Αυταρχισμός και παγκοσμιοποίηση: Μια δυσάρεστη σχέση που θα αποσυνδεθεί δύσκολα – και με κόστος

 

Για μία ακόμη φορά, οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες υπέστησαν πλήγμα. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία επέφερε το μεγαλύτερο σοκ μετά το 1973 στην παγκόσμια αγορά πρώτων υλών, καθώς και μία από τις μεγαλύτερες διαταράξεις στην προσφορά σιτηρών μέσα σ’ έναν αιώνα. Χώρες από την Ουγγαρία μέχρι την Ινδονησία απαγόρευσαν τις εξαγωγές τροφίμων προκειμένου να εξασφαλίσουν την προσφορά εντός των συνόρων τους. Η Δύση προχώρησε στην επιβολή κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας, η οποία στερήθηκε κάθε λογής ανταλλακτικά και τεχνολογίες.

Αυτή η πίεση που βρέθηκε να δέχεται η παγκοσμιοποίηση ήρθε να προστεθεί στις επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-09, του Brexit, της εποχής Ντόναλντ Τραμπ και της πανδημίας του κορονοϊού. Μεταξύ 2008 και 2019, το διεθνές εμπόριο έχει υποχωρήσει κατά 5 περίπου μονάδες σε σχέση με την εξέλιξη του παγκόσμιου ΑΕΠ την ίδια περίοδο. Συνεχώς προστίθενται δασμοί και άλλα εμπόδια στις εμπορικές συναλλαγές. Οι ροές μακροπρόθεσμων άμεσων επενδύσεων παγκοσμίως υποχώρησαν κατά το ήμισυ μεταξύ 2016 και 2019. Αλλά και η μετανάστευση είναι πιο περιορισμένη – όχι δε μόνον λόγω των συνόρων που κλείνουν.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι πιθανό να επιταχύνει τις βαθύτερες μεταβολές στις παγκόσμιες ροές του εμπορίου, καθώς μεγάλα αυταρχικά καθεστώτα έρχονται αντιμέτωπα με τις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Μια τέτοια αντιπαράθεση είχε σημειωθεί και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Αυτή τη φορά όμως, οι χώρες με αυταρχικά καθεστώτα είναι μεγαλύτερες, πλουσιότερες και τεχνολογικά πιο προηγμένες. Έχει αυξηθεί το μερίδιο που καλύπτουν στο παγκόσμιο προϊόν, στις εμπορικές ροές και την καινοτομία, ενώ αποτελούν κομβικής σημασίας κρίκους σε πολλές εφοδιαστικές αλυσίδες. Όσο λοιπόν θα επιχειρείται αποσύνδεσή τους, τόσο η παγκόσμια οικονομία θα υφίσταται τις συνέπειες και το κόστος.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι δημοκρατίες κυβερνούσαν την οικονομία διεθνώς. Το 1960 οι ΗΠΑ, η Βρετανία, ο Καναδάς, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ιαπωνία κάλυπταν περίπου το 40% των εξαγωγών παγκοσμίως. Οι χώρες με αυταρχικά καθεστώτα ασκούσαν μικρή οικονομική επιρροή στη διεθνή σκηνή. Η Σοβιετική Ένωση κάλυπτε μόλις 4% του παγκόσμιου εμπορίου. Η Κίνα δεν καταγραφόταν καν στις στατιστικές. Το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στο κομμουνιστικό μπλοκ βρισκόταν στο 1/10 του αμερικανικού. Μπορεί η Δύση να βρισκόταν σε άγρια αντιπαράθεση με τις κομμουνιστικές χώρες με πολέμους δι’ ενδιαμέσων, ή πάλι και με τον πυρηνικό φόβο – όμως από οικονομική άποψη δεν υπήρχε περιθώριο σύγκρισης.

