Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα έπρεπε να παραιτηθεί από τη λογική της διεύρυνσης

Με τους ηγέτες Κροατίας και Βοσνίας-Ερζεγοβίνης στο πλευρό της, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν εγκαινίασε τη γέφυρα του Σβιλάι, που ενώνει τις δύο αυτές χώρες. Η πρωτοβουλία αυτή αποτέλεσε μέρος της περιοδείας της στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων: πρόκειται για τον όρο που χρησιμοποιεί η ΕΕ προκειμένου να υποδηλώσει τις χώρες εκείνες που δεν έχουν ακόμη ενταχθεί στη λέσχη αλλά περιμένουν στο κατώφλι της από τότε που τους δόθηκε η υπόσχεση –ήδη το 2003– για ένταξή τους ως κατάληξη. Η ευτυχής ενσωμάτωση της γειτονιάς της Βαλκανικής στην ΕΕ προβλήθηκε ως περίπου αναπότρεπτη. «Όλες οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση» δήλωσε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. «Αυτό είναι προς το κοινό μας συμφέρον, πιστεύω όμως ότι αποτελεί και τη μοίρα μας».

Αυτά τα ωραία λόγια βρέθηκαν αντιμέτωπα με την πραγματικότητα στην Κορυφή της Σλοβενίας (τον Οκτώβριο), όπου μαζί με τους «27» βρέθηκαν οι ηγέτες της Αλβανίας, της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, του Κοσσόβου, του Μαυροβουνίου, της Βόρειας Μακεδονίας και της Σερβίας. Από τη συνάντηση αυτή, η προοπτική ένταξης νέων μελών στην ΕΕ σε κοντινό μέλλον υπήρξε εμφανώς απούσα. Αντ’ αυτού, οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων έλαβαν τη δέσμευση ότι… θα περικοπούν τα τέλη roaming της κινητής τηλεφωνίας, οσάκις οι πολίτες τους θα επισκέπτονται την ΕΕ. Προσπάθεια της σλοβενικής Προεδρίας να δοθεί μια εγγύηση για ένταξη μέχρι το τέλος της δεκαετίας αφέθηκε στο περιθώριο, ως απαράδεκτος χειρισμός εντυπωσιασμού. Η συζήτηση έμεινε στη μεταφορική οικοδόμηση γεφυρών αντί της ουσιαστικής.
Η διεύρυνση της ΕΕ είναι –να το πούμε ωμά– νεκρή. Αυτό τραυματίζει τις κυβερνήσεις σε όλα τα Δυτικά Βαλκάνια. Η Βόρεια Μακεδονία μπορεί να ανταποκρίθηκε σε κάθε απαίτηση που της προβλήθηκε προκειμένου να αρχίσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις, συμπεριλαμβανομένης και της μεταβολής του ονόματός της προκειμένου να επιλυθεί η σχετική διαφορά με την Ελλάδα. Πλην όμως, μια εξεζητημένη διαφωνία σχετικά με τις ρίζες της μακεδονικής γλώσσας οδήγησε σε προβολή βέτο από μέρους της Βουλγαρίας ως προς την έναρξη διαπραγματεύσεων. Η Αλβανία, της οποίας η υποψηφιότητα έχει συνδεθεί με της Β. Μακεδονίας σε μια μάταια προσπάθεια να αναχαιτισθούν παρόμοια πολιτικά παιχνίδια, βρέθηκε κι αυτή παγωμένη: ο πρωθυπουργός της παρομοίασε τη σχέση με αποτυχημένο γάμο. Τουλάχιστον όμως, σε μια τέτοια περίπτωση, προηγείται η γαμήλια τελετή. Τη στιγμή λοιπόν που η ΕΕ επιδιώκει να λειτουργήσει ως παγκόσμια δύναμη, βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο να χάσει τον έλεγχο σε όσα συμβαίνουν στην ίδια της την αυλή.

