Οι επιπτώσεις των κυρώσεων και της αναταραχής:  οι αγορές πρώτων υλών

Σήμερα η Ρωσία βρίσκεται στην πρώτη, δεύτερη και τρίτη θέση αντιστοίχως μεταξύ των εξαγωγέων φυσικού αερίου, αργού πετρελαίου και άνθρακα. Η Ευρώπη προμηθεύεται το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς της από τον γείτονά της στα ανατολικά. Η Ρωσία, επιπλέον, καλύπτει σχεδόν το μισό των εισαγωγών ουρανίου των ΗΠΑ. Προμηθεύει το 1/10 του αλουμινίου και του χαλκού παγκοσμίως, καθώς και το 1/5 του νικελίου υψηλής καθαρότητας για την παραγωγή μπαταριών. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η κυριαρχία της σε πολύτιμα μέταλλα όπως το παλλάδιο, κρίσιμο υλικό για τη βιομηχανία ηλεκτρονικών και αυτοκίνησης.

Μέχρι στιγμής, οι ρωσικές εξαγωγές πρώτων υλών δεν βρέθηκαν αντιμέτωπες με το είδος συνολικών κυρώσεων που έχει επιβάλει η Δύση σε άλλους τομείς. Οι ΗΠΑ ανήγγειλαν εμπάργκο επί του ρωσικού πετρελαίου, πλην όμως αγοράζει περιορισμένες ποσότητες απ’ αυτό. Η Βρετανία θα περιορίσει σταδιακά τις δικές της αγορές, κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Ήδη όμως, τα σημάδια του πρώτου δεκαημέρου του Μαρτίου ότι η Δύση θα μπορούσε να προχωρήσει περισσότερο σε κυρώσεις έφερε ταραχή στις αγορές εμπορευμάτων. Όταν ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Άντονι Μπλίνκεν αναφέρθηκε σε κοινή απαγόρευση από πλευράς των συμμάχων, η τιμή του αργού Brent απογειώθηκε στα 139 δολάρια το βαρέλι – δηλαδή το διπλάσιο του επιπέδου της 1ης Δεκεμβρίου, αν και λίγο αργότερα υποχώρησε. Αλλά και στο φυσικό αέριο, οι διακυμάνσεις των τιμών υπήρξαν βίαιες, με αυξήσεις κατά το 1/3 και μέχρι τα 285 δολάρια/μεγαβατώρα, δηλαδή 18 φορές το επίπεδο προ έτους καθώς η Ρωσία απείλησε με αντίμετρα. Την ίδια στιγμή, το Χρηματιστήριο Μετάλλων του Λονδίνου/LME διέκοψε –για δεύτερη φορά στην 145ετή ιστορία του– τη διαπραγμάτευση του νικελίου, όταν αυτό έφθασε σε τιμή διπλάσια από το προηγούμενο ρεκόρ του. Το ένα μετά το άλλο, τα μέταλλα έφθασαν (ή πλησίασαν) επίπεδα-ρεκόρ.

Πρόκειται για σοκ άνευ προηγουμένου βάθους και έκτασης. Ένας δείκτης βασικών εμπορευμάτων που καταρτίζει η Thomson Reuters εκτοξεύθηκε, σε 3μηνιαία βάση, περισσότερο από οποιαδήποτε περίοδο μετά το 1978. Σε μία εβδομάδα, αρχές Μαρτίου, κατέγραψε τη μεγαλύτερη εκτίναξή του από το 1956. Πέρα από τις χρηματιστηριακές αίθουσες, βέβαια, η υστερία δεν ήταν αισθητή. Όμως η σχετική ηρεμία δύσκολα θα διατηρηθεί: «Μέχρι τώρα, οι τιμές είναι στις οθόνες. Σε τέσσερις εβδομάδες, θα έχουν γίνει πραγματικότητα» εξηγεί ένας άνθρωπος των αγορών. Άμα οι εντάσεις αυξηθούν κι άλλο, ίσως χρειαστεί να διατίθενται τα ενεργειακά προϊόντα και τα μέταλλα με το δελτίο. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και η ζωή των νοικοκυριών θα χρειαστεί να κάνουν οδυνηρές προσαρμογές. Ο πλούσιος κόσμος θα σκοντάψει. Οι φτωχές χώρες θα χρεοκοπήσουν. Τελικά, η Ρωσία μπορεί να καμφθεί – όχι όμως χωρίς αυτό το σπάσιμο της αλυσίδας να τραυματίσει τον υπόλοιπο κόσμο με μεγάλη βία.

