική λειτουργία.

Βεβαίως, παλαίμαχοι του πρωτογενούς τομέα θα σαρκάσουν: «Αυτά τα ακούμε από την δεκαετία του΄80. Έτσι κι αλλιώς, καλά πορευθήκαμε!». Εκείνο που πήγε να εκφράσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, είναι μια προειδοποίηση ότι, τώρα πια, τα πράγματα αλλάζουν. Θα πείσει; Πάντως αυτή η προσέγγιση αξίζει να ακουστεί.