Για ποιους λόγους οι τιμές του πετρελαίου καταγράφονται έντονα ανοδικές

Τη δεκαετία του ‘70, οι αραβικές χώρες είχαν χρησιμοποιήσει το «όπλο των πετρελαϊκών εμπάργκο» προκειμένου να τιμωρήσουν τις Δυτικές κυβερνήσεις για τη στήριξη που παρείχαν στο Ισραήλ. Στις 30 Μαΐου του 2022, οι επικεφαλής των κυβερνήσεων των «27» της ΕΕ συμφώνησαν να στρέψουν το ίδιο αυτό όπλο εναντίον του εαυτού τους, ως μέρος ενός ακόμη γύρου κυρώσεων κατά της Ρωσίας μετά την εισβολή που αυτή πραγματοποίησε στην Ουκρανία. Αυτό το πακέτο κυρώσεων, πέραν του ότι περιέλαβε τον αποκλεισμό της μεγαλύτερης τράπεζας της Ρωσίας (της Sberbank) από το διασυνοριακό σύστημα πληρωμών SWIFT, εισήγαγε απαγόρευση των αγορών ρωσικού αργού καθώς και διυλισμένων προϊόντων πετρελαίου, όπως το ντίζελ, μέχρι το τέλος του έτους. Με την ανακοίνωση της είδησης αυτής, η τιμή του βαρελιού Brent επανεκτοξεύθηκε πάνω από τα 120 δολάρια, στο υψηλότερο δηλαδή επίπεδο από τον Μάρτιο.

Σε επίπεδο αρχών, η απόφαση αυτή έχει μεγάλη σημασία. Πέραν του ότι αποτελεί επίδειξη ενότητας καθώς και προθυμία της ΕΕ να αναδειχθεί οικονομικό κόστος προκειμένου να τιμωρηθεί η Ρωσία, κόβει έναν από τους τελευταίους εναπομένοντες εμπορικούς δεσμούς με το Κρεμλίνο. Επίσης, θέτει σε κίνδυνο μία από τις πλέον κερδοφόρες πηγές συναλλαγματικών εσόδων της Ρωσίας. Η ΕΕ αποτελεί τη μεγαλύτερη αγορά αργού για τη Ρωσία, καθώς αγοράζει σχεδόν τις μισές εξαγωγές πετρελαίου της.

Υπάρχουν ωστόσο λόγοι να είναι κανείς δύσπιστος για το αν η κίνηση αυτή θα αποστερήσει τη Ρωσία από μεγάλο μέρος του εξωτερικού της συναλλάγματος. Πρώτα-πρώτα, η εν λόγω απαγόρευση έχει εφαρμογή μόνο στη διά θαλάσσης μεταφορά αργού – δηλαδή μέσω τάνκερ. Αυτό το στοιχείο αποτελεί το κόστος της ενότητας: η εξαίρεσή του μέσω αγωγών μεταφερόμενου αργού υπήρξε απαραίτητη προκειμένου να βρεθεί έδαφος συμφωνίας με την Ουγγαρία, η οποία ταυτοχρόνως τρέφει συμπαθέστερα αισθήματα προς τη Ρωσία απ’ όσο οι περισσότερες άλλες χώρες της ΕΕ, αλλά και εξαρτάται κατά πολύ από τον πετρελαιαγωγό (της Σοβιετικής εποχής) Ντρούζμπα – το όνομα σημαίνει «Φιλία» στα ρωσικά. Η Ουγγαρία εισάγει το 65% του αργού της από τη Ρωσία.

Το διά θαλάσσης μεταφερόμενο αργό αποτελεί αντίστοιχο ποσοστό των συνολικών εισαγωγών της Ευρώπης από τη Ρωσία. Όμως αυτή η απαγόρευση είναι πιθανό να έχει περιορισμένη μόνο επίπτωση στην αγορά πετρελαίου. Πολλά τάνκερ υπόκεινται ήδη σε «αυτο-κυρώσεις» σε ορισμένες περιοχές της Δύσης. Λιμενεργάτες έχουν προβάλει άρνηση να ξεφορτώσουν πλοία που μεταφέρουν ρωσικό αργό, ενώ οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες ανησυχούν για την επίπτωση που θα έχει στη φήμη τους η τυχόν αποδοχή ρωσικών φορτίων. Οι Δυτικές επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα υπαναχωρούν από τη σύναψη ασφαλιστηρίων: μπορεί ασφαλιστές μεν με έδρα σε χώρες συμμάχους της Ρωσίας να τους αντικαταστήσουν εν μέρει, ωστόσο δεν έχουν τις ίδιες βαθιές τσέπες.

