Γιατί ο εντυπωσιακός ρυθμός ανόδου των επενδύσεων διεθνώς είναι πιθανόν να διαρκέσει πολύ

 

Επί πολλά χρόνια μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση η παγκόσμια οικονομία βρέθηκε σε φάση υστέρησης των επενδύσεων. Εντελώς διαφορετική προέκυψε η επόμενη μέρα της οικονομικής κάμψης, που έφερε η πανδημία Covid-19. Στις ΗΠΑ, οι ιδιωτικές επενδύσεις (εκτός κατοικιών) βρίσκονται ήδη μόλις 5% κάτω από την τάση που είχε διαμορφωθεί προ της πανδημίας: αυτό το επίπεδο ας συγκριθεί με την υστέρηση κατά σχεδόν 25% στα μέσα του 2010 – δηλαδή στο αντίστοιχο σημείο του οικονομικού κύκλου (βλέπε Διάγραμμα). Πρόκειται για την ταχύτερη ανάκαμψη από πλευράς επιχειρηματικών επενδύσεων από την εποχή της δεκαετίας του 1940 σύμφωνα με τη Morgan Stanley. Η Παγκόσμια Τράπεζα, πάλι, προβλέπει ότι για το σύνολο του κόσμου οι επενδύσεις θα έχουν ξεπεράσει την προ πανδημίας τάση μέχρι το 2023.

Την απογοητευτική πορεία των επενδύσεων τη δεκαετία του 2010 την είχαν ερμηνεύσει εν πολλοίς με την αργή πορεία αύξησης της παραγωγής και με τις τότε άνευρες προοπτικές της οικονομίας. Σε αντίθεση μ’ αυτό, η δυναμική ανάκαμψη που παρατηρείται αυτή τη φορά αντιστοιχεί σε αναπήδηση σε σχήμα V, που περιλαμβάνει οικονομική μεγέθυνση, αύξηση της απασχόλησης και –λιγότερο ευχάριστο στοιχείο– άνοδο του πληθωρισμού. Συμβάλλει βέβαια σε αυτό και το ότι οι επενδύσεις υποχώρησαν λιγότερο έντονα απ’ ό,τι το 2008-09, καίτοι το ΑΕΠ υποχώρησε με ρυθμούς που δεν είχαν παρατηρηθεί από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης. Οι οικονομίες βυθίστηκαν την άνοιξη του 2020, κυρίως επειδή η κατανάλωση εξαχνώθηκε, με τους ανθρώπους να μένουν σπίτι.

Κι όμως: η τωρινή ανάκαμψη των επενδύσεων δεν αποτελεί απλώς κυκλική επαναφορά. Αλλά και οι μεταβολές που επέφερε η ίδια η πανδημία έφεραν –και αυτές– αύξηση των επενδύσεων. Το πόσο οι επενδύσεις αυτές θα συνεχιστούν εξαρτάται και από το ποιο τμήμα αυτής της μεταβολής θα αποδειχθεί διαρκές. Έτσι, στοιχείο της πανδημίας υπήρξε η απογείωση της ζήτησης κάθε είδους ψηφιακού προϊόντος. Αποτέλεσμα: οι επενδύσεις σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές στις ΗΠΑ ήταν κατά 17% πάνω από την τάση που υπήρξε προ Covid. Πριν από έναν περίπου χρόνο, η ταϊβανέζικη Semi-Conductor Manufacturing Corp ανακοίνωσε επένδυση 100 δισ. δολαρίων μέσα στην ερχόμενη τριετία, προκείμενου να επεκτείνει το παραγωγικό της δυναμικό σε ημιαγωγούς. Στα μέσα Ιανουαρίου της φετινής χρονιάς αναβάθμισε τον στόχο αυτό, ανακοινώνοντας δαπάνη 40-44 δισ. δολαρίων γι’ αυτή τη χρονιά και μόνο. Προτού περάσουν λίγες μέρες, η Intel –που επίσης παράγει ημιαγωγούς– ανακοίνωσε νέες επενδύσεις ύψους 20 δισ. δολαρίων σε δύο εργοστάσιά της στο Οχάιο.

