Μπορεί η επιβολή του αμερικανικού νομίσματος να αμφισβητείται, όμω ς οι παράγοντες που δίνουν στα νομίσματα την κυριαρχία δεν αλλάζουν

Μετά την εισβολή που επέφερε παγκόσμια καταδίκη, οι Ρώσοι υπεύθυνοι πανικοβλήθηκαν διαπιστώνοντας ότι τα στοιχεία ενεργητικού τους που τηρούνταν σε δολάρια και βρίσκονταν σε περιοχές αμερικανικής επιρροής κινδύνευαν με κατάσχεση – οπότε άρχισαν να τρέχουν να βρουν εναλλακτικές λύσεις. Όμως η εισβολή στην οποία αναφερόμαστε δεν είναι εκείνη που πραγματοποιήθηκε το 2020, ούτε καν εκείνη του 2014 – αλλά του 1956, τότε που τα σοβιετικά τανκς μπήκαν στην Ουγγαρία. Εκείνο το γεγονός θεωρείται συχνά ότι αποτέλεσε έναν από τους παράγοντες που λειτούργησαν ως καταλύτες για την περαιτέρω ενεργοποίηση της αγοράς ευρωδολαρίων – δηλαδή του δικτύου καταθέσεων σε δολάρια που τηρούνταν εκτός ΗΠΑ, και ως εκ τούτου βρίσκονταν μακριά από τον έλεγχο των ρυθμιστικών αρχών του αμερικανικού τραπεζικού συστήματος.

Η ειρωνεία αυτής της κατάστασης έγκειται στο ότι η επιθυμία τήρησης λογαριασμών σε δολάρια εκτός ΗΠΑ ενίσχυσε τελικά την κυριαρχία του αμερικανικού νομίσματος. Τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε, οι εκτός ΗΠΑ τράπεζες κατέγραφαν παθητικό σε δολάρια ύψους γύρω στα 17 τρισεκατομμύρια, ποσό που ισοδυναμεί σχεδόν με το σύνολο όλων των υπόλοιπων νομισμάτων του κόσμου. Μολονότι δε οι καταθέσεις σε ευρωδολάρια βρίσκονται εκτός του άμεσου ελέγχου των αμερικανικών αρχών, οι ΗΠΑ δεν παύουν να έχουν τη δυνατότητα να μπλοκάρουν την πρόσβαση στο σύστημα του δολαρίου μιας χώρας την οποία στοχοποιούν – θέτοντας εκτός νόμου τις συναλλαγές στο σύστημα αυτό. Αυτό συνέβη με τα πρόσφατα μέτρα εναντίον της Ρωσίας.

Ιστορικό προηγούμενο: Η σοβιετική εισβολή του 1958 στην Ουγγαρία οδήγησε στην ωρίμανση της αγοράς ευρωδολαρίων

Αυτή η πρόσφατη αψιμαχία οικονομικού πολέμου επανέφερε το ερώτημα κατά πόσον η κυριαρχία του δολαρίου έχει θαμπώσει και κατά πόσον θα μπορούσε να προκύψει ένα πολυπολικό νομισματικό σύστημα, με το κινεζικό γιουάν να διεκδικεί μεγαλύτερο ρόλο. Προκειμένου να δει κανείς σαν πώς θα μπορούσε να διαμορφωθεί το μέλλον, θα πρέπει να δει πρώτα πώς εξελίχθηκε ο ρόλος του δολαρίου τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Η κυριαρχία του αντικατοπτρίζει κάτι περισσότερο από το γεγονός ότι η αμερικανική οικονομία διαθέτει μεγάλο μέγεθος και η κυβέρνηση των ΗΠΑ μεγάλη ισχύ. Συνέβαλαν σ’ αυτό και η ρευστότητα, η ευελιξία και η αξιοπιστία του δολαριακού συστήματος: Αυτά τα ίδια είναι πιθανόν να συνεχίσουν να στηρίζουν τον διεθνή του ρόλο. Στα περιορισμένα εκείνα πεδία όπου το δολάριο έχει χάσει από την ισχύ του, τα χαρακτηριστικά που του είχαν εξασφαλίσει την κυριαρχία δεν παύουν να επιζητούνται από όσους το διακρατούν και το χρησιμοποιούν – το δε γιουάν δεν ευνοείται απ’ αυτά.

