Ο πόλεμος στην Ουκρανία μπορεί να δημιουργήσει ισχυρή ζήτηση για καθαρές τεχνολογίες, που οι ΗΠΑ θα διαθέτουν συντόμως

Η ευκαιρία να προκύψει πράσινη ανάκαμψη μετά την εποχή της Covid-19 σπαταλήθηκε. Μια ανάλυση που αφορά τα άνω των 14 τρισεκατομμυρίων δολαρίων που δαπανήθηκαν από 19 χώρες και την ΕΕ για την τόνωση των οικονομιών υπό συνθήκες κορονοϊού καταδεικνύει ότι μόλις ένα 6% κατευθύνθηκε σε προγράμματα που είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε περιορισμό των εκπομπών άνθρακα. Ιδιαίτερα κακές υπήρξαν οι επιδόσεις των ΗΠΑ: ελάχιστα κονδύλια από την απλόχερη δαπάνη των 6 τρισ. δολαρίων ήταν φιλικά προς το κλίμα. Ίσως όμως το καλύτερο που μπορεί να πει κανείς σήμερα για την καταστροφή της Ουκρανίας να είναι ότι η ενεργειακή κρίση που επακολούθησε δίνει πλέον την ευκαιρία να αντιστραφεί εκείνη η αποτυχία.

Βέβαια, οι πρώτες αντιδράσεις υπήρξαν αρκετά απογοητευτικές. Έτσι που οι ευρωπαϊκές χώρες πασχίζουν να βρουν υποκατάστατα για το ρωσικό φυσικό αέριο και το αντίστοιχο αργό πετρέλαιο, εκείνο που προέχει είναι οι άμεσες βολικές λύσεις – οι οποίες οδηγούν σε υψηλότερες τιμές και ενδεχομένως σε υψηλότερη παραγωγή αερίου και αργού. Η διοίκηση Μπάιντεν –που αυτοχαρακτηρίσθηκε η πλέον πράσινη όλων των εποχών– πιέζει τους παραγωγούς να εντείνουν τις γεωτρήσεις. Εν τω μεταξύ η κεντρική της περιβαλλοντική πολιτική ακόμη παλεύει να προσπεράσει τα εμπόδια που θέτει το Κογκρέσο. Στην πρόσφατη ομιλία του για την κατάσταση του έθνους, ο πρόεδρος Μπάιντεν περισσότερα ανέφερε για τον διαβήτη παρά για την κλιματική αλλαγή. Και όμως: διαμορφώνονται ελπιδοφόρες συνθήκες – ιδίως μάλιστα στην Αμερική.

Ο κλάδος καθαρής ενέργειας βρίσκεται στη χώρα αυτή σε αναβρασμό. Ένα από τα μεγαλύτερα συνέδρια του κόσμου για την ενέργεια αξιοποιήθηκε προκειμένου να προβληθεί ευρύτερα η κυβερνητική έκκληση για περισσότερους υδρογονάνθρακες. Λιγότερο όμως συζητήθηκε –επισημαίνει ο Ντάνιελ Γιέργκιν, που θεωρείται γκουρού της ενέργειας και είναι ένας από τους συνδιοργανωτές της CERAWeek– το γεγονός ότι το τμήμα εκείνο του συνεδρίου που είναι αφιερωμένο στην ενεργειακή καινοτομία προσείλκυσε περισσότερο κόσμο απ’ ό,τι η κυρίως διοργάνωση. Οι δράσεις καθαρής τεχνολογίας εξασφάλισαν 87 δισ. επενδύσεων από εταιρείες venture capital και από ιδιώτες κεφαλαιούχους στο 12μηνο διάστημα μέχρι τον Ιούνιο 2021. Παρά δε την άνοδο των επιτοκίων, δεν υπάρχουν ενδείξεις να περιορίζεται αυτή η επενδυτική ακμή. Η ακμή αυτή οδηγείται από τρεις παράγοντες, οι οποίοι το πιθανότερο είναι να ενταθούν: ο φόβος της κοινωνίας από την κλιματική αλλαγή, οι μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις των επιχειρήσεων για απανθρακοποίηση και η (μη επαρκώς αξιολογημένη) επίπτωση επιδέξιων νομοθετικών ρυθμίσεων που ισχύουν σήμερα.

