Η Ντόρα Μπακογιάννη για τις εκλογές στη Γερμανία

 

Οικονομική Επιθεώρηση, Σεπτέμβριος 2021, τ.1010

Στις 29 Σεπτεμβρίου του 2021 κλείνει ένα σημαντικό κεφάλαιο για τη Γερμανία και για την Ευρώπη. Μετά από 16 χρόνια ηγεσίας και ανάδειξης της Γερμανικής Ομοσπονδίας στην πιο ισχυρή οικονομική δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Άνγκελα Μέρκελ εγκαταλείπει οριστικά τον θώκο της καγκελαρίας.

Πέραν του κενού ηγεσίας που θα δημιουργήσει η αποχώρηση της καγκελαρίου Μέρκελ εντός και εκτός της Γερμανίας (η φυσιογνωμία και η ηγεσία της καθόρισαν εν πολλοίς την πορεία της ΕΕ μέχρι σήμερα), οι ερχόμενες γερμανικές εκλογές θέτουν μια σειρά προκλήσεων και ευκαιριών για το μέλλον της Ευρώπης σε βασικά θέματα ατζέντας, όπως εξωτερική πολιτική, άμυνα, κλιματική αλλαγή και πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης. Το πολιτικό τοπίο τα τελευταία χρόνια στη Γερμανία κυριαρχείται από τους συντηρητικούς Χριστιανοδημοκράτες (CDU/CSU) και τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD). Το CDU προτάσσει τη σταθερότητα των τελευταίων 16 ετών ως τη βασική του προεκλογική πλατφόρμα, με την προοπτική της ανανέωσης. Οι Σοσιαλδημοκράτες αντιθέτως επικεντρώνονται στο μέλλον της Ευρώπης μέσω της ανανέωσης της εμπιστοσύνης και του σεβασμού.

Σημαντική άνοδο όμως καταγράφουν εδώ και μήνες οι Πράσινοι, διεκδικώντας ρόλο την επόμενη μέρα. Η ατζέντα τους επικεντρώνεται στην κλιματική αλλαγή και τον αντίκτυπο που θα έχει αυτή στην οικονομία, στην κοινωνία, στην ασφάλεια και στην εξωτερική πολιτική. Η άνοδός τους όμως, και ιδιαίτερα της επικεφαλής τους Αναλένα Μπέρμποκ, φέρνει στο φως μια αντίθεση που παρουσιάζεται τον τελευταίο καιρό στη Γερμανία δεδομένης της αποχώρησης της Μέρκελ, η οποία εν δυνάμει θα καθορίσει τις ισορροπίες των εκλογών. Παρατηρείται μια αναντιστοιχία ανάμεσα στην ισχύ που έχουν τα κόμματα και στη δημοτικότητα των προσωπικοτήτων που διεκδικούν την ηγεσία της καγκελαρίας. Η δημοτικότητα της Αναλένα Μπέρμποκ, παρά την άνοδο των Πρασίνων, δεν μεταφράζεται στη δυναμική που θα χρειαστεί το κόμμα της για να διεκδικήσει σημαντικό ποσοστό της εκλογικής πίτας. Αντίστοιχη περίπτωση και αυτή του Όλαφ Σολτς, του υπουργού Οικονομικών του κυβερνητικού σχηματισμού της Μέρκελ. Παρά τη σχετικά υψηλή δημοτικότητά του και την αξιοπιστία που λαμβάνει λόγω της θέσης του στο πλευρό της Μέρκελ, οι Σοσιαλδημοκράτες δεν έχουν μετατρέψει τη δημοφιλία αυτή σε κέρδος για την παράταξη. Στο αντίποδα βρίσκεται ο Άρμιν Λάσετ, που –παρά την ισχυρή θέση που κατέχουν οι Χριστιανοδημοκράτες στη Γερμανία– παραμένει σχετικά χαμηλά σε δημοτικότητα.

Συνεπώς, όποιο και να είναι το ποσοστιαίο αποτέλεσμα τον Σεπτέμβριο για κάθε κόμμα, η αυτοδυναμία δεν αναμένεται να είναι δυνατή και άρα κλειδί θα αποτελέσουν οι ισορροπίες που θα επιτευχθούν μεταξύ των κομμάτων, στην προσπάθεια δημιουργίας κυβέρνησης συνασπισμού. Τόσο οι Χριστιανοδημοκράτες όσο και οι Σοσιαλδημοκράτες συγκλίνουν σε θέματα κλιματικής αλλαγής, με στόχο τη μείωση της εκπομπής ρύπων μέχρι το 2045. Ταυτόχρονα όμως βρίσκονται στον αντίποδα σε σχέση με την ευρωπαϊκή πολιτική τους. Το CDU προωθεί μια συντηρητική προσέγγιση στην οικονομική πολιτική χρέους της ΕΕ, με το Ταμείο Ανάκαμψης να αποτελεί το πρώτο και τελευταίο πρόγραμμα τέτοιας φύσης. Στον αντίποδα, το SPD θεωρεί το Ταμείο Ανάκαμψης μια νέα αρχή στη δημιουργία εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης στην Ευρώπη, ενώ οι φιλόδοξοι στόχοι των Πρασίνων για την κλιματική αλλαγή δεν φαίνεται να συνοδεύονται από ένα αντίστοιχα ρεαλιστικό οικονομικό πρόγραμμα.