Οι αγορές πρώτων υλών περιήλθαν σε πανικό για δύο λόγους. Πρώτον, σε πολλές υπήρχε ένταση και πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, λόγω ισχυρής ζήτησης. Η ζωηρή ανάκαμψη μετά τα lockdown της πανδημίας είχε ανοίξει την όρεξη των αγορών για ενέργεια και για μέταλλα. Πολλές «μεσαίες» μονάδες της αλυσίδας που είχαν κλείσει τις ημέρες της Covid-19, όπως για παράδειγμα διυλιστήρια, παρέμεναν σε αδράνεια – συνεπώς, είχε δημιουργηθεί στενότητα.

Ο δεύτερος λόγος ανησυχίας ήταν η εξαφάνιση της προσφοράς, η οποία κατέληξε να είναι το κύριο πρόβλημα μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Κάποιες ποσότητες ρωσικού αργού συνέχισαν να διακινούνται: εκατομμύρια βαρέλια διέσχιζαν τον Ατλαντικό. Όμως κατά κύριο λόγο επρόκειτο για ποσότητες που είχαν αγοραστεί –και πληρωθεί– προ εβδομάδων. […] Ιδιαίτερα προβληματική είναι και η έλλειψη χρηματοδότησης. Οι περισσότερες ξένες τράπεζες, ακόμη και οι κινεζικές, σταμάτησαν να εκδίδουν ενέγγυες πιστώσεις για συναλλαγές με Ρωσία. Έχοντας επί μία δεκαετία κληθεί να πληρώσουν πρόστιμα για συναλλαγές με Ιράν και άλλους παρίες, λόγω κυρώσεων, οι τράπεζες δεν το ρισκάρουν πλέον. Εξίσου σημαντικά, πάντως, είναι και τα προβλήματα μεταφορών. Καθώς δεν μπορούν να ασφαλισθούν, τα ξένα πλοία αποφεύγουν τη Μαύρη Θάλασσα. […]

Όλη αυτή η κατάσταση θα τραυματίσει ασφαλώς τις πλούσιες οικονομίες. Η JP Morgan Chase ήδη προβλέπει ότι η ανάπτυξη σε παγκόσμιο επίπεδο θα είναι κατά 0,8 μονάδες χαμηλότερη το 2022 σε σύγκριση με τις προβλέψεις μία εβδομάδα πριν από την εισβολή. Η Ευρωζώνη προβλέπεται να υποστεί μείωση 2,1 ποσοστιαίων μονάδων.

Για τις φτωχότερες χώρες, η άμεση απειλή έγκειται στην έκρηξη των ελλειμμάτων στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους. Ο Economist υπολογίζει ότι, αν όλα τα υπόλοιπα παραμείνουν σταθερά, μια τιμή του αργού στο 150 δολάρια/βαρέλι επί έναν χρόνο θα πιέσει προς τα κάτω τα ισοζύγια πληρωμών 37 εισαγωγέων αργού κατά 2,3 ποσοστιαίες μονάδες. Κάτι τέτοιο θα χτυπήσει καίρια χώρες που ήδη βρίσκονται υπό πίεση, όπως η Τουρκία ή το Πακιστάν. Η Κίνα θα χάσει μία ποσοστιαία μονάδα από το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της. Βέβαια, οι πετρελαιοεξαγωγικές χώρες θα ωφεληθούν, όμως κι αυτές θα αντιμετωπίσουν προβλήματα, όπως με την ανατίμηση των νομισμάτων που θα πλήξει τις εξαγωγές μη ενεργειακών προϊόντων.

Οι υψηλές τιμές το πιθανότερο είναι να διαρκέσουν και μετά την άρση των κυρώσεων. Η Ρωσία, αν καταλήξει να θεωρείται αφερέγγυος και επίφοβος συναλλασσόμενος, θα παραμείνει περιθωριοποιημένη σύμφωνα με τον Τομ Πράις της τράπεζας Liberum. Και όσο οι κεφαλαιαγορές της και οι εισπράξεις των εξαγωγών της θα παλεύουν να ανακάμψουν, τόσο οι επενδύσεις σε παραγωγή πρώτων υλών θα κινδυνεύουν. Μετά το 2022, τα υψηλότερα επιτόκια και η χαλαρότερη ανάπτυξη παγκοσμίως μπορούν να προσγειώσουν πάλι τις αγορές – αλλά με πελώριο κόστος.

