Το πορτρέτο ενός προέδρου ο οποίος είναι σεβαστός αλλ’ όχι αγαπητός

Το 2017 ο Εμανουέλ Μακρόν εντυπωσίασε τους Γάλλους όταν κατέκτησε το ανώτατο πολιτικό αξίωμα της χώρας, αφού μέσα σ’ έναν χρόνο έλιωσαν τα κόμματα της μεταπολεμικής Γαλλίας και ο ίδιος δημιούργησε το δικό του, τη République En Marche/REM.

Στην πενταετία της θητείας του γνώρισε πολλές αναταραχές, άλλες απ’ αυτές λόγω εξωτερικών δυνάμεων –μεταξύ άλλων, της πανδημίας του κορονοϊού και της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία–, ενώ άλλες υπό τη μορφή εσωτερικών προβλημάτων, από τρομοκρατικές επιθέσεις ή πάλι τη μακρότερη απεργία που γνώρισε η Γαλλία μετά τον Μάη του 1968 και μέχρι τις δυναμικές διαμαρτυρίες των Gilets Jaunes/Κίτρινων Γιλέκων.

Όταν εξελέγη για πρώτη φορά, η έλξη του Μακρόν προερχόταν από τη φρεσκάδα της προσωπικότητάς του, καθώς δεν κουβαλούσε δεκαετίες πολιτικής συναλλαγής, καθώς και από την πρόκληση που αποτελούσε ο ίδιος για την παλαιά τάξη πραγμάτων της γαλλικής πολιτικής. Πώς όμως άλλαξε τον πολιτικό νεοσσό η άσκηση της εξουσίας;

Όπως πάντα συμβαίνει στη σαφώς συγκεντρωτική πολιτική σκηνή της Γαλλίας, επί σχεδόν πέντε χρόνια ο Εμανουέλ Μακρόν αποτέλεσε μέχρι το εμμονικό επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης – στα ερτζιανά, στους δρόμους και στα σαλόνια της Γαλλίας. Ωστόσο, μέχρι και σήμερα ο ίδιος δεν παύει να αποτελεί μυστήριο: είναι ένας ηγέτης που ήρθε από το πουθενά, που δεν ανήκει σε κανένα κομματικό σύστημα, που αρνείται τις ιδεολογικές κατατάξεις και παραμένει κατά περίεργο τρόπο χωρίς ρίζες. Μπορεί το 2017 να έκανε προεκλογική καμπάνια ως αουτσάιντερ, όμως όταν πλέον εγκαταστάθηκε στην εξουσία η χαλαρή του αυτοπεποίθηση και το απόμακρο ύφος τον δυσκόλεψαν στο να συγκεντρώσει συμπάθειες ή και να χτίσει σχέσεις με τους άλλους. Ακόμη και όταν φανεί ότι το πετυχαίνει αυτό, πάλι η συνάντηση μαζί του αφήνει τους ανθρώπους σε σύγχυση. […]

Υπεροπτικός τεχνοκράτης, με σπουδές που ξεπερνούν το κανονικό, αποτελεί προϊόν των ελιτίστικων εκπαιδευτικών θεσμών της Γαλλίας. Η σιδηρόφρακτη αυτοπεποίθησή του τον οδηγεί στα όρια της υπεροψίας, ενώ η απόσταση που τηρεί από τους καθημερινούς ανθρώπους πλησιάζει την αδιαφορία. Σε μια προεκλογική δημοσκόπηση, 61% των ερωτώμενων θεώρησε ότι είναι «αυταρχικός», ενώ μόνον 26% «κοντά στα προβλήματα των ανθρώπων».

Πριν από πέντε χρόνια, ο Μακρόν κατανίκησε τη λαϊκίστικη δεξιά και κράτησε γύρω του το φιλελεύθερο κέντρο, με την υπόσχεση μιας νέας εποχής μετα-κομματικής πολιτικής. Στα χρόνια της θητείας του, η Γαλλία έγινε περισσότερο φιλο-επιχειρηματική, καινοτόμα, πιο έντονα ευρωπαϊκή, πιο πράσινη – υπό κάποιες έννοιες πιο ανοιχτή. Ταυτόχρονα, όμως, κατέληξε να είναι και πιο πολωμένη: μια κοινωνία που ανησυχεί όχι μόνο για την απόμακρη ελίτ της, αλλά και για την εθνική της ταυτότητα, για την επίπτωση που έχει η μετανάστευση στη ζωή και για τη θέση του Ισλάμ σε μια λαϊκή/μη θρησκευτική δημοκρατία.

[…] Έτσι που δεν οφείλει νομιμοφροσύνη σε κάποιο κατεστημένο πολιτικό κόμμα, ο Μακρόν διαχειρίστηκε την Προεδρία όπως και την προεκλογική του εκστρατεία: «Είναι μοναχικός, αποφασίζει για τα πάντα ο ίδιος, μόνος του», εξηγεί ο Gérard Araud που υπηρέτησε ως πρέσβης της Γαλλίας στην Ουάσιγκτον μέχρι το 2019.

