Η επίσκεψη του Προέδρου Σι Ζιν Πινγκ στο Ριάντ αναδεικνύει την ανερχόμενη επιρροή του Πεκίνου στον Κόλπο

Αν δεν υπήρχε η ανησυχία για την πορεία των τιμών στην ενέργεια, θα αρκούσε το πρόσφατο Μουντιάλ για να στρέψει το διεθνές ενδιαφέρον στην Αραβική Χερσόνησο. Εκεί όπου οι στενοί δεσμοί με τις ΗΠΑ δείχνουν να κλονίζονται και η θέση της Κίνας να ενισχύεται. Το άρθρο αυτό του Economist εξηγεί τους λόγους.

Το κλίμα στην Αραβική Χερσόνησο ήταν νευρικό. Μετά από μια απότομη άνοδο των τιμών του πετρελαίου, ακολούθησε υποχώρησή τους καθώς οι οικονομίες των πλουσίων χωρών περνούσαν σε ύφεση. Οι συγκρούσεις που υποφώσκουν στον Περσικό Κόλπο δημιούργησαν ανησυχίες στη Σαουδική Αραβία για επιθέσεις στις πετρελαϊκές της εγκαταστάσεις, φέρνοντάς της την προθυμία να αποκτήσει βαλλιστικούς πυραύλους προκειμένου να αποτρέψει κινήσεις των ανταγωνιστών της. Αισθανόμενος αποδιωγμένος από τις ΗΠΑ, ένας νεαρός και ισχυρός Σαουδάραβας πρίγκιπας στράφηκε αντί των Αμερικανών στην Κίνα, η οποία υπέγραψε με το βασίλειο της ερήμου μυστική συμφωνία να του προμηθεύσει τα όπλα που έχει ανάγκη.

Πάμε σαν άλλοτε

Αν αυτή η αφήγηση σας φέρνει μια αίσθηση déjà vu, σωστή είναι η εντύπωσή σας! Συνέβη πριν από τέσσερις δεκαετίες και οδήγησε στην εγκαθίδρυση Σινο-Σαουδαραβικών σχέσεων, το 1992. Μεγάλο μέρος όσων συμβαίνουν σήμερα απήχησε εκείνη την κατάσταση όταν –στις 7 Δεκεμβρίου– ο Σι Ζιν Πινγκ βρέθηκε, για δεύτερη επίσημη επίσκεψη, στη Σαουδική Αραβία.

Όμως, τα πράγματα δεν είναι πλέον τα ίδια. Σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε τη δεκαετία του 1980, η Σαουδική Αραβία –και οι γείτονές της στον Κόλπο– διατηρούν πλέον ισχυρούς εμπορικούς δεσμούς με την Κίνα. Αλλά και πάλι, οι αναλογίες με το τότε παραμένουν: οι Σαουδάραβες συνεχίζουν να μεταχειρίζονται την Κίνα ως αντίβαρο προς τις ΗΠΑ, που για τα μάτια τους έχει πλέον εξελιχθεί σε ιδιαίτερα αναξιόπιστο εταίρο στη δεκαετία που μας πέρασε.

Η πρόκληση που έχουν μπροστά τους οι χώρες του Κόλπου είναι πώς θα εξισορροπήσουν τις δύο αυτές προσεγγίσεις τους όσον αφορά την Κίνα. Η πρώτη γίνεται όλο και πιο ελκυστική. Η Κίνα αποτελεί μεγάλη αγορά για τις εξαγωγές τους, καθώς και μείζων πηγή επενδύσεων στον Κόλπο. Η δεύτερη –εκείνη που θέλει την Κίνα να λειτουργεί ως στρατηγικό αντίβαρο απέναντι σε μια ολοένα και πιο απρόβλεπτη Αμερική– είναι λιγότερο πειστική: η Κίνα δεν είναι εύκολο να λειτουργήσει ως υποκατάστατο των ΗΠΑ. Πέραν τούτου, στην προσπάθειά τους να παίξουν τη μια δύναμη απέναντι στην άλλη, οι ηγέτες των χωρών του Κόλπου μπορεί να επιτύχουν την εγκατάλειψή τους από τις ΗΠΑ, πράγμα το οποίο φοβούνται.