Αλλά και οι εκατέρωθεν οικονομίες ήταν εν πολλοίς αποσυνδεδεμένες. Οι εξαιρέσεις στο εμπόριο Ανατολής-Δύσης –λίγο ρωσικό φυσικό αέριο προς την Ευρώπη, μια σύμβαση προμήθειας σιταριού το 1972, μια ανταλλαγή Pespi με βότκα μετά το 1974– ήταν περιορισμένες. Μελέτη του ΔΝΤ που δημοσιεύθηκε λίγο πριν από την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης ανέφερε: «Οι άμεσες ξένες επενδύσεις στην ΕΣΣΔ υπήρξαν ελάχιστες μέχρι σήμερα».

Το κομμουνιστικό μπλοκ ακολουθούσε τους δικούς του κανόνες. Η όποια εξωτερική οικονομική δραστηριοποίηση της ΕΣΣΔ λάμβανε χώρα εντός COMECON (από τα τέλη της δεκαετίας του ‘50, οι κινεζοσοβιετικές συναλλαγές είχαν περιοριστεί στο ελάχιστο όταν οι σχέσεις των δύο πλευρών ψυχράνθηκαν). Οι συναλλαγές εντός COMECON ακολουθούσαν μια ιδιαίτερη μορφή αντιπραγματισμού, π.χ. ανταλλαγή πετρελαίου με βιομηχανικά προϊόντα, βάσει διακυβερνητικών συμφωνιών.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 τα αυταρχικά καθεστώτα άρχισαν όμως να ανοίγονται. Εν μέρει, αυτό ήταν το αποτέλεσμα ιδεολογικών αλλαγών, που πρωτοεμφανίσθηκαν στην Κίνα. Ο θάνατος του προέδρου Μάο το 1976 επέτρεψε την ανάδυση αιρετικών έως τότε ιδεών. Η έμφαση στον ταξικό πόλεμο έδωσε τη θέση της στην επιθυμία για εκσυγχρονισμό και για ανάπτυξη. Πρόσθετη όμως ορμή στην παγκοσμιοποίηση προέκυψε από την πτώση της ΕΣΣΔ το 1991.

Η Δύση, συνολικά, καλωσόρισε και ενθάρρυνε αυτήν την οικονομική φιλελευθεροποίηση, θεωρώντας ότι θα λειτουργούσε προς το καλό (και ότι θα απέφερε σημαντικά κέρδη). Η εισαγωγή νέων χωρών στο σύστημα του παγκόσμιου εμπορίου θα οδηγούσε σε αύξηση του βιοτικού επιπέδου – καθώς και σε τόνωση της δημοκρατίας και της ελευθερίας ανά τον κόσμο. Ένας παγκοσμιοποιημένος κόσμος θα ήταν και πιο ειρηνικός – αυτός ήταν ο συλλογισμός […].

Η αλήθεια είναι ότι το βιοτικό επίπεδο βελτιώθηκε. Ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν σε ακραία φτώχεια έχει υποχωρήσει κατά 60% από το 1990 έως σήμερα. Χώρες που παλιότερα ήταν κλειστές, άλλαξαν εντυπωσιακά: ο μέσος Εσθονός είναι σήμερα οριακά μόνο φτωχότερος από τον μέσο Ιταλό. Όμως η άλλη ελπιζόμενη ωφέλεια –η πολιτική φιλελευθεροποίηση– σκόνταψε. Βέβαια, η κατάταξη των πολιτικών καθεστώτων δεν αποτελεί ακριβή επιστήμη· όμως βοηθά να δει κανείς μια ευρύτερη τάση: την υποχώρηση της δύναμης των φιλελεύθερων δημοκρατιών.

Το μερίδιο των πολιτικών συστημάτων που μετρούσαν ως φιλελεύθερες δημοκρατίες αυξήθηκε – από 11% το 1970 σε 23% το 2010. Έκτοτε, όμως, η δημοκρατία υποχωρεί. Οι περισσότεροι άνθρωποι από το 1,9 δισεκατομμύριο που ζουν σε κλειστά αυταρχικά καθεστώτα κατοικούν σε μία μόνο χώρα: την Κίνα. Ωστόσο, λιγότερο κλειστές μορφές αυταρχισμού βελτιώνουν τη θέση τους, όπως στην Τουρκία, όπου ο πρόεδρος Ερντογάν σταθεροποίησε την κυριαρχία του στις δύο δεκαετίες διακυβέρνησης (βλέπε Διάγραμμα 1).

