Ο νέος παρεμβατισμός

Μετά από μια μακρά περίοδο φιλελευθεροποίησης, το Κράτος επανήλθε: δεν πρόκειται για καλή μεταβολή

Όπως γενικά συμβαίνει με την Ιστορία, έτσι ισχύει και για τον καπιταλισμό: μπορεί να μην επαναλαμβάνεται, έχει όμως μια περιοδικότητα. Φάσεις πιο φιλελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας δίνουν τη θέση τους σε περιόδους όπου το Κράτος αναμειγνύεται περισσότερο στα πράγματα. Οσάκις προκύπτουν μεταβολές, συνήθως έρχονται μετά από κρίσεις που μπορεί να είναι εξωγενείς (πόλεμοι, πανδημίες), ενώ άλλες φορές να οφείλονται σε ακραίες συμπεριφορές (χρηματοπιστωτικά κραχ, υφέσεις, στασιμοπληθωρισμός). Όμως η περιοδικότητα δεν είναι σταθερή, ούτε διαχρονικά ούτε τοπικά: διαφέρει από δεκαετία σε δεκαετία και από χώρα σε χώρα.

Ο Άλαν Μπρίνκλεϊ

Μετά το 1945 οι Αμερικανοί συνειδητοποίησαν τι εννοούσε ο ιστορικός Alan Brinkley όταν έλεγε: «Η κρατική εξουσία θα πρέπει να χρησιμοποιείται όχι μόνο για να ενισχύει, αλλά και για να αρνείται». Οι μεικτές οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης συμπεριέλαβαν στοιχεία κεντρικού προγραμματισμού – εν μέρει ως απόνερα από την εποχή του πολέμου, εν μέρει προκειμένου να αποκρουσθεί ο κομμουνισμός. Ακόμη και όταν στη Βρετανία η Μάργκαρετ Θάτσερ πολεμούσε με τα συνδικάτα και ιδιωτικοποιούσε εταιρείες που βρίσκονταν υπό κρατικό έλεγχο (τη δεκαετία του ’80) ο Φρανσουά Μιτεράν στη Γαλλία δεσμευόταν να «διακόψει τους δεσμούς με τον καπιταλισμό» και εθνικοποιούσε τις τράπεζες και μεγάλες επιχειρήσεις. Στο Πεκίνο πάλι, ο Τενγκ Σιαοπίνγκ αποικοδομούσε τον κινεζικό κολεκτιβισμό, και τούτο την ίδια στιγμή που στο Τόκιο μια καθ’ υπόθεσιν φιλελεύθερη κυβέρνηση αξιοποιούσε το Υπουργείο Διεθνούς Εμπορίου και Βιομηχανίας προκειμένου να εκθρέψει εθνικούς πρωταθλητές.

Δεν είναι ευκολότερο να προβλέψει κανείς τις μετακινήσεις που θα συμβούν –σήμερα– στον χώρο του καπιταλισμού. Έτσι όμως που η παγκοσμιοποίηση έχει φέρει τις διεθνείς αγορές σε στενή διασύνδεση, οι κυβερνήσεις κινούνται πλέον με πιο συγχρονισμένο τρόπο. Τη δεκαετία του ‘90, όταν πλέον η κατάρρευση του σοβιετικού κομμουνισμού είχε αποκαλύψει τη χρεοκοπία του μοντέλου της κατευθυνόμενης οικονομίας, τα κράτη εν πολλοίς απομακρύνθηκαν από την επιχειρηματικότητα. Τώρα όμως, ο ρόλος του Κράτους ενισχύεται και πάλι: οι δημόσιες δαπάνες αυξάνονται, καθώς το κράτος πρόνοιας επεκτείνεται. Η κρατική εξουσία γίνεται πιο παρεμβατική, ιδίως έναντι των επιχειρήσεων. Και αυτός ο παρεμβατισμός εκδηλώνεται και με νέους, αλλά και με τους παλιούς τρόπους.

