Οι πιο ηλικιωμένοι κρατούν τους πιο ακραίους εκτός εξουσίας στην Ευρώπη.

 Για πόσο όμως θα ισχύει αυτό;

Αν στον πρώτο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών είχαν μετρήσει μόνον οι ψήφοι των εκλογέων κάτω των 60 ετών, ο Εμανουέλ Μακρόν (ο νεότερος πρόεδρος που έχει γνωρίσει η Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία…) θα είχε έρθει τρίτος στις κάλπες. Οπότε οι Γάλλοι θα είχαν να επιλέξουν ανάμεσα σε ακραίους της Αριστεράς και της Δεξιάς. Σε όλη την Ευρώπη, πολλοί ηγέτες παραδοσιακών ρευμάτων οφείλουν την εξουσία στη σταθερή στήριξη ενός ηλικιωμένου εκλογικού σώματος όπως αυτό, πιστά, κατευθύνεται στις κάλπες. Όμως αυτό το εκλογικό κοινό δεν θα βρίσκεται για πάντα ανάμεσά μας: είτε λοιπόν οι νέοι του σήμερα θα χρειαστεί να γίνουν μετριοπαθέστεροι όσο θα προχωρούν τα χρόνια, είτε η Ευρώπη θα ξεφύγει από τις δεδομένες κεντρώες τοποθετήσεις όπου είχε εγκατασταθεί, άνετα, εδώ και δεκαετίες.

Τόσο στην Ευρώπη όσο και αλλού στον κόσμο, οι εκλογικές προτιμήσεις υποτίθεται ότι ακολουθούσαν μια προβλεπτή διαδρομή όσο οι ψηφοφόροι μεγάλωναν. Οι νεότεροι πολίτες, ξεχειλίζοντας από τον ιδεαλισμό και την κοινωνική συνείδηση που δεν χαρακτήριζαν τους γονείς τους, είχαν την τάση να γέρνουν προς τα αριστερά. Όσο μεγάλωναν, έπαιρναν στεγαστικό δάνειο για να αγοράσουν σπίτι και ανακάλυπταν τις χαρές της φορολογίας εισοδήματος, τόσο αισθάνονταν να ενισχύεται μέσα τους η έλξη των δεξιών απόψεων. Αυτή όμως η ιδεολογική μετακίνηση συνήθως λάμβανε χώρα μέσα σε ένα πολιτικό κόμμα – το ίδιο διαχρονικά. Τα «πολυσυλλεκτικά» κόμματα όπως η Κεντροδεξιά CDU στη Γερμανία ή το Κεντροαριστερό PSOE της Ισπανίας συμπεριλάμβαναν τάσεις οι οποίες μπορούσαν να ανταποκριθούν στις ανάγκες τόσο των κοινωνικά ευσυγκίνητων όσο και των φορολογικά άτεγκτων. (Αλλά και οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί έχουν την εξοικείωση με –ουσιαστικά– δικομματικά συστήματα, που μόνον ευκαιριακά και παροδικά διαταράσσονται από παρείσακτους.)

Πολλές όμως ευρωπαϊκές χώρες συναπαρτίζονται σήμερα από δύο αλληλοεπικαλυπτόμενα πολιτικά σύνολα. Οι ψηφοφόροι κάπου εκεί από τα 70 τους παραμένουν στα πολυσυλλεκτικά κόμματα, με την αμερικανική λογική. Οι Γερμανοί συνταξιούχοι πηγαίνουν στην κάλπη για την CDU ή για το αντίπαλο Σοσιαλδημοκρατικό SPD, κόμματα δηλαδή που θα αναγνώριζαν και οι γονείς τους. Ετοιμόρροποι Ιρλανδοί μένουν πιστοί στο Fine Gael ή το Fianna Fail, σχεδόν εκατοντάχρονους σχηματισμούς. Οι Ιταλοί, αντίστοιχα, θα ψηφίσουν το Δημοκρατικό Κόμμα ή τη Forza Italia του Μπερλουσκόνι, οι Ισπανοί τα αντίστοιχά τους κ.ο.κ.

Για τους νέους, αντιθέτως, τα πολυσυλλεκτικά κόμματα δεν είναι παρά μόνο μια ενδεχόμενη επιλογή μεταξύ άλλων. Τα στοιχεία εκείνα που συνέδεαν τους γονείς τους σε ένα κόμμα –για παράδειγμα, η συμμετοχή σε ένα συνδικάτο ή η πίστη σε μια εκκλησία– πολύ συχνά δεν υπάρχουν πλέον. Ο συνακόλουθος πολιτικός τυχοδιωκτισμός συνέβαλε στο να ξεκινήσουν μια σειρά από νέα κινήματα ανά την Ευρώπη: μια ολόκληρη γενιά από Πράσινα κόμματα, καμιά φορά άλλα εθνικιστικά (ακόμη και πολύ παράξενα), συν μια χούφτα από φιλελεύθερες διασπάσεις. Ορισμένα κατέληξαν να είναι ιδιαίτερα περίεργοι σχηματισμοί, όπως το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, που μεταλλασσόμενο πέτυχε περισσότερες ψήφους από νέους παρά από ηλικιωμένους ψηφοφόρους στις τελευταίες ιταλικές εκλογές. Στην Ισπανία, ξεπήδησαν τόσο φιλελεύθερα όσο και δημαγωγικά κόμματα στην ακροδεξιά και στην ακροαριστερά. Ευθέως ξενοφοβικοί σχηματισμοί, όπως το Jobbik στην Ουγγαρία ή οι Δημοκράτες στη Σουηδία, ήδη κάπως μεταλλαγμένοι, ξεκίνησαν με νεανική στήριξη προτού διαμορφώσουν ευρύτερη βάση. Το γερμανικό AfD, που κι αυτό διακρίθηκε πολεμώντας τους μετανάστες, είδε τις δυνάμεις του να συγκρατούνται από τους πιο ηλικιωμένους ψηφοφόρους, καθώς αυτοί έχουν λιγότερες από τις μισές πιθανότητες σε σχέση με τους νεότερους να το στηρίξουν.