Η ρεαλιστική προσδοκία για ένταξη στην ΕΕ αποτελεί το κύριο εργαλείο που διαθέτει η Ένωση προκειμένου να διαχειρίζεται τους γείτονές της. Μέχρι στιγμής όμως, οι πάντες γνωρίζουν ότι πρόκειται για ψευδαίσθηση. Χώρες όπως η Γαλλία φαίνονται βαθύτερα δύσπιστες, καθώς εν προκειμένω προτιμούν την εμβάθυνση αντί για τη διεύρυνση της ΕΕ. Διπλωμάτες άλλων διστακτικών χωρών, όπως είναι η Δανία ή η Ολλανδία, επιμένουν ότι οι δικές τους κυβερνήσεις δεν έχουν πρόβλημα με την ιδέα της διεύρυνσης, εφόσον όμως πληρούνται αυστηρά κριτήρια. Πάντως οι παίκτες του εσωτερικού πολιτικού παιχνιδιού δεν επιδεικνύουν πάντα τόσο ισορροπημένη στάση. Πιθανότητα να ενταχθούν νέες χώρες στην ΕΕ δεν υπάρχει, ακόμη κι αν οι ηγεσίες της Ένωσης έχουν δημόσια διατυπώσει διαφορετική άποψη.
Πρόκειται για σημαντικό πρόβλημα. Άμα εκλείψουν τα κίνητρα ώστε να παγιωθεί καλή συμπεριφορά, τότε θα ατονήσει και η προοπτική πίεσης για αποθάρρυνση μορφών κακής συμπεριφοράς. Οι αναφλέξεις δεν λείπουν πλέον στα Δυτικά Βαλκάνια, καθώς επικρατεί η αντίληψη ότι δεν υπάρχει κάτι που κινδυνεύει να χαθεί. Γιατί κανείς να εναντιώνεται προς τα κατεστημένα συμφέροντα, ή να μεταρρυθμίζει το πολιτικό του σύστημα, αν δεν διακυβεύεται γι’ αυτόν κάτι μεγαλύτερο; Όποιος δεν έχει κάτι να χάσει, δεν έχει και κάτι να φοβηθεί. Έτσι, μια έντονη διαμάχη γύρω από τις πινακίδες των αυτοκινήτων μεταξύ Σερβίας και Κοσσόβου κατέληξε στην ανάπτυξη ειδικών δυνάμεων στα σύνορα των δύο χωρών. Στα Δυτικά Βαλκάνια, προκύπτουν τρελές καταστάσεις – υπερβολικά συχνά μάλιστα. Οι διστακτικοί έναντι της διεύρυνσης επιμένουν ότι η ΕΕ δεν μπορεί να αφομοιώνει νέα μέλη. Χώρες που λειτούργησαν μέχρι προ ολίγου ως υποδειγματικοί μαθητές (όπως η Πολωνία) κατέληξαν να είναι προβληματικά παιδιά. Μια ΕΕ χωρίς Πολωνία ή Ουγγαρία θα σπαταλούσε λιγότερο χρόνο στο να ανησυχεί για χειραγωγούμενους δικαστές ή για αμφιλεγόμενη χρήση κονδυλίων των ευρωπαϊκών Ταμείων. Δεν δυσκολεύεται να βρει κανείς σήμερα διπλωμάτες που θεωρούν ότι η διεύρυνση υπήρξε σφάλμα. Πλην όμως, αν οι ανατολικές χώρες-μέλη της ΕΕ είχαν μείνει εκτός, τότε θα είχαν ακολουθήσει ενδεχομένως την πορεία άλλων χωρών οι οποίες βρίσκονται εκτός του κύκλου της ΕΕ: παράδειγμα, η Ουκρανία. Ο αποκλεισμός δεν αποτελεί ευτυχή προσέγγιση.