Από τη χρηματοπιστωτική κρίση στις επιπτώσεις της πανδημίας

Τα πρώτα κυματάκια αυτού του φαινομένου εμφανίστηκαν πριν από μία δεκαετία. Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2009 έπεισε πολλούς ότι το να αφήνει κανείς τις αγορές να αυτορυθμίζονται θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταστροφή. Οι στάσιμες αμοιβές της εργασίας σε μεγάλα τμήματα του ελεύθερου κόσμου ενίσχυσαν την αντίληψη ότι η αγορά δεν λειτουργούσε θετικά για τους κανονικούς ανθρώπους· αντιθέτως, οδηγούσε σε μεγαλύτερες ανισότητες, ιδίως από πλευράς πλούτου. Το Brexit του 2016 και η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ λειτούργησαν ως απόδειξη ότι η παγκοσμιοποίηση άφηνε πίσω υπερβολικά πολλούς, να υστερούν. Η αυξανόμενη ανησυχία για το πόσο οι αγορές ήταν ανίκανες ή απρόθυμες να αποτρέψουν την κλιματική αλλαγή τροφοδότησε με τη σειρά της το αίτημα για μεγαλύτερη ανάμειξη του Κράτους στην υπόθεση της προώθησης μιας πιο πράσινης ενέργειας. Αντίστοιχες ανησυχίες έκαναν τον πρόεδρο της Κίνας Σι Ζινπίνγκ να αναλάβει καμπάνια για μεγαλύτερη αυτάρκεια και «κοινή ευημερία».

Η επανεμφάνιση των γεωπολιτικών μορφών αντιπαλότητας, με τις φιλελεύθερες δημοκρατίες να στρατεύονται εναντίον του κινεζικού αυταρχισμού, υπήρξε ένας ακόμη παράγοντας που έκανε τις κυβερνήσεις να επιδιώκουν την ευθυγράμμιση των επιχειρηματικών συμφερόντων με τα εθνικά στρατηγικά συμφέροντα. Αυτό δε συνέβη ακόμη και προτού η Covid-19 έκανε να φαίνεται πιο δικαιολογημένη παρά ποτέ η ανάμειξη στις επιχειρηματικές υποθέσεις (από την επιβολή lockdown και τις διασώσεις οικονομικών κλάδων μέχρι την υποχρεωτικότητα των εμβολιασμών και της χρήσης μάσκας), και τούτο τόσο στους πολίτες όσο και στους πολιτικούς τους εκπροσώπους. Ο κόσμος έχει εισέλθει «σε έναν πολιτικό κύκλο όπου οι κυβερνήσεις χρειάζεται να ανταποκρίνονται όλο και πιο άμεσα σε ένα ευμετάβολο και απαιτητικό εκλογικό σώμα» εξηγεί ένα στέλεχος επιχείρησης με αντικείμενο τη διαχείριση διεθνών στοιχείων ενεργητικού. Η δε κοινή γνώμη έχει βαθμιαία στραφεί –κατά κανόνα– εναντίον των επιχειρήσεων.

Οι επικεφαλής των επιχειρήσεων και οι μεγάλοι επενδυτές –εν μέρει από ειλικρίνεια και εν μέρει επειδή βλέπουν προς τα πού φυσάει ο άνεμος– αναγνωρίζουν την ανάγκη μεταβολής του καπιταλιστικού μοντέλου λειτουργίας. Ο Jamie Dimon, διευθύνων σύμβουλος της J. P. Morgan Chase (της μεγαλύτερης τράπεζας των ΗΠΑ), έχει εκφράσει την ανησυχία του για το «ξήλωμα» του αμερικανικού ονείρου. Ο Ray Dalio, ιδρυτής του Bridgewater (του μεγαλύτερου hedge fund της υφηλίου), απευθύνει έκκληση για «μεταρρύθμιση του καπιταλισμού» προκειμένου να αποφευχθεί ο υπερδανεισμός, η κάμψη της παραγωγικότητας και η πολιτική πόλωση των ψηφοφόρων. Ο Doug McMillon, επικεφαλής της Walmart, του γίγαντα των σούπερ μάρκετ, εξηγεί ότι «είναι καιρός να επανεφεύρουμε τον καπιταλισμό». Ο δε Paul Polman, πρώην επικεφαλής της αγγλο-ολλανδικής Unilever (ειδών καθαριότητας και ειδών διατροφής) επιδιώκει «τη σωτηρία» του καπιταλισμού.