Οι τελευταίες αυτές περιλαμβάνουν τον Νόμο Ενεργειακής Πολιτικής που πέρασε –με δικομματική στήριξη– το 2020, με τον οποίο επεκτάθηκε αισθητά ο ρόλος του Υπουργείου Ενέργειας σε θέματα έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, αλλά και τον Νόμο Υποδομών του 2021, που ενίσχυσε την επίπτωση του προηγούμενου. Γνωστότερα βέβαια είναι τα στοιχεία που αφορούν το κλίμα στο νομοσχέδιο Build Back Better αλλά έχουν ανασχεθεί στο Κογκρέσο, στοιχεία ουσιώδη για τη χρονική προσέγγιση που έχει επιλέξει ο πρόεδρος Μπάιντεν για την απανθρακοποίηση της οικονομίας. Πλην όμως, αυτές οι πολιτικές εν πολλοίς στρέφονται στην επιτάχυνση ώριμων τεχνολογιών – όπως της ηλιακής και αιολικής ενέργειας. Οι δύο νόμοι που είχαν προηγηθεί επικεντρώνονταν στην ανάπτυξη τεχνολογιών αιχμής, επί των οποίων θα στηριχθεί το μεγαλύτερο μέρος των προσπαθειών απανθρακοποίησης παγκοσμίως.

Προκειμένου να αναλάβει αυτό το έργο, το Υπουργείο Ενέργειας, που έως τώρα μεριμνούσε για τα πυρηνικά των ΗΠΑ, αναδιαρθρώνεται. Ένα από τα υφυπουργεία του είναι πλέον αφιερωμένο στην καινοτομία. Ανάμεσα στα νέα του προγράμματα υπάρχουν τρία που υπόσχονται πολλά: το πρώτο έχει ως στόχο να μειώσει το κόστος παραγωγής του υδρογόνου κατά 80% μέσα σε μία δεκαετία· ένα άλλο να περιορίσει κατά 90% το κόστος της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας· το τρίτο να αναπτυχθεί ένας αποδοτικός τρόπος για απορρόφηση του άνθρακα από την ατμόσφαιρα.

Ασφαλώς, μπορεί να είναι κανείς επιφυλακτικός για το πόσο μακριά μπορεί να φθάσουν αυτές οι προσπάθειες. Το δίκτυο 17 εθνικών εργαστηρίων που έχει στηρίξει το Υπουργείο Ενέργειας είχε πάντοτε εξαιρετικές επιτυχίες: πλην όμως, οι επιδόσεις των ΗΠΑ στο μάρκετινγκ των εφευρέσεών τους είναι άθλιες. Ενώ, για παράδειγμα, αμερικανική υπήρξε η εφεύρεση των φωτοβολταϊκών, αφέθηκε στην Ιαπωνία, τη Γερμανία και αργότερα στην Κίνα –όπου πλέον παράγονται τα 70% των ηλιακών πάνελ– η ανάπτυξη της αγοράς τους.

Ενώ δε στις ΗΠΑ τροφοδοτήθηκε με πελώρια δημόσια κονδύλια η ανάπτυξη ηλεκτρικών αυτοκινήτων, ιδίως μετά το πετρελαϊκό σοκ του 1971, εν συνεχεία αφέθηκαν ιαπωνικές, γερμανικές και ευρωπαϊκές εταιρείες να τα φέρουν στην αγορά.