Οι καταθέσεις σε ευρωδολάρια καταδεικνύουν πρώτα-πρώτα τη λειτουργία του δολαρίου ως μέσου αποθήκευσης αξίας. Δεν είναι όμως μόνο αυτό που το καθιστά αληθινά διεθνές νόμισμα. Η βασικότερη αιτία της κυριαρχίας του ίσως είναι περισσότερο ο ρόλος του ως μονάδας υπολογισμού, κατά την τιμολόγηση δηλαδή του μεγαλύτερου μέρους του παγκόσμιου εμπορίου. Σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ από το 2020, πάνω από τις μισές εξαγωγές που δεν προέρχονται ούτε από ΗΠΑ ούτε από ΕΕ τιμολογούνται σε δολάρια. Στις αναδυόμενες αγορές της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής, το εν λόγω μερίδιο φθάνει αντιστοίχως το 75% και το 100%. Αν εξαιρέσει κανείς μια περιορισμένη αύξηση της τιμολόγησης σε ευρώ από μέρους ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών που δεν συμμετέχουν στην Ευρωζώνη, η κατάσταση αυτή δεν έχει μεταβληθεί αισθητά στο διάστημα των δύο τελευταίων δεκαετιών. Ένα άλλο βασικό στοιχείο που εξηγεί την κυριαρχία του δολαρίου είναι ο ρόλος του μέσου για την πραγματοποίηση διασυνοριακών συναλλαγών. Η απουσία ρευστότητας όταν συναντώνται ζευγάρια μικρότερων νομισμάτων σημαίνει ότι το δολάριο διεκδικεί τον ρόλο νομίσματος διαμεσολάβησης. Ο Ουρουγουανός εισαγωγέας μπορεί να πληρώσει τον Μπαγκλαντεσιανό εξαγωγέα με το να μετατρέψει τα πέσος του σε δολάρια, κι ύστερα τα δολάρια σε τάκα, αντί να ανταλλάξει απευθείας πέσος με τάκα.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, έχει παρατηρηθεί περιορισμένη μετακίνηση από το δολάριο: Τον περασμένο Φεβρουάριο, μόνο μία στις πέντε συναλλαγές που καταγράφονται στο σύστημα SWIFT δεν περιλάμβανε σκέλος σε δολάρια. Η εικόνα αυτή έχει αλλάξει ελάχιστα μέσα στην τελευταία 5ετία. Δεν είναι όμως αδιανόητο να υπάρξει μεταβολή σ’ αυτό το πεδίο: Θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη ρευστότητα διαθέσιμη για κάποια ζευγάρια νομισμάτων, οπότε η ανάγκη νομίσματος διαμεσολάβησης θα μειωνόταν.

O Eswar Prasad του Πανεπιστημίου Κορνέλ υποστηρίζει με πειστικότητα ότι εναλλακτικά συστήματα πληρωμών, όπως το κινεζικό Σύστημα Διατραπεζικών Δια-συνοριακών πληρωμών, θα μπορούσαν να υποσκάψουν μελλοντικά τον ρόλο του δολαρίου. Ο ίδιος επισημαίνει ότι η ευρύτερη χρήση ψηφιακών νομισμάτων μπορεί, και αυτή, να περιορίσει την ανάγκη για χρήση του δολαρίου. Ιδιαίτερα τα ψηφιακά νομίσματα που αναπτύσσουν κεντρικές τράπεζες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως μέσο διασύνδεσης μεταξύ των εθνικών συστημάτων πληρωμών.

Το καλύτερο ίσως παράδειγμα πεδίου των διεθνών χρηματοπιστωτικών σχέσεων όπου το δολάριο χάνει –πραγματικά και μετρήσιμα– έδαφος είναι τα συναλλαγματικά αποθέματα των κεντρικών τραπεζών. Μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο από τον ιστορικό οικονομολόγο Barry Eichengreen του Μπέρκλεϊ δείχνει τη συμμετοχή του δολαρίου στα συναλλαγματικά αποθέματα να υποχωρεί. Το μερίδιό του, από 71% των παγκόσμιων αποθεματικών το 1999, είχε υποχωρήσει σε 59% το 2021. Το φαινόμενο αυτό ισχύει για μεγάλο αριθμό κεντρικών τραπεζών, οπότε δεν αρκεί η μεταβλητότητα των ισοτιμιών ως εξήγηση.

Αναλυτικότερα αυτά τα ευρήματα αποκαλύπτουν κάτι σημαντικό όσον αφορά τους νέους ανταγωνιστές του δολαρίου. Το μερίδιο που χάνει το αμερικανικό νόμισμα μεταφράζεται σε μεγαλύτερο μερίδιο για εκείνα τα αποθεματικά νομίσματα τα οποία ο Β. Eichengreen αποκαλεί «μη παραδοσιακά». Το γιουάν δεν αποτελεί ούτε το ¼ αυτής της ομάδας στα διεθνή αποθεματικά. Αντιθέτως, το αυστραλιανό και το καναδέζικο δολάριο καλύπτουν το 47%, ενώ τα νομίσματα της Δανίας, της Νορβηγίας, της Ν. Κορέας και της Σουηδίας αποτελούν άλλο ένα 23%. Είναι ξεκάθαρο τι χαρακτηρίζει αυτά τα διαφορετικά μικρά νομίσματα, από κοινού: Όλα τους κυμαίνονται ελεύθερα και έχουν ως εκδότες χώρες με σχετικά ή πλήρως ελεύθερη κυκλοφορία και με αξιόπιστα πολιτικά συστήματα. Αντιθέτως, το γιουάν δεν ανταποκρίνεται σε κανένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά. «Κάθε αποθεματικό νόμισμα που γνώρισε η ιστορία ανήκε σε δημοκρατία με εξισορρόπηση των εξουσιών στο εσωτερικό της», εξηγεί ο Eichengreen.

Η τελική μάχη

Μπορεί λοιπόν η συζήτηση για το αν το δολάριο θα αντικατασταθεί από το γιουάν να τροφοδοτεί το ενδιαφέρον στα χρόνια του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, πλην όμως η πραγματικότητα είναι πιο προσγειωμένη. Οι κεφαλαιαγορές των χωρών που διαθέτουν προβλεπτά νομικά συστήματα και ελεύθερα μετατρέψιμα νομίσματα έχουν αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος, πολλές δε απ’ αυτές εξασφαλίζουν καλύτερες αποδόσεις απ’ ό,τι τα κρατικά ομόλογα. Αυτό με τη σειρά του επιτρέπει στους διαχειριστές κεφαλαίων να διαφοροποιούν τις τοποθετήσεις τους, χωρίς να χάνουν τις εγγυήσεις που καθιστούν αξιόπιστα τα αποθεματικά νομίσματα.

Ακόμη και όταν η κυριαρχία του δολαρίου δείχνει πιθανό να υποχωρήσει, η όρεξη για αντικατάσταση ακόμη και μικρού μέρους του ρόλου του από το γιουάν δείχνει να είναι περιορισμένη. Είτε το αμερικανικό νόμισμα διατηρήσει τον κομβικό του ρόλο στο παγκόσμιο νομισματικό σύστημα είτε όχι, όσοι διακρατούν και χρησιμοποιούν παγκόσμια νομίσματα θα συνεχίσουν να προτιμούν τη ρευστότητα, την ευελιξία και την αξιοπιστία. Αυτά όμως τα στοιχεία δεν τα παρέχουν όλα τα νομίσματα.