Πάντως, άμα τον δει κανείς τον καπιταλισμό από μιαν άλλη οπτική γωνία, δείχνει υγιής και ρωμαλέος. Οι σημερινές κυβερνήσεις, σε αντίθεση με τις προβληματισμένες από τον Μαρξ αντίστοιχες του 20ού αιώνα, εν γένει αποφεύγουν την κοινή ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Μεταξύ 1990 και 2016, τα κράτη έχουν προβεί σε πώληση στοιχείων ενεργητικού συνολικής αξίας γύρω στα 3,6 τρισ. δολάρια. Βάση δεδομένων που έχει καταρτισθεί από τους οικονομολόγους Katarzyna Szarzec, Akos Dombi και Piotr Matuszak καταγράφει 1.160 ιδιωτικοποιήσεις στην Ευρώπη μεταξύ 2007 και 2016 – έναντι μόλις 61 εθνικοποιήσεων. Σύμφωνα δε με τον ΟΟΣΑ, ο δημόσιος τομέας κατείχε στα τέλη του 2020 μετοχές αξίας 11 τρισ. δολ. σε εισηγμένες εταιρείες, δηλαδή 10% της συνολικής χρηματιστηριακής κεφαλαιοποίησης. Το 2017 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 14%.

Κάπου 2/5 των κρατικών συμμετοχών (κατ’ αξία) αποτελούν μειοψηφικά πακέτα σε κάπου 13.400 εταιρείες. Σε 12.000 απ’ αυτές, η συμμετοχή είναι μικρότερη του 10%. Οι περίπου 1.000 εταιρείες όπου η κρατική ιδιοκτησία είναι πλειοψηφική είναι μεν μεγαλύτερες, ωστόσο η διαχείρισή τους γίνεται από επαγγελματικά στελέχη προκειμένου να μεγιστοποιούνται τα κέρδη, όχι από γραφειοκράτες που ενδιαφέρονται για το εθνικό γόητρο ή για την απασχόληση. Το 1/5 των συμμετοχών του δημοσίου τομέα διακρατείται από Ταμεία κρατικών συμμετοχών και ένα πρόσθετο 13% από Ασφαλιστικά Ταμεία. Η Saudi Aramco, ο πετρελαϊκός κολοσσός της Σαουδικής Αραβίας, αποτελεί μία από τις πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις διεθνώς. Οι 4 μεγαλύτερες τράπεζες παγκοσμίως (με βάση το ενεργητικό τους) ανήκουν εν όλω ή εν μέρει στην κυβέρνηση του Πεκίνου. Πολλές άλλες κινεζικές κρατικές εταιρείες είναι τουλάχιστον αρκετά κερδοφόρες – αλλιώς, πώς θα μπορούσαν 82 απ’ αυτές να βρεθούν ανάμεσα στις 500 Fortune Global μεταξύ 2000 και 2019;

Το ζήτημα δεν είναι η ιδιοκτησία, είναι η άσκηση επιρροής

Συνεπώς, εκ πρώτης όψεως το Κράτος δείχνει να είναι λιγότερο παρόν στο προσκήνιο. Πλην όμως, η άμεση ιδιοκτησία δεν αποτελεί τον μόνο τρόπο να ασκείται επιρροή στις επιχειρήσεις. Αντί να κατέχουν τα μέσα παραγωγής, οι κυβερνήσεις αξιοποιούν όλο και περισσότερο άλλους μοχλούς πίεσης. Τέσσερα είναι τα πιο σημαντικά, παλιά εργαλεία που ήδη ξεσκονίζονται για επαναχρησιμοποίηση σε νέα βάση στον 21ο αιώνα.

