Η Γερμανία σε νέο πολιτικό αστερισμό

Η νέα κυβέρνηση συνασπισμού υπόσχεται πολλά, όμως θα χρειαστεί και τύχη

 

Πριν από τριάμισι χρόνια, η πολιτική σκηνή στη Γερμανία φαινόταν να έχει εξαντληθεί. Τότε, η Άνγκελα Μέρκελ μόλις είχε συγκροτήσει τον τρίτο της «μεγάλο συνασπισμό» – μια κουρασμένη κεντρώα συμμαχία, που δεν ικανοποιούσε κανέναν. Αυτή τη φορά, δύο μήνες μετά τις βουλευτικές εκλογές που απομάκρυναν τους Χριστιανοδημοκράτες της Μέρκελ από την εξουσία, το κλίμα είναι σαφώς θετικότερο. Στις 24 Νοεμβρίου οι ηγέτες των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών/SPD, των Πρασίνων και των Φιλελεύθερων/FDP (φιλο-επιχειρηματικού κόμματος) εξέπεμπαν έντονη αισιοδοξία όταν συναντήθηκαν σε μια μετασκευασμένη αποθήκη σε γειτονιά του Βερολίνου για να ανακοινώσουν τον συνασπισμό «φωτεινού σηματοδότη» (η ονομασία οφείλεται στα χρώματα των τριών κομμάτων: κόκκινο-κίτρινο-πράσινο). Σε 177 σελίδες και 52.000 λέξεις, η συμφωνία των τριών κομμάτων έθεσε την ημερήσια διάταξη για την ερχόμενη τετραετία.

Σε μια προσπάθεια να ανασύρουν κάτι το συνεκτικό από ένα δύσχρηστο σχέδιο, τα τρία κόμματα προωθούν ένα αφήγημα «εκσυγχρονισμού» της Γερμανίας μετά από 16 χρόνια συντηρητικής διακυβέρνησης της Άνγκελα Μέρκελ. Η ίδια η σκέψη ότι κόμματα με τόσες διαφορές θα μπορούσαν να τις απομακρύνουν φαινόταν απίθανη· όμως οι ηγέτες των τριών επέμειναν ότι οι δύο μήνες διαπραγματεύσεων μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου για τη δημιουργία συνασπισμού –διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν σχεδόν χωρίς τραντάγματα, έγκαιρα και κυρίως χωρίς διαρροές– έχουν δημιουργήσει μια σταθερή βάση εμπιστοσύνης. Ο σιωπηλός Όλαφ Σολτς, καγκελάριος από τις τάξεις του SPD, δήλωνε ότι ελπίζει τα τρία κόμματα να κινηθούν από κοινού στην προεκλογική εκστρατεία των επόμενων εκλογών. Θύμιζε ότι, όταν τη δεκαετία του 1920 είχαν πρωτοκαθιερωθεί οι φωτεινοί σηματοδότες στο Βερολίνο, ο κόσμος φαινόταν δύσπιστος απέναντί τους – όμως σήμερα έχουν καταστεί εντελώς απαραίτητοι.

Η εκσυγχρονιστική υπόσχεση των τριών κομμάτων βρίσκει έκφραση σε μια σειρά από συμφωνημένες νομοθετικές προτάσεις. Περιλαμβάνουν τη φιλελευθεροποίηση του απαρχαιωμένου συστήματος χορήγησης ιθαγένειας της Γερμανίας, περιορισμό της γραφειοκρατίας, μεταρρύθμιση της εκλογικής νομοθεσίας ώστε να περιοριστεί το παραφουσκωμένο Bundestag/Κάτω Βουλή, βελτιώσεις στο καθεστώς δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων και των διεμφυλικών ατόμων και νομιμοποίηση της κάνναβης. Οι συμμετέχοντες στις διαπραγματεύσεις εξήγησαν ότι σ’ αυτά τα ζητήματα επετεύχθη εύκολα συμφωνία. Οι διατυπώσεις όμως που συναντά κανείς σε άλλα τμήματα της συμφωνίας δείχνουν ότι οι συζητήσεις εκεί ήταν πιο δύσβατες.