Στο κέντρο του συστήματος του Μακρόν βρίσκεται ο έλεγχος – της πολιτικής, της διπλωματίας, των διορισμών, των δημοσίων δηλώσεων. Ένας τέτοιος μηχανισμός μπορεί να είναι αποτελεσματικός – ιδίως όταν πρόκειται για την εφαρμογή δεσμεύσεων πολιτικής που άλλοι, προηγούμενοι πρόεδροι δεν μπόρεσαν να υλοποιήσουν: ελευθέρωση της αγοράς εργασίας, κατάργηση συνταξιοδοτικών προνομίων π.χ. των σιδηροδρομικών, μειώσεις φόρων, ενθάρρυνση της επένδυσης σε τομείς από τις τεχνολογικές startups μέχρι την προσχολική αγωγή. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας ο Μακρόν συχνά ανέλαβε κινδύνους μόνος και συχνά παρά τις αντίθετες συμβουλές. Άνοιξε πάλι τα σχολεία δυο μήνες νωρίτερα από τις εισηγήσεις, ενώ καθιέρωσε το «πάσο Covid» παρά τις επιφυλάξεις που του διατυπώθηκαν ότι ένα τέτοιο μέτρο θα λειτουργούσε προς την κατεύθυνση αντι-εμβολιαστικής εξέγερσης. Τα ποσοστά εμβολιασμού στη Γαλλία σε λίγο υπερέβαιναν τα ποσοστά Γερμανίας ή Βρετανίας…

Πλην όμως, αυτή η υπερσυγκεντρωτική Προεδρία μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στους συμβούλους του προέδρου ή τους διπλωμάτες, που χρειάζεται να ζουν με αποφάσεις της τελευταίας στιγμής ή επαναδιατυπώσεις της πολιτικής. Ο Pascal Lamy, ο οποίος έχει υπηρετήσει ως επικεφαλής του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και είναι από τους κοντινότερους στον Μακρόν, περιγράφει πώς ο πρόεδρος μπορεί να σκίσει ένα ολόκληρο τμήμα της προεκλογικής ομιλίας του ακούγοντας καθ’ οδόν επιστήμονες να του εξηγούν τους κινδύνους που συνεπάγονται τα μικροπλαστικά για τη βιοποικιλότητα των ωκεανών.

«Όταν οι άλλοι δεν κάνουν όσα τους αναθέτει ακριβώς όπως τα θέλει παραπονιέται ότι καλύτερα θα ήταν να τα κάνει όλα μόνος του», λέει ένας από τους βουλευτές του. Τα εισερχόμενα του προέδρου συχνά ξεχειλίζουν με θέματα που περιμένουν την προσωπική του απόφαση. Επίσης, δεν διστάζει να απομακρύνει όσους δεν του είναι πλέον χρήσιμοι. «Ο Εμανουέλ γνωρίζει πώς να παίρνει από κάθε άνθρωπο εκείνα όπου είναι χρήσιμα για τον ίδιο», είχε πει κάποτε στη Monde ο (νευρολόγος) πατέρας του προέδρου.

Αυτή η εμμονή με τον έλεγχο φθάνει και μέχρι τη σχέση του Μακρόν με τον χρόνο: έχει την τάση να λέει –μεγαλοπρεπώς– ότι λειτουργεί ως «άρχοντας των ρολογιών», ότι δηλαδή έχει την ικανότητα να υπαγορεύει τον ρυθμό των πραγμάτων, να επιταχύνει ή να φρενάρει τις εξελίξεις, όπως ο ίδιος το θεωρεί σωστό. Το βέβαιο είναι ότι κατορθώνει να κάνει κάθε μέρα να χωράει περισσότερα απ’ όσα οποιοσδήποτε άλλος. Μια φορά, όταν το προεδρικό αεροπλάνο επέστρεφε από το Πεκίνο, οι σύμβουλοί του διαδέχονταν ο ένας τον άλλον, να τον συναντούν για ενημερώσεις και οδηγίες – χωρίς ο ίδιος να διακόψει ούτε στιγμή κατά τη διάρκεια του 9ωρου ταξιδιού. […]

Μετά από 5 χρόνια Προεδρίας, εύκολα λησμονεί κανείς ότι ο Μακρόν σχεδίασε αυτήν την ολύμπια διαχείριση των πραγμάτων σε αντίθεση με την «κανονική» Προεδρία που ενσάρκωνε ο σοσιαλιστής προκάτοχός του Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος είχε γίνει γνωστός με το παρατσούκλι flan, που παραπέμπει σε ένα είδος κρέμας καραμελέ. Ο Ολάντ είχε προσπαθήσει να προσγειώσει τη θεατρικά δυναμική προεδρία του Νικολά Σαρκοζί: αντ’ αυτού, η θητεία Ολάντ κατέληξε σε μια μετριότητα, αμφιθυμία και στασιμότητα. Ο Μακρόν συμπέρανε ότι οι Γάλλοι θα επιθυμούσαν μιαν απόλυτη αλλαγή πορείας – όχι μόνο προς την κατεύθυνση μιας διακυβέρνησης αποτελεσματικής, αλλά οιονεί μοναρχικής.