Πρώτον, βλέπουμε μια ανανέωση του ενθουσιασμού για βιομηχανική πολιτική, δηλαδή για την παροχή κρατικής στήριξης σε ευνοούμενους κλάδους, τεχνολογίες ή και επιμέρους επιχειρήσεις. Στόχος, η επιθυμία να εξασφαλισθούν οι θέσεις εργασίας ή πάλι να διασφαλισθεί η προμήθεια εισροών που αφορούν την εθνική ασφάλεια (ηλεκτρονικά κυκλώματα για τους υπολογιστές) ή την ενεργειακή μετάβαση (μπαταρίες).

Δεύτερον, υπάρχουν οι όλο και ευρύτερες φιλοδοξίες των αρχών ανταγωνισμού, οι οποίες –διστακτικά στις ΗΠΑ, με αργά βήματα στην Ευρώπη και σχεδόν αστραπιαία στην Κίνα– μετακινούν τους προβολείς τους από τον έλεγχο των τιμών στην ευρύτερη τιθάσευση της ισχύος των εταιρειών (με στόχους που ξεκινούν από την προστασία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και φθάνουν σε εκείνη των κυβερνήσεων).

Τρίτη έρχεται η αύξηση των ρυθμιστικών παρεμβάσεων, με αντικείμενο ιδίως την προστασία του περιβάλλοντος, τη διαφύλαξη των εργασιακών δικαιωμάτων και την παρακολούθηση της εταιρικής διακυβέρνησης: εδώ η παρέμβαση είναι οριζόντια και επηρεάζει το σύνολο των μεγάλων επιχειρήσεων.

Τέταρτη είναι η καμπή που παρατηρείται στη (μέχρι προ καιρού) φαινομενικά συνεχή τάση για μείωση των εταιρικών φόρων, με τους πολιτικούς να ακολουθούν τους ψηφοφόρους στο να θεωρούν πλέον τις μεγάλες επιχειρήσεις ως μια βολική πηγή άντλησης πόρων.

Πάντως, η ισχυρότερη ανάμειξη του Κράτους στα επιχειρηματικά θέματα είναι απίθανο να οδηγήσει σε καλύτερα αποτελέσματα απ’ ό,τι παλιά, τότε που εφαρμόζονταν αντίστοιχα παρεμβατικά μέσα. Μπορεί μάλιστα η κατάληξη να είναι και χειρότερη. Οι προγενέστερες φάσεις παρεμβατισμού συγκρατούνταν, τουλάχιστον, από μια γενικότερη συναίνεση υπέρ της ελευθερίας του εμπορίου. Σε αντίθεση μ’ αυτό, ο νέος παρεμβατισμός συμπίπτει με την όρθωση εμποδίων στο διεθνές εμπόριο αντί για περιορισμό τους – και με μια διάχυτη αντίληψη ότι η παγκοσμιοποίηση και οι εύθραυστες εφοδιαστικές αλυσίδες θα πρέπει να τεθούν υπό έλεγχο, τόσο για λόγους οικονομικούς όσο και για θέματα εθνικής ασφάλειας.

Πρέπει να θυμίσουμε ότι τα τέσσερα αυτά παλιά εργαλεία (βιομηχανική πολιτική, αρχές ανταγωνισμού, ρυθμιστική παρέμβαση και φορολογία) είχαν αφεθεί στο ράφι να μαζεύουν σκόνη για κάποιους λόγους. Δεν είναι δε μόνον οι πολιτικοί και οι γραφειοκράτες που θα πρέπει να προσέξουν. Και οι επικεφαλής των επιχειρήσεων, οι οποίοι ξερογλείφονται με την προσδοκία πρόσθετης κρατικής στήριξης, καλά θα κάνουν να προσέχουν – ιδιαίτερα όταν τους παρουσιάζεται το καρότο των ενισχύσεων.