Η δέσμευση να παραμείνει η Γερμανία «στο μονοπάτι της πορείας προς τους 1,5ο C» (δηλαδή στην προσπάθεια να περιοριστεί η θέρμανση του πλανήτη) βρίσκεται σπαρμένη σε διάφορα σημεία της συμφωνίας. Η δέσμευση να έρθει η σταδιακή κατάργηση της χρήσης άνθρακα νωρίτερα, από το 2038 στο 2030, είναι ασφαλώς καλοδεχούμενη, αν και συμβολική: ήδη η τιμολόγηση των εκπομπών άνθρακα πνίγει τη χρήση του. Ουσιαστικότερη είναι η σχεδιαζόμενη αύξηση της συμμετοχής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα σε ένα επίπεδο 80% του συνόλου μέχρι το 2030, έναντι του στόχου που τώρα βρίσκεται στο 65% (και της σημερινής συμμετοχής των ανανεώσιμων, που είναι στο 45%). Η συμφωνία που έχει επιτευχθεί είναι λιγότερο σαφής σε ό,τι αφορά τις συγκοινωνίες, εξηγεί ο Αλεξάντερ Ράιτσενσταϊν του think tank Das Progressive Zentrum, ενώ παραδόξως δεν έχει τίποτε να πει σχετικά με την αύξηση της εγχώριας τιμολόγησης του άνθρακα.

Τα κόμματα του συνασπισμού τσακώθηκαν αρκετά για τη φορολογική πολιτική και για τις δημόσιες επενδύσεις. Το υφιστάμενο «φρένο χρέους», συνταγματικά προβλεπόμενο και με ισχυρή στήριξη από το FDP, περιορίζει τις δυνατότητες ελλειμματικής χρηματοδότησης. Θα χρειαστεί να ενεργοποιηθεί μια σειρά από πολύπλοκα εργαλεία προκειμένου να παρακαμφθεί αυτός ο σκόπελος. Οι λεπτομέρειες ακόμη λείπουν, ωστόσο ο συνασπισμός μάλλον θα πιεσθεί προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος των Πρασίνων για πρόσθετα κεφάλαια ύψους 50 δισ. ευρώ τον χρόνο. Το 2022 αυτή η γερμανική συζήτηση θα μεταφερθεί και στην ευρωπαϊκή που αφορά τους δημοσιονομικούς κανόνες – θέμα που αγγίζει ευαίσθητες χορδές στη Γερμανία. Στο θέμα αυτό, η ασαφής –έστω– δέσμευση της συμφωνίας των τριών για χρήση των κανόνων προκειμένου να εξασφαλισθεί η ανάπτυξη και να τονωθούν οι επενδύσεις στην ΕΕ προσφέρει περισσότερα απ’ όσα ελπίζονταν.

Η Γιάνα Πούλιεριν του European Council on Foreign Relations λέει: «Το κεφάλαιο που καλύπτει τις εξωτερικές σχέσεις είναι ουσιαστικότερο απ’ όσο ανέμενα». Η δέσμευση που ανελήφθη να συμμετάσχει η κυβέρνηση στην πρώτη συνάντηση (το 2022) των συμμετεχόντων στην υπογραφή νέας συμφωνίας κατά των πυρηνικών όπλων θα προξενήσει ανησυχία στους συμμάχους του ΝΑΤΟ. Πλην όμως, υπάρχει και ισχυρή δέσμευση ως προς τις ενδονατοϊκές συμφωνίες πυρηνικής αμοιβαιότητας, σύμφωνα με τις οποίες η Γερμανία δέχεται να φιλοξενεί αμερικανικές πυρηνικές κεφαλές και να διατηρεί μαχητικά που μπορούν να τις εκτοξεύουν. Οι συζητήσεις περί Ρωσίας υπήρξαν ιδιαίτερα τρικυμιώδεις, ενώ η συμφωνία συνασπισμού απέφυγε κάθε ρητή αναφορά στον ρωσικό αγωγό φυσικού αερίου Nord Stream 2, ο οποίος είναι μισητός στις ΗΠΑ και σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Όμως, οι ιέρακες που υπάρχουν στη Γερμανία στα ζητήματα Κίνας ενθουσιάστηκαν με τις στιβαρές εκφράσεις που χρησιμοποιεί η συμφωνία – συμπεριλαμβανομένης της στήριξης προς Ταϊβάν για συμμετοχή της σε διεθνείς οργανισμούς. Η τάση Μέρκελ για προτεραιοποίηση της «σύμπλεξης» στις σχέσεις με την Κίνα δείχνει να τερματίζεται μαζί με τη δική της θητεία ως καγκελαρίου.

