Δέκα χρόνια “Doxfriends”

της Χρυσούλας Βαφειαδάκη

 

Ο Δημήτριος Ταμπάογλου

Επ’ ευκαιρία της συμπλήρωσης δέκα ετών από τη δημιουργία της ομάδας φίλων και συνεργατών του Κωνσταντίνου Δοξιάδη, “Doxfriends”, ο Δημήτρης Ταμπάογλου, Μηχανικός Ηλεκτρονικών Υπολογιστών από τους πρώτους στην Ελλάδα – από το 1966 – στον κλάδο Πληροφορικής των δραστηριοτήτων του Γραφείου Δοξιάδη (Ηλεκτρονικοί Διερευνητές Δοξιάδη/UNIVAC – DACC), όπως και ο πατέρας μου Γεώργιος Βαφειαδάκης, μας μιλά σχετικά με την εμπειρία του κοντά σε αυτόν τον μεγάλο Έλληνα.

Η πρωτοβουλία του κυρίου Ταμπάογλου είναι ιδιαιτέρως σημαντική, διότι κατάφερε να φέρει κοντά τους φίλους, τους συνεργάτες, την οικογένεια, καθώς και τους συνεχιστές του έργου του Κωνσταντίνου Δοξιάδη, προωθώντας το έργο του και αναδεικνύοντας στιγμές του παρελθόντος. Ως γνωστόν, οι εταιρεία Πληροφορικής του Δοξιάδη, και οι μετεξελίξεις αυτής (Unisys, Unisystems, Δέλτα Πληροφορική, Singular, Quest κλπ.) μέσω του στενού συνεργάτη του Δοξιάδη, Ανδρέα Δρυμιώτη, έχουν καθορίσει το τοπίο στον χώρο της Πληροφορικής, παρέχοντας υπηρεσίες σε κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν η συλλογή και η μετάδοση των εκλογικών αποτελεσμάτων.

Αγαπητέ κύριε Ταμπάογλου, θα θέλατε να μας μιλήσετε για την εργασία σας στο γραφείο του Κωνσταντίνου Δοξιάδη; Από πότε εργαστήκατε εκεί; Ποιες ήταν οι ασχολίες του γραφείου πριν από το 1968, όταν είχε ως αντικείμενο τις διατρητικές μηχανές; Ποιες οι αναμνήσεις σας από τις κοινωνικές συγκεντρώσεις με τους συναδέλφους, τις εκπαιδεύσεις στο εξωτερικό, τις εκλογές; Πώς αισθάνεσθε για το γεγονός ότι είστε ένας από τους πρώτους που εργάσθηκε ως Μηχανικός Η/Υ στην Ελλάδα, όταν η Πληροφορική ήταν ένας κυριολεκτικά άγνωστος τομέας και πώς βλέπετε το μέλλον μέσα από την εμπειρία σας;

Το γεγονός ότι μου ζητήσατε να σας δώσω συνέντευξη είναι θαυμάσιο και σας ευχαριστώ πολύ. Είναι ακριβώς που με ιδιαίτερη μέριμνα προσπαθώ 10 χρόνια τώρα να παρουσιάσω εδώ στο “Doxfriends”, κάποτε γινόμενος και γραφικός! Μέσα από αναρτήσεις σκορπισμένες μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια, με φωτογραφίες, λεζάντες, άλμπουμ, καθώς και την προσωπική μου μαρτυρία. Το όλον αναπτύσσεται σε δύο τομείς. Στον Δοξιάδη, στον οποίο αναφέρομαι μόνο δημοσιογραφικά, θα έλεγα, δεν είμαι σε θέση να τον κρίνω, μόνο κάτω από την επήρεια της μοναδικής του αύρας που εξέπεμπε και εκπέμπει, αντιμετωπιζόμενη με δέος, από εμέ τον ελάχιστο! Και με αναφορά στο «Κτήριο Δοξιάδη» που το βλέπω ως πρόσωπο – αλλά και με αναφορά σε ό,τι συνέβη μέσα του ως προς ανθρώπους, καταστάσεις, πράγματα!

Μετά τη μακρά Δοξιαδική πορεία από RemingtonRand και Univac έως Sperry και Unisys, ως γνωστόν αποχώρησα – χώρου φείδου! Θυμάμαι την «Στρατιωτικού Συνδέσμου 24», και για την εκ μέρους της ποιητικά προαναγγελθείσα (*) εργασιακή εμπιστοσύνη-ελευθερία. Με αυτήν την ποιητικότητά της εξάλλου δεδομένη, δεν μπορεί παρά να επηρεασθεί και το ύφος του παρόντος ανάλογα, καθώς τούτο (ας μου επιτραπεί) θα αναφέρεται πιο κάτω σε πράγματα παρελθόντος χρόνου κυρίως.

Το ψηφιδωτό έργο του Τσαρούχη με επ’ αυτού το απόσπασμα από την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη, το οποίο έργο σήμερα φυλάσσεται στο Μουσείο Μπενάκη. Στην φωτογραφία αριστερά ο Κωσταντίνος Δοξιάδης.

Με λύπησε, λοιπόν, που φεύγοντας δεν είδα – για κάποιον απολογισμό – εκείνο που πρωταντίκρυσα πηγαίνοντας πρώτη μέρα στο «Γραφείο» πριν από τριάντα τόσα χρόνια. Πρόκειται για το γραπτό Καζαντζάκη κάτω απ’ το μεγάλων διαστάσεων ψηφιδωτό ιστόρισμα του Τσαρούχη που τοποθετημένο τότε και για πολλά χρόνια στα δεξιά του εισερχόμενου στην αυλή Κτηρίου Δοξιάδη, προϊδέαζε:

(*) «Κι εγώ θα τα περνώ στου σπλάχνου μου το μυστικό οργαστήρι κι αγάλια με το παίξε γέλασε και το βαθύ κανάκι πέτρες νερό φωτιά και χώματα θα γίνουν όλα πνέμα».

Το πιο πάνω απόσπασμα από την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη το είχε επιλέξει o «D», όπως τον αποκαλούσαν μεταξύ τους οι συνεργάτες του, προφανώς γιατί ταίριαζε το «πνέμα» όσων δούλευαν με μεράκι για την «Οικιστική του Ανθρώπου» και όχι μόνο. (Για αυτήν, που θέματά της συχνά συζητιόνταν επιτελικά γύρω και πάνω από του εκάστοτε έργου τη γιγάντια μακέτα εκεί κάτω σε ειδικό, αμφιθεατρικά διαμορφωμένο χώρο του υπογείου – και πιο ΄κει, ανατολικότερα ο άλλος χώρος σύναξης «Απόστολος και Ευανθία Δοξιάδη», οικεία μνημοσύνη).

Υπάρχουν όμως συχνά περισσότερες της μίας ερμηνείες-προεκτάσεις ενός και του αυτού έργου, ποιητικού ή τέχνης, όπως του πιο πάνω αποτελέσματος, καθ’ όλο το φάσμα όπου ο άνθρωπος είτε επιτηδεύεται είτε απλώς βιοτεύει καταφάσκοντας την ύπαρξη. Έτσι σχετικά με το πρώτο ως άνω «είτε», για όσους ενθυμούνται την εν λόγω ψηφιδωτή ιστόρηση – μήπως Υλικό («σίδερα») δεν είναι το Hardware και «φωτιά» το Λογισμικό στη δόμηση της πληροφορικής ολοκλήρωσης του καιρού μας; (!) Όσο για το δεύτερο, τηρουμένων των αποστάσεων – η αυθεντική «Οδύσσεια» του Ομήρου δεν οφείλει την διαιώνια οικουμενικότητά της σε στρώματα πολύ βαθύτερα της επιφάνειας του μύθου της; Όπου αινικτικά διεκτραγωδεί την περιπλάνηση της ανθρώπινης ψυχής στα όρια της εγκόσμιας συνθήκης.

Ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης προσέγγιζε μεριμνητικός τα πράγματα με οξυδερκή ανθρωποκεντρική προοπτική, συνάμα όμως σε αρμονία και με σεβασμό προς αυτά, προς την ιερότητα του περιβάλλοντος κόσμου. Θαρρώ πως τον βλέπω να κατεβαίνει ευθυτενής από τον 8ο στο ισόγειο χρησιμοποιώντας, όπως συνήθιζε, τα σκαλοπάτια – βιαστικός, αλλά πάντα ευπροσήγορος, ακτινοβολούσε αρχοντιά, έτσι όπως την όρισε, ως ηθική κατηγορία, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στο τελευταίο βιβλίο του «Αποχαιρετισμός».

Επίσης, ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης πέραν του όλου επιστημονικού του έργου που κατέλειπε, άφησε με τη στάση ζωής, σε κάποιους ίσως και άγνωστους σε εκείνον συνεργάτες αφανές πνευματικό καταπίστευμα, που μας ακολουθεί.

Ανήσυχο πνεύμα, διοργάνωνε συμπόσια στο Κτήριο για πνευματικούς προβληματισμούς του καιρού του. Ένα από αυτά, το τρίτο τότε κατά σειρά, το «Συμπόσιο για τη Δημοτικής Γλώσσα», Α.Τ.Ι. , Μάρτιος 1964 , όπου αναπτύχθηκαν απόψεις από πολλούς λόγιους. Καλεσμένοι, μεταξύ άλλών, οι Γιώργος Σεφέρεης, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Γιάννης Παπαϊωάννου, Λίνος Πολίτης, Αγαπητός Τσοπανάκης, Πέτρος Χάρης και πολλοί άλλοι. Πρόεδρος του Συμποσίου, ο Ε.Π. Παπανούτσος.

Κτήριο Δοξιάδη

Εισηγητής στο θέμα «Η Δημοτική στην Τεχνική», ὁ Κ.Α. Δοξιάδης : «Ελπίζω θα συγχωρήσετε όταν στο βήμα αυτό το λόγο παίρνει μετά από δύο πολύ γνωστούς ειδικούς καθηγητές (σ.σ. Ν. Κριτικό και Ι.Θ. Κακριδή) και ένας μάστορας (*). Ελπίζω πως θα συγχωρήσετε το μάστορα αυτό, που αισθάνεται την υποχρέωση να προσθέσει τη φωνή του στη συζήτηση, όχι για άλλο λόγο, μα γιατί κάθε μέρα ζει το γλωσσικό πρόβλημα μ’ ένα τέτοιο τρόπο, που τον κάνει, αν όχι τίπατ’ άλλο, να υποφέρει για την εθνική προσπάθεια που σπαταλάμε και για τους νέους που αφήνουμε αμόρφωτους (…).

Εικοσιεπτά χρόνια είχαν περάσει από «τότε», άνθρωποι έφυγαν και ήλθαν στο Κτήριο, όταν σε σχέση με αυτό και παρά την αναγνώριση της επιτακτικής νέας λειτουργικής μου ανάγκης, θυμική παρόρμηση με οδήγησε «συνεργατική αδεία» στο αδόκιμο ίσως μιας εξόδιου παράφρασης του ως άνω στίχου, σαν ένα είδος οφειλόμενης προσωπικής/εσωτερικής αντίστασης σε αυτό που θα συνέβαινε εκεί κάτω. Όπως είναι ίσως λίγο γνωστό, αργότερα το είχα και επιδώσει αρμοδίως:

«Κι αγάλι τα πέρασε, με τη βαθιά οικιστική ειδή – κάτω αυτή εκεί στο σπλάχνο του Κτηρίου του συχνά ξανά συζητημένη (…)» κλπ., κλπ. {«Επίκαιρες ιστορικές μνήμες» (απόσπασμα) – Λυκαβηττός, τον σκληρό μήνα Αύγουστο 1992}.

Τα αίτια της πιο πάνω ανοιχτά εξομολογημένης απο-γοήτευσης παρέμειναν έκτοτε εντοπισμένα στην ισοπέδωση, τελικά, της διατηρητέας, όπως αφελώς κάποτε είχα νομίσει, κτηριακής βάσης. Εκείνος ο άλλοτε ζωτικός χώρος που χάθηκε, σώθηκε ως τόπος μνήμης, εντόπιας. Προηγουμένως, τμήμα του, το μικρό αμφιθέατρο, αντιστάθηκε βέβαια και άνθεξε για ένα διάστημα, σφύζοντας από μεστή νεανική ζωή, πνευματικά ανατείνουσα.

Η ίδια η ζωή, τραβώντας την ανηφόρα, παραμερίζει «στείρους αισθηματισμούς της», μολονότι, ωσάν σε σχήμα οξύμωρο, κάποιοι από αυτούς αποτελούν την «ουσία» της – αφού έτσι κι αλλιώς ο άνθρωπος, ο ορθολογιστής-πραγματιστής προπαντός, είναι ον μυθοδίαιτο. Πάντως, σε κάποιο στάδιο της ζωής του, πρώιμο έως πάρωρο, με αξιοποίηση τυχόν δοθείσας δυνατότητας, καθιστώντας εαυτόν κατά το δυνατόν απερίσπαστο, αναζητώντας/ακολουθώντας τον «πρώτο του εαυτό», αξίζει να προσπαθήσει κανείς, το πιστεύω, για να βρει τουλάχιστον εκείνον τον ικανό καθ’ ημέρα χρόνο, ώστε να διαφεύγει, χωρίς συνήθως να το κατορθώνει, από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του μύθου που διά βίου τον αποξενώνει από την εστία του, απαξιώνοντάς τον. Του μύθου, περί της καταλυτικής, δήθεν αδιάπτωτης αξίας της εκλογικευμένης αλήθειας, που αντικειμενοποιεί τα πράγματα στερώντας τους υπόσταση. Είναι τώρα στις προθέσεις μου να προσπαθήσω …