Όπως επισημαίνει ο Νίκος Τσάφος του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών/CSIS, το πρόβλημα έγκειται στο ότι, ενώ οι πολιτικοί έχουν τη γενική ιδεολογική πεποίθηση ότι η Αμερική διαθέτει το πνεύμα της καινοτομίας, ειδικότερα όμως εκείνοι της δεξιάς παλεύουν προκειμένου να αντιληφθούν ότι χρειάζεται πέραν της εφεύρεσης και η εφαρμογή. Προκειμένου να επεκταθεί γρήγορα η χρήση των καθαρών τεχνολογιών απαιτούνται δύο πράγματα, τα οποία οι ΗΠΑ εν γένει στερούνται: το ένα είναι μια εθνική πολιτική κλίματος που να αυξάνει το κόστος της ρύπανσης (και ως εκ τούτου να δημιουργείται ζήτηση)· το άλλο είναι μια βιομηχανική πολιτική, ικανή να τονώνει την προσφορά.

Η οπτιμιστική άποψη γύρω από την ενεργειακή κρίση λέει ότι θα οδηγήσει σε διεξόδους και στα δύο αυτά επίπεδα. Ήδη, στην Ευρώπη παρατηρείται αύξηση της ζήτησης για καθαρή τεχνολογία προελεύσεως ΗΠΑ. Η ίδια αυτή κρίση μπορεί και να πείσει το Κογκρέσο των ΗΠΑ να δαπανήσει περισσότερο κεφάλαιο –πολιτικό και δημόσιο– προκειμένου να ψηφισθούν ταχύτερα οι περιβαλλοντικές πτυχές του προγράμματος Build Back Better που θα σημάνουν την ανταπόκριση των ΗΠΑ στη ζήτηση· επίσης, να αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη δημιουργικότητα την ανάγκη βιομηχανικής πολιτικής.

Στην Ανατολική Ευρώπη, ο φόβος που προκάλεσε ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχε δώσει ήδη γεωπολιτική πλέον διάσταση στην ενεργειακή μετάβαση – ακόμη και πριν αυτός εισβάλει στην Ουκρανία. Η Πολωνία και η Ρουμανία ανήκουν στις πλέον πρόθυμες χώρες να εγκαταστήσουν μικρές αρθρωτές πυρηνικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, δηλαδή μια μη δοκιμασμένη τεχνολογία με την οποία τώρα πειραματίζονται οι αμερικανικές εταιρείες. Ο πόλεμος έφερε την υπόσχεση μιας ταχύτερης ανάπτυξης, φθηνής και ασφαλούς ενέργειας – και τούτο τη στιγμή που οι σημερινοί βασικοί παίκτες των πυρηνικών, η Κίνα και η Ρωσία, κατέληγαν να είναι λιγότερο ελκυστικές. Η Γερμανία και άλλοι υπόσχονται να καταστήσουν τη δημιουργία νέων υποδομών για υδρογονάνθρακες προσαρμόσιμη και σε μη ορυκτές μορφές ενέργειας. Έτσι, η υπόσχεση του καγκελαρίου Όλαφ Σολτς να δημιουργήσει δύο νέα τέρμιναλ για LNG συνοδεύθηκε από την προοπτική μετατροπής τους σε χρήση για πράσινο υδρογόνο. Κι αυτή η τεχνολογία είναι ισχυρό σημείο των ΗΠΑ.

Όταν εξαντλούνται όλες οι εναλλακτικές…

Εδώ λοιπόν δημιουργείται η ευκαιρία να συνδεθεί η πιο προωθημένη τεχνολογία καθαρής ενέργειας με την πιο προωθημένη πολιτική κλίματος. Η διοίκηση Μπάιντεν διακηρύσσει ότι αυτή η λογική τη συγκινεί ιδιαίτερα. «Όλη η κυβερνητική πολιτική επιδιώκει σήμερα την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης με βάση τόσο την ενεργειακή ασφάλεια όσο και την κλιματική αλλαγή», εξηγεί ένα υψηλό στέλεχος. Το ζήτημα είναι, τώρα, αν κάτι απ’ αυτό το πνεύμα θα καταλήξει να είναι παρόν και στο Κογκρέσο των ΗΠΑ.