Το νέο σχήμα κατάταξης των πράσινων επενδύσεων της ΕΕ δεν είναι ο σωστός τρόπος για να οδηγήσει τον καπιταλισμό στη χρηματοδότηση της κλιματικής αλλαγής

 

Αυξάνεται ο ενθουσιασμός των επενδυτών να χρηματοδοτήσουν την πράσινη μετάβαση: αρκεί να δει κανείς την κατακόρυφη αύξηση του ενδιαφέροντος για την παραγωγή ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Οι μετοχές της Tesla σημείωσαν 50% αύξηση το 2021· οι μετοχές της CATI, του κινεζικού γίγαντα των μπαταριών, κατά 68%.

Αν όμως κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά, θα δει ότι υπάρχουν πελώρια προβλήματα. Αν ο κόσμος πρόκειται να φτάσει μέχρι το 2050 σε κατάσταση μηδενικών καθαρών εκπομπών άνθρακα, τότε θα χρειαστεί οι επενδύσεις να υπερδιπλασιαστούν – φθάνοντας τα 5 τρισ. δολάρια τον χρόνο. Ο δε κλάδος της διαχείρισης κεφαλαίων πνίγεται ήδη στις πρωτοβουλίες «πρασινίσματος». Προγράμματα αξιολόγησης των επενδύσεων υπό το πρίσμα της βιωσιμότητας έχουν πληθύνει – πλην όμως καταλήγουν να είναι εντυπωσιακά ασυνεπή, ενώ πολλά αμοιβαία κεφάλαια παραπλανούν τους επενδυτές όσον αφορά την αξιοπιστία των πράσινων διαπιστευτηρίων που παρουσιάζουν.

Εδώ, προσήλθε ως σωτήρας η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έχει διαμορφώσει ένα καινούργιο σύστημα αξιολόγησης –γνωστό ως «ταξονομία»– με το οποίο διαχωρίζονται εκείνες οι δραστηριότητες των οικονομιών τις οποίες θεωρεί περιβαλλοντικά βιώσιμες. Ξεκινούν από την εγκατάσταση αντλιών θερμότητας και φθάνουν μέχρι την αερόβια ζύμωση αποβλήτων των αποχετεύσεων. Η ιδέα πίσω από αυτό το σχήμα είναι ότι τα επενδυτικά κεφάλαια και οι ανάλογες επιχειρήσεις θα χρησιμοποιούν το εν λόγω εργαλείο προκειμένου να διαφανοποιείται ποιο τμήμα των δραστηριοτήτων τους είναι πράσινο: αυτή η διαφάνεια, με τη σειρά της, θα ξεκλειδώσει πελώρια κεφάλαια από τις αγορές. Οι σχετικές προτάσεις συζητούνται εδώ και χρόνια, ωστόσο στις 31 Δεκεμβρίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έθεσε σε κυκλοφορία τις πιο πρόσφατες σκέψεις της.

Οι διάφορες χώρες έχουν και διαφορετικές πηγές ενέργειας, οπότε η συζήτηση ήταν αυτονόητο ότι θα αποκτούσε πολιτικό περιεχόμενο. Πάντως, η προτεινόμενη κατάταξη δείχνει να είναι εύλογη. Ο χαρακτηρισμός της πυρηνικής ενέργειας ως «πράσινης» –με προϋποθέσεις ως προς την ασφαλή διαχείριση των τοξικών αποβλήτων της– έφερε κατακραυγή από τους Πράσινους της Γερμανίας. Όμως τα πυρηνικά μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο στο να φθάσουν οι οικονομίες σε καθαρό μηδέν από πλευράς ρύπων: το γεγονός ότι η ταξονομία της ΕΕ τα χαρακτηρίζει πράσινα μόνον κατά τη διάρκεια της μετάβασης μάλλον άτολμο καταλήγει να είναι. Αντιπαραθέσεις έφερε και η κατάταξη του φυσικού αερίου ως πράσινου: όμως οι προτεινόμενοι κανόνες αντικατοπτρίζουν ρεαλισμό ως προς το ότι το φυσικό αέριο θα είναι ζωτικής σημασίας καύσιμο για τη μετάβαση μέσα στην ερχόμενη δεκαετία. Τα σχέδια για φυσικό αέριο θεωρούνται πράσινα σε περιορισμένο ορίζοντα, εφόσον αντικαθιστούν πιο ρυπαντικά καύσιμα, εφόσον λαμβάνουν έγκριση μέχρι το τέλος της δεκαετίας και εφόσον συμπεριλαμβάνουν σχεδιασμό μετατροπής τους σε καθαρότερες πηγές ενέργειας μέχρι το 2035.