Πελάτης και επενδυτής

Ας ξεκινήσουμε από την οικονομική σχέση του Κόλπου με την Κίνα, σχέση που βρίσκεται σε ανοδική τροχιά. Στον πυρήνα της είναι πάντα η ενέργεια. Για το 2021, 51% των εισαγωγών αργού πετρελαίου της Κίνας προερχόταν από αραβικές χώρες, απ’ αυτές δε τα 4/5 είναι από τις μοναρχίες του (6μελούς) Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου/GCC. Τον Νοέμβριο η γιγαντιαία κρατική ενεργειακή εταιρεία Sinopec υπέγραψε 27ετή συμφωνία αγοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου από το Κατάρ: πρόκειται για τη μακρότερη συμφωνία τέτοιου τύπου που έχει υπογραφεί ποτέ.

Σ’ όλο το διάστημα μετά το 2005, η Κίνα έχει υπογράψει μεγάλες επενδυτικές και κατασκευαστικές συμφωνίες με αραβικές χώρες – συνολικού ύψους 223 δισ. δολαρίων σύμφωνα με το think tank American Enterprise Institute. Απ’ αυτό το σύνολο, 52% ήταν με χώρες του GCC (τα υπόλοιπα κατευθύνθηκαν κυρίως σε Αλγερία, Αίγυπτο και Ιράκ). Ο ρυθμός των συμφωνιών αυτών επιταχύνθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 2010. (βλ. Διάγραμμα). Λόγω της πανδημίας και της γενικής υποχώρησης των κινεζικών επενδύσεων παγκοσμίως, ο ρυθμός αυτός υποχώρησε. Όμως η Κίνα δεν έπαψε να βλέπει τον Κόλπο ως πολλά υποσχόμενη περιοχή. Στο πρώτο 6μηνο του 2022, η Σαουδική Αραβία έλαβε 5,5 δισ. δολάρια σε επενδύσεις και συμβάσεις στα πλαίσια της πολιτικής OneBelt/OneRoad της Κίνας – ποσό μεγαλύτερο απ’ οποιανδήποτε άλλη χώρα.

Μεγάλο μέρος των επενδύσεων παραμένει επικεντρωμένο στον τομέα της ενέργειας. Αλλά και το υπόλοιπο εμπόριο είναι σχετικό με το πετρέλαιο: οι εισαγωγές της Κίνας από την περιοχή αυτή συγκροτούνται σχεδόν πλήρως από πετροχημικά και άλλες πρώτες ύλες. Οι χώρες του Κόλπου έχουν άγχος να διαφοροποιήσουν τις οικονομίες τους από το πετρέλαιο, οπότε βλέπουν την Κίνα ως κεντρικό παράγοντα σ’ αυτή την προσπάθεια. Το 2021 η Κίνα είχε ρίξει πολλά κεφάλαια σε ξενοδοχεία στο Ομάν, ή πάλι σε μονάδα παραγωγής αυτοκινήτων στη Σαουδική Αραβία.

Στρατηγικοί δεσμοί

Πάντως, στις ΗΠΑ τίποτε απ’ όλα αυτά δεν δημιουργεί ιδιαίτερη ανησυχία. Εκείνο που φέρνει ταραχή στην Ουάσιγκτον είναι οι ανερχόμενοι στρατηγικοί δεσμοί του Κόλπου με την Κίνα: τηλεπικοινωνίες, ασφάλεια και –όλο και περισσότερο– ο κλάδος της άμυνας είναι εκείνοι που τους προβληματίζουν. Οι χώρες του GCC είναι ενθουσιώδεις πελάτες της Huawei, του κινεζικού γίγαντα των τηλεπικοινωνιών που βρίσκεται υπό καθεστώς κυρώσεων των ΗΠΑ. Δεν έχουν επιφυλάξεις να συνεργάζονται με τη Sense Time, εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης που βρίσκεται σε μαύρη λίστα των ΗΠΑ λόγω κατασκοπικού λογισμικού που διαθέτει εις βάρος των Ουιγούρων του Σινκιάνγκ: τον περασμένο Σεπτέμβριο, το κρατικό επενδυτικό κεφάλαιο της Σαουδικής Αραβίας συμφώνησε σε δημιουργία κοινοπραξίας (joint venture) με τη Sense Time, ύψους 270 εκατ. δολαρίων, για την κατασκευή κοινού εργαστηρίου τεχνητής νοημοσύνης.