Ασαφέστερη παρέμεινε η συμφωνία σ’ ό,τι αφορά τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση στη Γερμανία, το ασφαλιστικό σύστημα της οποίας βρίσκεται χρονίως υπό πίεση λόγω γήρανσης του πληθυσμού. Η χαλάρωση των περιορισμών όσον αφορά τη μετανάστευση εργαζομένων από χώρες εκτός ΕΕ είναι καλοδεχούμενη, όμως δεν αρκεί προκειμένου να γεφυρωθεί το δημογραφικό χάσμα. Στην υπόθεση της χορήγησης ασύλου, η νέα κυβέρνηση προσφέρει καρότα (χαλαρότερους κανόνες επανένωσης των οικογενειών), αλλά και μαστίγιο (ταχύτερες απελάσεις). Όμως, για μια χώρα που βρίσκεται στο κέντρο της Ευρώπης, καμιά πολιτική σε εθνικό επίπεδο δεν μπορεί να αποδειχθεί επαρκής όσο δεν υπάρχει συμφωνία που να ισχυροποιεί τους κοινούς κανόνες περί ασύλου σε επίπεδο ΕΕ. Τυχόν νέα κρίση του μεταναστευτικού στα σύνορα της Ευρώπης θα αποτελέσει δοκιμασία για την κυβέρνηση συνασπισμού/φωτεινού σηματοδότη, όπως συνέβη και με τις κυβερνήσεις Μέρκελ.

Σε επίπεδο προσώπων, στη 17μελή κυβέρνηση καίρια θα αποβεί η σχέση μεταξύ του Κρίστιαν Λίντνερ, ηγέτη του FDP και διαδόχου του Όλαφ Σολτς στο Υπουργείο Οικονομικών, και του Ρόμπερτ Χάμπεκ, συμπροέδρου των Πρασίνων, που θα αναλάβει το υπερενισχυμένο Υπουργείο Οικονομίας και Περιβάλλοντος, καθώς και την αντικαγκελαρία. [Η άλλη ηγέτις των Πρασίνων, η Αναλένα Μπέρμποκ, θα είναι η πρώτη γυναίκα υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας.] Ο υπέρμαχος της μείωσης των φόρων Φιλελεύθερος και ο κρατιστής των Πρασίνων θα έχουν από κοινού την αποστολή να διαχειριστούν την ενεργειακή μετάβαση της Γερμανίας. Αυτή η προσδοκία θα δοκιμασθεί στην πράξη.

Πάντως, τη μεγαλύτερη πρόκληση θα αποτελέσουν τα απρόβλεπτα γεγονότα. Υπ’ αυτήν την έννοια, η πανδημία του κορονοϊού –που για μία ακόμη φορά αναφλέγεται στη Γερμανία– χάρισε μια αγριωπή υποδοχή στη νέα κυβέρνηση […]. Μπορεί λοιπόν ο γάμος να πήγε όσο καλά μπορούσε να ελπίζεται, όμως ο μήνας του μέλιτος θα είναι σύντομος.