Η αδυναμία αυτού του σχεδίου έγκειται στη γραφειοκρατική του προσέγγιση. Η απλοϊκή άποψη αύξησης της αξιολόγησης και κατάταξης μπορεί να οδηγήσει σε ένα τεστ καθαρότητας, όπου τα επενδυτικά κεφάλαια θα αποκλείουν εκείνα τα στοιχεία ενεργητικού που θεωρούνται ρυπαντικά. Στην πραγματικότητα όμως, κεντρική αποστολή των κεφαλαιαγορών είναι να έχουν συμμετοχές σε ρυπαντικές εταιρείες, τις οποίες όμως να κάνουν να διαχειρίζονται τις εκπομπές αερίων τους προς μια κατεύθυνση μείωσης. Η κατάταξη της ταξονομίας είναι στατική, ενώ οι τεχνολογικές μεταβολές θα περιορίσουν την ένταση ορισμένων δραστηριοτήτων σε άνθρακα και θα φέρουν στο προσκήνιο εφευρέσεις που οι σχεδιαστές της ταξονομίας δεν έχουν φανταστεί. Ζούμε εδώ μία ακόμη περίπτωση ευρωπαϊκών προσεγγίσεων στη χρηματοδότηση της κλιματικής αλλαγής, οι οποίες ξεκινούν μεν από καλές προθέσεις αλλά λειτουργούν περιθωριακά, ενώ περιλαμβάνεται η ιδέα να χρησιμοποιηθεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για να αγοράζει πράσινα ομόλογα (πράγμα που ίσως υπερβαίνει την εντολή που η ΕΚΤ διαθέτει) και να επιβάλλει πράσινα «τεστ αντοχής» στις τράπεζες. Και τούτο ενώ η διάρκεια ζωής των στοιχείων ενεργητικού που αυτές διαθέτουν είναι βραχύτερη από τον ορίζοντα των πιο καταστροφικών πλευρών της κλιματικής αλλαγής.

Τι άλλο θα μπορούσε να γίνει τώρα; Στόχος θα ‘πρεπε να είναι να διευκολυνθούν οι επενδυτές να παρακολουθούν το επίπεδο εκπομπών αερίων στο χαρτοφυλάκιό τους (σήμερα κάτι τέτοιο είναι δύσκολο να γίνει με κάποια ακρίβεια). Τα επενδυτικά κεφάλαια με μηδενικές εκπομπές θα ήταν ενάρετα, όμως εκείνα που περιορίζουν τις εκπομπές τους θα ‘ταν ενδεχομένως ακόμη καλύτερα. Μια τέτοια κίνηση θα προϋπέθετε μεγαλύτερη διαφάνεια, ώστε οι επενδυτές να παρακολουθούν το επίπεδο των εκπομπών άνθρακα και να αποφεύγουν τους διπλούς υπολογισμούς στις προμηθευτικές αλυσίδες. Ένα τέτοιο σύστημα θα ήταν πιο εύκολο στη διαχείριση και θα είχε λιγότερες απαιτήσεις από τις χώρες όσον αφορά το τι είναι «πράσινο». Έχει ήδη διαμορφωθεί ένας καινούργιος φορέας διαφανοποίησης των πράσινων επενδύσεων, χρειάζεται όμως να επιταχύνει.

Ευρύτερος στόχος της ΕΕ θα ‘πρεπε να είναι η αξιοποίηση της τιμολόγησης του άνθρακα προκειμένου να επηρεασθεί η κατανομή των κεφαλαίων. Το να στηριχθεί κανείς στους επενδυτές για να σωθεί ο πλανήτης μέσω της χρήσης μιας ταξονομίας είναι προσέγγιση με προφανή όρια. Λιγότερο από το 1/3 των παγκόσμιων εκπομπών άνθρακα προέρχεται από εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε χρηματιστήριο και ελεγχόμενες από θεσμικούς επενδυτές. Οι δε επενδυτές δεν διαθέτουν σαφές κίνητρο για να γίνουν «πράσινοι». Αν δεν σε αφορά το στίγμα του ρυπαντή, το να κατέχεις στοιχεία ενεργητικού που ρυπαίνουν μπορεί να είναι κερδοφόρα επιλογή – γι’ αυτό άλλωστε και παρόμοια στοιχεία ενεργητικού όσο περνάει ο καιρός κατέχονται από ιδιωτικά χέρια.

Σε αντίθεση μ’ αυτό, το να τιμολογείται ο άνθρακας αποτελεί προσέγγιση που στέλνει μήνυμα σε όλο το φάσμα της οικονομίας, όχι μόνο στις εισηγμένες σε χρηματιστήριο εταιρείες. Κατά συνέπεια, μ’ αυτόν τον τρόπο ευθυγραμμίζεται η επιδίωξη κέρδους με τον στόχο περικοπής των εκπομπών άνθρακα. Το βασικό σύστημα τιμολόγησης του άνθρακα που έχει σε ισχύ η ΕΕ είναι το ευρύτερο ανά την υφήλιο, μολονότι όμως σχεδιάζεται επέκτασή του σήμερα καλύπτει μόλις 41% των εκπομπών. Αν η ΕΕ επιθυμεί όντως να πρωτοπορήσει στην υφήλιο επιστρατεύοντας την ισχύ των χρηματοδοτήσεων για να καταπολεμήσει την κλιματική αλλαγή, τότε το σημείο στο οποίο θα ‘πρεπε να στοχεύει τις προσπάθειές της είναι η αγορά άνθρακα.