Μια καλύτερη αίσθηση προοπτικής μάς έρχεται από την άλλη ακτή του Ατλαντικού. Οι Αμερικανοί διπλωμάτες υπενθυμίζουν στους πιο δύσπιστους Ευρωπαίους ομολόγους τους ότι, με τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων σταθερά εντός του ευρωπαϊκού σπιτιού, η ζωή θα ήταν πολύ πιο εύκολη παρά όσο αυτές βρίσκονται έξω εκτεθειμένες στη βροχή – με άλλες χώρες να τους προσφέρουν καταφύγιο. Ήδη το Μαυροβούνιο βρέθηκε μπλεγμένο με δάνειο ενός δισ. δολαρίων από την Κίνα. Η Σερβία έχει πλέον καταστεί επιδέξιος διπλωμάτης, π.χ. δεχόμενη εμβόλια από παντού – και εν συνεχεία μοιράζοντάς τα στους γείτονές της. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν βλέπει τη Βοσνία ως πηγή ισλαμιστικής αστάθειας. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για μια περιοχή που η ΕΕ μπορεί να αποδεχθεί ότι θα χάσει.
Αντ’ αυτού, μεταξύ των κυβερνήσεων της ΕΕ έχει εγκατασταθεί μια αίσθηση επανάπαυσης. Η ΕΕ έχει μοιράσει απλόχερα εμβόλια. Επίσης, καλύπτει σχεδόν το 70% του εμπορίου στην περιοχή, ενώ επενδύει περί τα 3 δισ. ευρώ κάθε χρόνο, ποσό διόλου ευκαταφρόνητο για μια φτωχή περιοχή 20 εκατομμυρίων ψυχών. Ό,τι κι αν επιδιώξουν να προσφέρουν η Ρωσία και η Κίνα, η ΕΕ μπορεί να πλειοδοτήσει – αυτή δείχνει να είναι η συλλογιστική που επικρατεί. Συνεπώς, οι απειλές περί αλλαγής γεωπολιτικού προσανατολισμού παραβλέπονται από τα στελέχη της ΕΕ ως διπλωματικά τερτίπια.

Πώς γράφεται η Ιστορία – και πού επαναλαμβάνεται

Αποτέλεσμα: η προσοχή εκτρέπεται προς διαφορετικές κατευθύνσεις, με τους ηγέτες να στρέφονται προς την άλλη πλευρά του πλανήτη, αντί της χαοτικής πίσω αυλής της ΕΕ. Στο πλαίσιο της Κορυφής της Σλοβενίας (τον Οκτώβριο), οι ηγέτες της Ένωσης συζήτησαν για τη στρατηγική της έναντι της περιοχής του Ειρηνικού – ζήτημα ασφαλώς πολύ πιο ελκυστικό για όσους διατηρούν όνειρα περί ευρωπαϊκής ισχύος. Η ιδέα, λοιπόν, να ξοδεύονται ώρες για συζήτηση επί των πινακίδων κυκλοφορίας του Κοσσόβου ή της ετυμολογίας των λέξεων της μακεδονικής γλώσσας είναι μια ιδέα που απελπίζει τους Ευρωπαίους ηγέτες. Οι ίδιοι ηγέτες βλέπουν την Ιστορία να γράφεται στον Ειρηνικό. Στη Βαλκανική βλέπουν την ιστορία να επαναλαμβάνεται – μέχρι σημείου βαριεστημάρας.

Και όμως, στα Δυτικά Βαλκάνια είναι που κρίνεται πιο πιεστικά η ικανότητα άσκησης εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, κι όχι στα φαινομενικά ευρύτερα και παγκόσμια ζητήματα. Μια συνεκτική κοινή πολιτική έναντι της Βόρειας Μακεδονίας, της Αλβανίας και των γειτόνων τους θα ήταν κάτι πολύ απλούστερο από την ευρωπαϊκή κινητοποίηση για άλλες, πιο δύσκολες επιλογές που θα χρειαστεί να κάνει η Ένωση στο άμεσο μέλλον.

Μέχρι τη στιγμή αυτή, η πολιτική της ΕΕ για την Κίνα καταγράφει τη χώρα αυτή ως εταίρο, ανταγωνιστή και αντίπαλο. Συνεπώς, η ΕΕ καλά θα έκανε να ξεκινήσει με πιο εύκολα μέτωπα. Αν θέλει να γίνει παγκόσμια δύναμη, τότε θα πρέπει να γίνει πρώτα τοπική δύναμη. Σωστό σημείο εκκίνησης θα ήταν μια αναγεννημένη πολιτική διεύρυνσης.