Μεγάλο ερώτημα είναι και το αν το διά θαλάσσης μεταφερόμενο ρωσικό αργό, όταν πλέον θα έχει τεθεί υπό καθεστώς κυρώσεων, θα παραμείνει χωρίς αγοραστές. Μέχρι τώρα, οι εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου σημείωσαν αύξηση τη στιγμή ακριβώς που υπάγονταν σε κυρώσεις. Σύμφωνα με τους αναλυτές της J.P. Morgan Chase, μεγάλο μέρος της αύξησης προκύπτει από την Ινδία, η οποία δεν έχει επιβάλει δικές της κυρώσεις. Άλλο ερώτημα είναι το κατά πόσον η Ευρώπη θα απαγορεύσει τελικώς και τις μέσω αγωγού εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου, το οποίο δυσκολότερα ανακατευθύνεται προς άλλες χώρες. Η Γερμανία και η Πολωνία δήλωσαν ότι θα σταματήσουν να εισάγουν μέσω του πετρελαιαγωγού Ντρούζμπα. Όμως δύσκολα θα έβλεπε κανείς την Ουγγαρία να αίρει τις αντιρρήσεις της στην ευρύτερη αυτή απαγόρευση […].

Παρά το μερικό αυτό εμπάργκο, η ένταση που υπάρχει στην πετρελαϊκή αγορά έχει διατηρήσει σταθερά υψηλές τις τιμές. Η ζήτηση καυσίμων διατηρείται σε υψηλά επίπεδα όσο η πανδημία υποχωρεί και όσο οι καταναλωτές αρχίζουν πάλι να οδηγούν και να κάνουν αεροπορικά ταξίδια, ενώ και κυβερνήσεις προσπαθούν να προφυλάξουν τους ψηφοφόρους από το υψηλότερο κόστος ενέργειας. Η πρόσφατη χαλάρωση των κινεζικών περιορισμών λόγω πανδημίας προσέθεσε κι άλλη δίψα για καύσιμα. Αλλά και οι τιμές των βιομηχανικών μετάλλων (όπως το σιδηρομετάλλευμα ή ο χαλκός) σημείωσαν και αυτές σημαντική άνοδο.

Οι εντάσεις σε επίπεδο προσφοράς σε συνδυασμό και με την ισχυρή ζήτηση μεταφράζονται σε υψηλότερες τιμές για τον καταναλωτή στην αντλία βενζίνης. Επιπλέον, οι παρατηρούμενες ελλείψεις δυναμικότητας στα αμερικανικά διυλιστήρια οδήγησαν σε αυξήσεις της τιμής των βενζινών και του ντίζελ ακόμη μεγαλύτερες απ’ ό,τι το κόστος του αργού – ενώ η άνοδος του δολαρίου προσθέτει κι αυτό κόστος στην Ευρώπη. Όλα αυτά δε είναι δυσάρεστα νέα για ένα ήδη πληθωριστικό περιβάλλον.

Τα αραβικά εμπάργκο της δεκαετίας του ‘70 έφεραν βραχυπρόθεσμα πόνο στη Δύση, αλλά οδήγησαν και σε προσπάθεια βελτίωσης της αποτελεσματικής χρήσης των καυσίμων, πράγμα που εν τέλει περιόρισε την εξάρτηση από το πετρέλαιο. Σήμερα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μπορεί να ανακαλύψουν ότι ελπίζουν ο βραχυπρόθεσμος πόνος που θα νιώσουν οι καταναλωτές να δώσει πιο μακροπρόθεσμα τη θέση του σε βελτίωση της ενεργειακής ασφάλειας.