Σημαντική παράμετρο αποτελεί και η εξωτερική πολιτική που θα υιοθετήσει η μελλοντική γερμανική κυβέρνηση – κάτι που παραδοσιακά δεν έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο στις κοινοβουλευτικές εκλογές της Γερμανίας όλα αυτά τα χρόνια. Όμως, μετά τη μεταναστευτική κρίση και τις συνέπειές της, το πάγωμα στις αμερικανογερμανικές σχέσεις υπό την προεδρία Τραμπ και φυσικά την παγκόσμια πανδημία του κορονοϊού, η σημασία και ο ρόλος της εξωτερικής πολιτικής για τους Γερμανούς έχει αναβαθμιστεί.

Οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) συνιστούν τους βασικούς υπέρμαχους της ισχυρής γερμανικής παρουσίας στο ΝΑΤΟ, με την αύξηση των αμυντικών δαπανών, της αμυντικής βιομηχανίας και της συνεχούς παρουσίας πυρηνικών όπλων στη Γερμανία. Από την άλλη μεριά, τόσο οι Σοσιαλδημοκράτες όσο και οι Πράσινοι, παρά την προσήλωση στην υπερατλαντική συμμαχία, αμφισβητούν την περαιτέρω αμυντική αναβάθμιση της Γερμανίας, ενώ στρέφονται πιο ενεργά στα θέματα της Ρωσίας, Κίνας και του Ινδικού Ωκεανού. Επιπλέον, βασική παράμετρος όλων παραμένει ο ρόλος του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας στις σχέσεις που αναπτύσσονται τόσο με Ρωσία και Κίνα όσο και με την Τουρκία.

Χωρίς κανείς να μπορεί να προβλέψει το αποτέλεσμα των εκλογών, είναι πολύ πιθανόν ότι οι Χριστιανοδημοκράτες θα κληθούν και πάλι να σχηματίσουν κυβέρνηση συνασπισμού. Δεδομένων των πρόσφατων καταστροφών από τις πλημμύρες, η ατζέντα των Πρασίνων για τον ρόλο και τον χρόνο που μένει για την κλιματική αλλαγή κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος. Η πρόσφατη άλλωστε έκθεση του ΟΗΕ, που πλέον δηλώνει ξεκάθαρα ότι η κλιματική έχει ήδη φθάσει, είναι δηλωτική του ρόλου που θα διαδραματίζει πλέον η θεματική αυτή στην πολιτική και δημόσια συζήτηση. Συνεπώς, είναι πολύ πιθανόν να δούμε τους Πράσινους να αποτελούν μέρος του μελλοντικού κυβερνητικού συνασπισμού.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό για την Ευρώπη –αλλά και για την Ελλάδα– δημιουργεί προκλήσεις και ευκαιρίες. Προκλήσεις γιατί η απουσία της Μέρκελ ως δυναμικής ηγετικής φυσιογνωμίας θα δημιουργήσει μια πιο «προσεκτική» Γερμανία και, δεδομένης της μέτριας ισχύος των κυριότερων υποψηφίων για την καγκελαρία, θα δημιουργήσει μια τάση συμβιβασμού σε πληθώρα θεμάτων. Ως αποτέλεσμα, η εξωτερική πολιτική της Γερμανίας υπό αυτήν την οπτική θα παραμείνει σχετικά επιφυλακτική, χωρίς μεγάλα άλματα στις διεκδικήσεις της.

Αυτό βέβαια για την Ευρώπη, και ιδιαίτερα για χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία, θα σημάνει μια ευκαιρία ευρωπαϊκής πολιτικής και οικονομικής προσέγγισης, κάτι που μέχρι πρότινος έβρισκε τη Μέρκελ αντίθετη. Ευκαιρία όμως θα είναι και για την Ελλάδα, καθώς μια πιο μετριοπαθής κυβέρνηση στη Γερμανία θα επιτρέψει την περαιτέρω ανάδειξη της χώρας μας στη μεσογειακή και βαλκανική γειτονιά. Η Ελλάδα, τόσο στη διαχείριση της πανδημίας και των ελληνοτουρκικών όσο και στον οικονομικό και αναπτυξιακό σχεδιασμό που περιλαμβάνεται στο Ταμείο Ανάκαμψης, έχει αποδείξει ότι πλέον είναι ο πιο αξιόπιστος και σταθερός Ευρωπαίος εταίρος στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Βαλκανική Χερσόνησο. Παράλληλα, παρότι η γερμανική εξωτερική πολιτική στον τομέα των Δυτικών Βαλκανίων αλλά και στα ευρωτουρκικά δεν πρόκειται να αλλάξει άρδην, η πιθανή κυβερνητική συμμετοχή των Πρασίνων, αλλά και η σημασία που προσδίδουν στο κράτος δικαίου και στη δημοκρατία, είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσει τη στάση της Γερμανίας απέναντι στην Τουρκία, φέρνοντάς την πιο κοντά στις δικές μας θέσεις.

Η Ευρώπη αυτή τη δεδομένη στιγμή βαδίζει, αργά αλλά σταθερά, σε ένα μονοπάτι αλληλεγγύης και περαιτέρω ενοποίησης. Οι ηγετικές φυσιογνωμίες που εκπροσωπούν τα κράτη-μέλη διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο σε αυτό. Η απουσία της Μέρκελ από τούδε και στο εξής θα αποσυντονίσει σε έναν βαθμό το ευρωπαϊκό συντηρητικό μέτωπο, που μέχρι τώρα εκφραζόταν από την ίδια σε συνεργασία με την Ολλανδία, την Αυστρία και το Βέλγιο, και θα δώσει χώρο σε ηγέτες όπως ο Μακρόν, ο Ντράγκι, αλλά και ο Κυριάκος Μητσοτάκης να γεμίσουν το κενό και να αποκτήσει έτσι η Ευρώπη μια κοινή και ισχυρή θέση σε θέματα άμυνας, ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής.