Οικονομική Επιθεώρηση, Σεπτέμβριος 2021, τ.1010

Γερμανία του Γιώργου Πρεβελάκη, Εκπροσώπου της Ελλάδας στον ΟΟΣΑ, Ομότιμου καθ. Γεωπολιτικής στη Σορβόννη

 

Τον 19ο αιώνα η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο της ελληνικής επικράτειας. Στις αρχές του 20ού αιώνα στο γεωπολιτικό παίγνιο προστέθηκε και η Γερμανία. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής επενέβησαν δραστικά και, τρόπον τινά, επέβαλαν την παρουσία τους στην Ελλάδα.

Η ελληνογερμανική σχέση εμφανίζεται λιγότερο σημαντική. Καθυστερημένη χρονικά σε σχέση με την Αγγλία, τη Γαλλία και τη Ρωσία, με περιορισμένη διείσδυση σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Γερμανία φαίνεται ο «πτωχός συγγενής» στο πλέγμα των εξαρτήσεων της Ελλάδας.

Η εικόνα αυτή είναι παραπλανητική· σχηματίζεται μέσα από ένα διπλά παραμορφωτικό πρίσμα. Οι εξωτερικές σχέσεις αντιμετωπίζονται ελληνοκεντρικά, σαν η Ελλάδα να ήταν ο πόλος περί τον οποίο στρέφονται οι άλλες δυνάμεις. Επίσης, η οπτική αυτή διέπεται από μειονεξία, σαν η Ελλάδα να παραμένει ο αδύναμος παράγοντας. Το πρίσμα αυτό δεν επιτρέπει να κατανοηθεί η ιδιαιτερότητα της ελληνογερμανικής σχέσης· αποκρύπτει τις εσωτερικές γερμανικές διαδικασίες στις οποίες η, ευρέως εννοουμένη, ελληνική επίδραση ανέκαθεν λειτουργεί ηγεμονικά.

Η αδυναμία της κυρίαρχης οπτικής συσκοτίζει τις εκατέρωθεν συμπεριφορές οι οποίες παραμένουν ακατάληπτες ή αποδίδονται σε ακραίες ιδεοληψίες. Τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης χαρακτήρισε αφενός η τιμωρητική, σχεδόν εκδικητική, γερμανική στάση και, αφετέρου, η ελληνική αμυντική-επιθετική αντίδραση η οποία ταύτισε τη σύγχρονη δημοκρατική Γερμανία με τον ναζισμό. Η κατάσταση αυτή έφερε στην επιφάνεια πάθη, οι ρίζες των οποίων πρέπει να αναζητηθούν σε βάθος δύο και πλέον αιώνων. Η προσοχή μας πρέπει να εστιαστεί διαφορετικά· να μετακινηθεί από τη σημερινή κυρίαρχη επετειακή θεματική, τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, στην ανάδυση του γερμανικού έθνους την ίδια περίπου εποχή.

Οι γερμανόφωνοι πληθυσμοί, μοιρασμένοι σε πολυάριθμα ανεξάρτητα κρατίδια, συνέπεια των συνθηκών της Βεστφαλίας, υφίσταντο την ισοπεδωτική πνευματική, ιδεολογική, πολιτική και στρατιωτική πίεση της Γαλλίας. Η αποδέσμευσή τους δεν ήταν δυνατή χωρίς ένα ενιαίο εθνικό κράτος, κατά τα πρότυπα της Αγγλίας και της Γαλλίας. Στις δύο αυτές υποδειγματικές περιπτώσεις, το κράτος προηγήθηκε του έθνους· στην περίπτωση της Γερμανίας, αντιθέτως, το έθνος έπρεπε να προηγηθεί του κράτους. Για να διαμορφωθεί μια ενιαία γερμανική εθνική ταυτότητα, χωρίς μάλιστα υποστηρικτική κρατική υποδομή, χρειαζόταν ένας γενεσιουργός μύθος. Ανέλαβαν να τον οικοδομήσουν φιλόλογοι, αρχαιολόγοι, φιλόσοφοι, ποιητές, καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες, χρησιμοποιώντας ως θεμέλιο την αναφορά στην ελληνική Αρχαιότητα. Οι Αρχαίοι Έλληνες ήσαν διασκορπισμένοι σε κράτη και κρατίδια, όπως οι εν τω γίγνεσθαι Γερμανοί· τους ένωνε, παρά ταύτα, μια ισχυρή ταυτότητα. Υπήρχε, επομένως, ιστορικό προηγούμενο. Επιπλέον, ο θαυμασμός για τα επιτεύγματα του ελληνικού πολιτισμού προσέδιδε στο ελληνογερμανικό αφήγημα την αναγκαία αίγλη.

Για να μετατραπούν οι γερμανόφωνοι σε Γερμανούς, έπρεπε προηγουμένως να γίνουν Έλληνες, σύμφωνα με τον Michel Espagne. Η ελληνική Επανάσταση ξεκίνησε καθώς εξελισσόταν η μετασχηματική αυτή διαδικασία. Ο γερμανικός φιλελληνισμός, με επίκεντρο το Μόναχο, προέκυψε ως συνέπεια από τη χρονική σύμπτωση των δύο διαδικασιών εθνικής ανάδυσης. Η Ελλάδα αναγεννιόταν, η Γερμανία αποκτούσε ένα αδελφό-έθνος. Πώς να μην επενδύσει η Βαυαρία στην ελληνική «παλιγγενεσία»; Ο Όθων ήταν ταυτοχρόνως Γερμανός και Έλλην – ουδεμία αντίφαση!

Υπήρχε, ασφαλώς, αντίφαση. Στη γερμανική φαντασία, οι Έλληνες ήταν κατ’ εικόνα και ομοίωση των Γερμανών· άσχετοι, επομένως, με τους Ρωμιούς της Ελλάδας, οι οποίοι βρέθηκαν αποκομμένοι από τα οθωμανικά δίκτυα, χωρίς να αποβάλουν τα προαιώνια πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά.

Η διαχρονική προσπάθεια των Γερμανών να ταυτίσουν τους Έλληνες με τη δική τους φαντασιακή εικόνα εξηγείται από την κεντρική θέση την οποία κατέχει η ελληνική θεματική στη γερμανική εθνική ταυτότητα. Όμως, αυτές οι προσπάθειες αντιμετωπίζουν αντίσταση, ενεργητική ή παθητική, από τους «υπαρκτούς» Έλληνες. Οι γερμανικές ψευδαισθήσεις καταρρέουν όταν η εμπειρική παρατήρηση αντικαθιστά τις εξιδανικευτικές φαντασιώσεις. Όταν συμβαίνει αυτό, η οργή είναι αναπόφευκτη.

Η ελληνική στάση απορρέει, βέβαια, και αυτή από μια ανάλογη συναισθηματική μετάπτωση. Η Γερμανία είναι μια δύναμη η οποία προσελκύει τον παγκόσμιο θαυμασμό και στην οποία στηρίζονται πολλές εθνικές ελπίδες. Όταν αδυνατεί να κατανοήσει την αλλοτριωτική πίεση την οποία ασκεί, όταν αντιμετωπίζει τη σχέση της με έναν υπερήφανο λαό μέσα από ακραίες αμφιθυμίες, προκύπτουν αντιδράσεις από την ελληνική πλευρά – ήκιστα επωφελείς για συνεννόηση και συνεργασία.

Η Γερμανία είναι ο κύριος πόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην οποία η Ελλάδα συνεισφέρει το συμβολικό της κεφάλαιο. Οι ελληνογερμανικές σχέσεις φέρουν, επομένως, ένα πολύτιμο δυναμικό· όχι μόνο για τις δύο χώρες, αλλά και για το ευρωπαϊκό σχέδιο. Για να ξεπεραστούν οι παρεξηγήσεις πρέπει να έλθουν στην επιφάνεια τα βαθύτερα στρώματα της συλλογικής μνήμης των δύο λαών.