Όμως και οι στενωποί που δημιουργήθηκαν στην εφοδιαστική αλυσίδα διαφόρων αγαθών οδήγησαν σε ενθουσιώδεις επενδύσεις σε νέα παραγωγική ικανότητα. Το 2021 οι μεταφορικές επιχειρήσεις παρήγγειλαν το ισόποσο 4,2 εκατομμυρίων εμπορευματοκιβωτίων των 6,5 μέτρων μήκους – αριθμός-ρεκόρ σύμφωνα με τη συμβουλευτική Drewry. Την ίδια στιγμή, η πιο κλασική επένδυση κατά τη διάρκεια της πανδημίας ήταν εκείνη των επιχειρήσεων logistics/διαμετακόμισης, οι οποίες αναζητούσαν κατά πόσον οι αυτοκινούμενες γερανογέφυρες θα μπορούσαν να αυξήσουν τη διακίνηση εμπορευμάτων σε λιμάνια και σιδηροδρομικούς σταθμούς.

Όσο περνούσε η κορύφωση της κρίσης τόσο ο ρυθμός της ανάκαμψης των επενδύσεων άρχισε να υποχωρεί. Συνθετικός δείκτης της JPMorgan Chase υπολογίζει ότι, σε παγκόσμιο επίπεδο, οι κεφαλαιουχικές δαπάνες κατέληξαν να αυξάνονται με (μέτριο) ρυθμό ενός 2,2% το τέταρτο 3μηνο του 2021. Οι δε οικονομολόγοι υποβάθμισαν τελευταίως τις προβλέψεις τους για την αύξηση του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά το 2022 – και τούτο λόγω της διάδοσης της παραλλαγής Όμικρον του κορονοϊού, αλλά και της προοπτικής για σφιχτότερη νομισματική πολιτική, δύο δηλαδή ενδεχομένων που μάλλον θα συγκρατήσουν την προθυμία των επικεφαλής των επιχειρήσεων να αναλαμβάνουν υψηλές δαπάνες για επενδυτικά σχέδια τα οποία συνεπάγονται διακινδύνευση.

Κι όμως, υπάρχουν τρεις λόγοι που οι επιχειρηματικές επενδύσεις μπορεί να αποδειχθούν τελικά ισχυρότερες τη δεκαετία του 2020 απ’ ό,τι τη δεκαετία του 2010. Ο πρώτος λόγος είναι το ότι οι εταιρείες μπορεί να συνεχίσουν να δαπανούν για τις αλυσίδες παραγωγής τους, τις οποίες προσπαθούν να ενισχύσουν αλλά και να διαφοροποιήσουν. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, πολλές επιχειρήσεις διαπίστωσαν την προβληματικότητα που προέκυψε από το κλείσιμο απόμακρων προμηθευτών, όταν προέκυπταν lockdown ή και ελλείψεις προσωπικού: για παράδειγμα, το κλείσιμο μονάδων στο Βιετνάμ το 2021 έθεσε σε κίνδυνο τον εφοδιασμό των ΗΠΑ σε παπούτσια του τένις ή σε φόρμες γιόγκα. Οι επιχειρήσεις όμως έχουν να αντιμετωπίσουν και τα όλο και πιο έντονα γεωπολιτικά σοκ, που οδηγούν σε αυξημένους δασμούς ή πάλι σε κρατικές παρεμβάσεις. Κάτι τέτοιο μπορεί να λειτουργήσει αρνητικά σε επίπεδο ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, καθώς η πολυδιάσπαση σημαίνει και αναποτελεσματικότητα. Όμως, δέσμευση πρόσθετων κεφαλαίων θα υπάρξει απ’ αυτήν την 4ετία.

Ο δεύτερος λόγος να περιμένουμε περισσότερες επενδύσεις έγκειται στην αυξανόμενη αισιοδοξία ότι οι νέες τεχνολογίες έχουν τη δυνατότητα να οδηγούν σε αύξηση της παραγωγικότητας. Μέχρι πριν από λίγο καιρό οι οικονομολόγοι ανησυχούσαν ότι η υφήλιος άρχιζε να υστερεί σε νέες ιδέες […]. Σήμερα όμως, εντυπωσιακή τεχνολογική πρόοδος παρατηρείται παντού: από τη συνθετική βιολογία και τα εμβόλια τα βασιζόμενα στην τεχνολογία m-RNA με τα οποία πολεμήθηκε η Covid-19 και μέχρι τομείς όπως η εικονική πραγματικότητα ή η αποκεντρωμένη χρηματοπιστωτική σφαίρα. Η πρόοδος σε ορισμένες προωθημένες τεχνολογικές εφαρμογές γίνεται εύκολα πρωτοσέλιδο. Τον Δεκέμβριο του 2021 η Dynatron αποκάλυψε ότι άνδρας που είχε εμφύτευμα δίπλα στον κινητικό φλοιό του εγκεφάλου έστειλε ένα tweet απλώς και μόνο με τη σκέψη του. Τον Ιανουάριο φέτος, χειρούργοι ανήγγειλαν ότι είχαν μεταμοσχεύσει –για πρώτη φορά– καρδιά χοίρου σε άνθρωπο.