Οι πιο πετυχημένοι απ’ αυτούς τους πολιτικά εξεγερμένους κατορθώνουν να μεταμορφωθούν σε πολυσυλλεκτικούς σχηματισμούς. Το En Marche!, που έφερε τον Εμανουέλ Μακρόν στην εξουσία το 2017, το πέτυχε με τη συμμετοχή νέων και πιο ηλικιωμένων – εξίσου. Πέντε χρόνια αργότερα, έχοντας πλέον ενταχθεί στο κατεστημένο (και έχοντας τρυγήσει ταλέντα τόσο από τους Σοσιαλιστές όσο και από τους Ρεπουμπλικάνους, δηλαδή τα παραδοσιακά γαλλικά κόμματα), ο Εμ. Μακρόν οφείλει τη στήριξή του στο 36% των άνω των 60 ετών ψηφοφόρων, σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από εκείνο που πέτυχε στους κάτω των 25.

Γιατί όμως παρατηρείται αυτή η ηλικιακή διχοτομία; Οι νέοι και οι γεροντότεροι προσεγγίζουν διαφορετικά την πολιτική. Οι συνταξιούχοι διστάζουν να εγκαταλείψουν κόμματα που βοήθησαν ώστε να εμπεδωθεί η ειρήνη τα μεταπολεμικά χρόνια, ή πάλι που έφεραν τις δεκαετίες οικονομικής ανάπτυξης. Όλοι όμως που γεννήθηκαν στο γύρισμα της χιλιετίας και εκείνοι της «γενιάς Ζ», δηλαδή από τους για πρώτη φορά ψηφοφόρους μέχρι τους τριαντάρηδες, εκείνοι έχουν τα βιώματα δύο οικονομικών κρίσεων, συν των lockdown της πανδημίας Covid-19. Για όσους δεν γνώρισαν τον Ψυχρό Πόλεμο, η άκρα Αριστερά δεν ηχεί απειλητική: για τους παλιότερους Γάλλους ψηφοφόρους, η ριζοσπαστική αριστερή φιγούρα του Ζαν-Λικ Μελανσόν θυμίζει δυσάρεστα τους παλιούς Γάλλους κομμουνιστές που ορκίζονταν πίστη σε οτιδήποτε το σοβιετικό. Για τους νεότερους, αντιπροσωπεύει ένα σχέδιο «να γδύσουμε τους πλούσιους».

Πολλοί από τους νέους αισθάνονται ότι οι πολιτικοί των μεσαίων σχηματισμών παραχαϊδεύουν τους γεροντότερους πολίτες – εκείνους που πρόλαβαν να αγοράσουν σπίτι προτού απογειωθούν οι τιμές, που χαίρονται τώρα συντάξεις προστατευμένες από τον πληθωρισμό και που αφήνουν πίσω στο πέρασμά τους υψηλό δημόσιο χρέος και επιβαρυμένο περιβάλλον. Τον παλαιό ταξικό πόλεμο έχει αντικαταστήσει τώρα το διαγενεακό χάσμα. Οι μεταπολεμικές γενιές έχουν τα δικά τους κόμματα, οι μεταγενέστερες χτίζουν τώρα τα δικά τους – και, όλο και περισσότερο, αυτά είναι ριζοσπαστικά. […] Εν τω μεταξύ, η υποχώρηση των μεγάλων σχηματισμών κεντρώας στόχευσης συνεχίζεται, εδώ και δύο δεκαετίες.

Είναι το παλιό και καλό;

Βέβαια, το να παραμένει κανείς σ’ ένα καθιερωμένο δυοπώλιο κομμάτων δεν αποτελεί εγγύηση μετριοπάθειας – δείτε για παράδειγμα τους Ρεπουμπλικάνους στις ΗΠΑ. Ούτε όμως και η πολυδιάσπαση οδηγεί νομοτελειακά στον ριζοσπαστισμό. Η Γαλλία προσπέρασε τα πολυσυλλεκτικά της κόμματα, υπέρ περισσότερο κεντρώων θέσεων. Στο Βέλγιο και την Ολλανδία, η Βουλή έχει καμιά ντουζίνα κόμματα: εκεί οι εκλογές δεν είναι παρά το σήμα εκκίνησης για διαδικασίες σχηματισμού κυβέρνησης που μπορεί να χρειαστούν μήνες, αν όχι χρόνια.

Η πολυδιάσπαση της πολιτικής που επέφεραν οι νέοι έχει φέρει νέα ανταγωνιστικότητα στη δημόσια σφαίρα. Αυτό είναι καλό. Όμως τα παλιά κόμματα, όπως είχαν κυριαρχήσει στην ευρωπαϊκή πολιτική, είχαν τουλάχιστον βοηθήσει στο να πιέζονται οι εξτρεμιστές να προσαρμοσθούν σε κεντρώα καλούπια, ή έστω να παλέψουν για να πείσουν για την αξιοπιστία τους. Τώρα, κερδίζει χώρο ένα νέο μοντέλο: θα περιλάβει αναγκαστικά χώρο για εκείνους που μέχρι τώρα οι γεροντότεροι ψηφοφόροι έχουν αφήσει στο περιθώριο.