Χρησιμοποιώντας στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, του ΔΝΤ και άλλων μελετών, χωρίζουμε την παγκόσμια οικονομία στα δύο. Σήμερα, ο κόσμος των αυταρχικών καθεστώτων (αυταρχικές χώρες κλειστές και με εκλογές) αντιπροσωπεύει πάνω από 30% του παγκόσμιου ΑΕΠ – ποσοστό υπερδιπλάσιο απ’ ό,τι στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Το μερίδιό τους στο παγκόσμιο εμπόριο απογειώθηκε. Η συνολική χρηματιστηριακή αξία των εισηγμένων εταιρειών αυτών των χωρών από 3% του συνόλου παγκοσμίως το 1989 έχει φθάσει σήμερα στο 30% (βλέπε Διάγραμμα 2).

Σήμερα, οι αυταρχικές χώρες αποτελούν ιδιαίτερα σοβαρό αντίπαλο για τις δημοκρατίες όσον αφορά τις επενδύσεις και την καινοτομία. Το 2020 οι κυβερνήσεις αυτού του είδους και οι αντίστοιχες επιχειρήσεις επένδυσαν 91 τρισ. δολάρια σε δράσεις, από την κατασκευή δρόμων και σιδηροδρόμων μέχρι και την παραγωγή μηχανών και παραγωγικού εξοπλισμού. Οι δημοκρατίες, αντιστοίχως, δαπάνησαν 12 τρισ. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, το μερίδιό τους στις αιτήσεις για διπλώματα ευρεσιτεχνίας πέρασε από το 5% σε άνω του 60%.

Το όνειρο που προσάραξε

Τώρα, μια τρίτη –πιο σκοτεινή– περίοδος προβάλλει στον ορίζοντα. Ακόμη και πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία ισχυρές χώρες έδειχναν να χάνουν το ενδιαφέρον τους στο να διαθέτουν αληθινή παγκόσμια παρουσία. Αντιθέτως, έτειναν να στηρίζονται περισσότερο στον εαυτό τους – ή να κυριαρχούν στην άμεση γεωγραφική περιοχή τους. Η νέα σχολή σκέψης αντανακλάται όλο και περισσότερο στη στρατηγική και την πολιτική. […]

Οι προσπάθειες της Ρωσίας να πετύχει αυτάρκεια, με την προώθηση της υποκατάστασης των εισαγωγών σε ευρεία κλίμακα, με τη δημιουργία ισχυρής βάσης συναλλαγματικών διαθεσίμων και με το στήσιμο παράλληλων τεχνολογικών δικτύων δείχνει πόσο δύσκολο θα είναι να αποκοπεί κανείς σήμερα από την παγκόσμια οικονομία. Οι κυρώσεις της Δύσης αχρήστευσαν διαμιάς πολλά από τα αποθεματικά. Η ρωσική οικονομία δυσκολευόταν ήδη πριν από τον πόλεμο, τώρα όμως βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Η ανεργία πιθανόν να εκτοξευθεί, καθώς οι ξένες εταιρείες αποσύρονται.

Υπάρχει ωστόσο ο κίνδυνος κάποιες χώρες να αποκομίσουν το αντίθετο δίδαγμα από τη Ρωσία: ότι δηλαδή ο καλύτερος τρόπος για αυτοπροστασία από την οικονομική πίεση είναι να έχουν πιο περιορισμένη αντί για μεγαλύτερη ενσωμάτωση στο διεθνές σύστημα. Ο κόσμος, τότε, θα προκύψει πιο πολυδιασπασμένος και αμοιβαία καχύποπτος – αλλά και φτωχότερος απ’ όσο θα μπορούσε να είναι.