Η τρίτη δύναμη που οδηγεί τις επενδύσεις σε υψηλότερα επίπεδα είναι, τέλος, η απανθρακοποίηση. Σύνολο χωρών που συναπαρτίζουν το 90% της παγκόσμιας οικονομίας έχουν δεσμευθεί να περιορίσουν τις εκπομπές άνθρακα στο καθαρό μηδέν μέσα στις επόμενες δεκαετίες, και τούτο προκειμένου να καταπολεμήσουν την κλιματική αλλαγή. Αν είναι να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, ο κόσμος θα χρειαστεί μια σειρά από νέα προϊόντα, από υποδομές φόρτισης ηλεκτρικών αυτοκινήτων μέχρι τις μεγάλες μπαταρίες αποθήκευσης ενέργειας ή την κατασκευή ενεργειακά αποτελεσματικών κατοικιών.

Πολλοί επενδυτές ποντάρουν κεφάλαια σε επενδυτικά σχήματα με πράσινη λογική, τα οποία σύμφωνα με τη μελετητική Morningstar είχαν 2,7 τρισ. δολάρια σε ενεργητικό το δ΄ 3μηνο του 2021. Η παγκόσμια δαπάνη που αφορά τη μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα προς καθαρές μορφές ενέργειας έφτασε πέρυσι σε ύψος 755 δισ. δολαρίων: τα μισά από αυτά δαπανήθηκαν για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η δαπάνη για την παραγωγή ηλεκτρικών αυτοκινήτων έχει σημειώσει ιδιαίτερα γρήγορη αύξηση, κατά 77% από το 2020, φτάνοντας ήδη στα 271 δισ. δολάρια, κεντρισμένη από την επιταχυνόμενη μεταβολή των προτιμήσεων των καταναλωτών και τις μαζικές παραγγελίες των εταιρειών ενοικίασης αυτοκινήτων.

Αν πάντως πρόκειται να επιτευχθούν αληθινά οι στόχοι μηδενικών εκπομπών άνθρακα, τότε η εκρηκτική άνοδος των πράσινων επενδύσεων έχει πολύ δρόμο μπροστά της […]. Η αλήθεια είναι ότι στην προηγούμενη φάση οικονομικής ανάκαμψης, η οποία είχε ξεκινήσει μόνο δύο χρόνια μετά το λανσάρισμα (το 2007) του πρώτου iPhone, είχαν μεν υπάρξει πλήθος τεχνολογικών βημάτων προόδου, όμως οι επενδύσεις είχαν παραμείνει άνευρες (ενδεχομένως επειδή πολλές τεχνολογίες δεν φαίνεται να χρειάζονταν πολλά κεφάλαια). Ούτως ή άλλως, μιλώντας για απανθρακοποίηση, οι στόχοι των μηδενικών εκπομπών μπορεί και να μην επιτευχθούν.

Τουλάχιστον όμως, η απόδοση των επενδύσεων σε έρευνα και τεχνολογική ανάκαμψη δείχνει να αυξάνεται. Και η αποκαλούμενη αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής (η οποία μετρά τις αυξήσεις του ΑΕΠ που δεν μπορούν να αναχθούν ούτε σε πρόσθετες κεφαλαιακές επενδύσεις ούτε σε πρόσθετες ώρες εργασίας), που είχε διαμορφωθεί σε 1,2% ετησίως στο διάστημα από το 1880 μέχρι και το 2020 σύμφωνα με τη Yulia Zhestkova της Goldman Sachs, τη δεκαετία του 2010 είχε πέσει σε μόλις 0,5%. Συνεπώς, μια επιστροφή και μόνο στα ιστορικά μεγέθη θα έφερνε μια εικόνα μέλλοντος με μεγαλύτερη συνολικά οικονομία, η οποία θα συνεπαγόταν νέες ανάγκες επενδύσεων για τις επιχειρήσεις.