Επιπλέον, η Κίνα έχει πουλήσει και εξοπλισμένα drones στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, για χρήση στα πολεμικά μέτωπα της περιοχής. Τον Μάρτιο, σαουδαραβική εταιρεία συμφώνησε με κρατική κινεζική αμυντική βιομηχανία να κατασκευασθούν drones στο βασίλειο. Κατάσκοποι των ΗΠΑ θεωρούν ότι η Κίνα βοηθά και στην παραγωγή βαλλιστικών πυραύλων[…].

Ο Πρόεδρος Σι έγινε δεκτός στη Σαουδική Αραβία πιο θερμά από τον Τζο Μπάιντεν, του οποίου το ταξίδι τον περασμένο Ιούλιο (το πρώτο του ως Προέδρου) είχε ένα στοιχείο απόγνωσης: οι τιμές του αργού ήταν τότε ψηλά, οι αμερικανικές εκλογές βρίσκονταν κοντά και χρειαζόταν βοήθεια. Οι Σαουδάραβες τον έστειλαν πίσω με άδεια χέρια. Ο πρόεδρος Σι, αντιθέτως, θα επιστρέψει με πολλές επενδυτικές συμφωνίες και άλλες ανακοινώσεις. Η φιλική αυτή υποδοχή προς τον Πρόεδρο Σι, σε αντίθεση με την παγωμένη προς τον Μπάιντεν, δεν θα πάει καλά στο κλίμα της Ουάσιγκτον.

Κατανοώντας το… διαζύγιο

Σε ιδιωτικές συνομιλίες, οι επίσημοι των χωρών του Κόλπου δηλώνουν απεγνωσμένοι με την Αμερική, η πολιτική της οποίας τους φαίνεται ακατανόητη. Τρεις διαδοχικοί Αμερικανοί Πρόεδροι έχουν εκδηλώσει πρόθεση μείωσης του ρόλου των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, πλην όμως δεν θέλουν να δουν άλλες δυνάμεις να αυξάνουν εκεί τη δύναμή τους όσο εκείνοι αποχωρούν. Η ενόχληση των χωρών του Κόλπου είναι κατανοητή.

Αλλά και των ΗΠΑ η θέση βγάζει νόημα. Οι χώρες της GCC παραπονούνται ότι η Αμερική δεν έχει πράξει αρκετά για να τους προστατεύσει από τον μεγάλο εχθρό των Αράβων στον Κόλπο, το Ιράν, με το οποίο όμως η Κίνα υπέγραφε πέρσι 25ετή συμφωνία «στρατηγικής εταιρικής συνεργασίας». Μεγάλο μέρος του αργού που εξάγεται από ιρανικά λιμάνια, παρά τις κυρώσεις των ΗΠΑ, καταλήγει σε κινεζικά διϋλιστήρια. Ο δε Πρόεδρος Σι είναι από τους λίγους ηγέτες με επιρροή στο Ιράν – την οποία όμως δεν χρησιμοποιεί […].

Ο Πρόεδρος Μπάιντεν θα χρειαστεί να αποδεχθεί τον ευρύτερο ρόλο της Κίνας στην περιοχή. Όμως και οι δύο πλευρές θα πρέπει να δεχθούν ότι –όπως συνέβη και στη δεκαετία του 1980– η Κίνα δεν είναι δυνατόν να αντικαταστήσει πλήρως την Αμερική στον Κόλπο.