Τα αγροτικά προϊόντα

Ρωσία και Ουκρανία, δηλαδή η πρώτη και πέμπτη μεγαλύτερη χώρα εξαγωγών σιταριού, καλύπτουν από κοινού το 29% των παγκόσμιων συναλλαγών σε παγκόσμια κλίμακα. Μετά από πολλές απογοητευτικές σοδειές, μετά από αγορές πανικού την εποχή της πανδημίας και με προβλήματα εφοδιαστικής αλυσίδας έκτοτε, τα παγκόσμια αποθέματα βρίσκονται σήμερα σε επίπεδο 31% χαμηλότερο από τον μέσο όρο 5ετίας. Αυτή τη φορά όμως, την πυρπόληση έφερε η απειλή για εμπάργκο από πλευράς Δύσης. Οι τιμές του σιταριού, που ήδη στα μέσα Φεβρουαρίου ήταν κατά 49% υψηλότερες από τον μέσο όρο της 5ετίας 2017-21, σημείωσαν πρόσθετη αύξηση κατά 30% μετά την έναρξη της εισβολής στην Ουκρανία. Η αβεβαιότητα έχει κορυφωθεί, ενώ οι δείκτες μεταβλητότητας που δημοσιεύει το μελετητικό κέντρο IFPRI χτύπησαν κόκκινο.

Η ολλανδική τράπεζα Rabobank εκτιμά ότι οι τιμές των σιτηρών μπορεί να σημειώσουν πρόσθετη άνοδο κατά 1/3. Όμως η ζημιά στην παγκόσμια διατροφική κάλυψη μπορεί να πάει πολύ πιο μακριά από τα σιτηρά – και να διαρκέσει περισσότερο απ’ όσο ο πόλεμος. Η Ρωσία και η Ουκρανία από κοινού λαμβανόμενες εξάγουν 12% των θερμίδων που εξάγονται παγκοσμίως. Ανήκουν στους 5 μεγαλύτερους εξαγωγείς πολλών σπορέλαιων και διαφόρων σιτηρών, από το καλαμπόκι και τη βρώμη μέχρι το ηλιέλαιο – δηλαδή προϊόντα διατροφής ανθρώπων αλλά και ζωοτροφές. Η Ρωσία από μόνη της είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής βασικών συστατικών για την παραγωγή λιπασμάτων, χωρίς τη χρήση των οποίων οι σοδειές αποτυγχάνουν, ή πάλι χάνουν από διατροφική αξία. […]

Οι επιπτώσεις του πολέμου θα γίνουν αισθητές σε τρία επίπεδα: διατάραξη των αποστολών σιτηρών που ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη· χαμηλές μελλοντικές συγκομιδές σε Ρωσία και Ουκρανία ή συγκομιδές με προβληματική πρόσβαση· μείωση της παραγωγής σε άλλα μέρη του κόσμου. Πρώτα οι τωρινές αποστολές: κανονικά το σιτάρι και η βρώμη θερίζονται το καλοκαίρι, εξάγονται το φθινόπωρο – οπότε μέχρι τον Φεβρουάριο τα περισσότερα πλοία έχουν σαλπάρει. Όμως τα χρόνια που ζούμε δεν είναι κανονικά: με τα αποθέματα να είναι χαμηλά, οι μεγάλοι εισαγωγείς σιτηρών από τη Μαύρη Θάλασσα (ιδίως στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική) έχουν το άγχος να βρουν πρόσθετες προμήθειες. Δεν τα καταφέρνουν, καθώς τα λιμάνια της Ουκρανίας είναι κλειστά – κάποια έχουν ήδη βομβαρδιστεί. Πλοία που θέλησαν να παραλάβουν φορτώματα από τη Ρωσία έχουν πληγεί από πυραύλους στη Μαύρη Θάλασσα. Πολλά δεν βρίσκουν ασφάλιση.

Οι εναλλακτικές πηγές προμήθειας είναι απρόσιτες. […] Ακόμη μεγαλύτερη, όμως, είναι η ανησυχία για τις μελλοντικές συγκομιδές. Στην ίδια την Ουκρανία ο πόλεμος μπορεί να φέρει χαμηλότερες αποδόσεις και περιορισμένη σπορά. Τα χειμερινά προϊόντα (κριθάρι και σιτάρι), που φυτεύονται τον Οκτώβριο, μπορεί να υποχωρήσουν λόγω έλλειψης λιπασμάτων και ζιζανιοκτόνων. Τα ανοιξιάτικα προϊόντα, όπως το καλαμπόκι ή ο ηλίανθος, μπορεί να μην σπαρθούν καν. Στη Ρωσία, ο κίνδυνος δεν είναι η μείωση της παραγωγής αλλά το μπλοκάρισμα των εξαγωγών. Οι πωλήσεις ειδών διατροφής δεν υπάγονται μεν στις κυρώσεις, όμως οι Δυτικές τράπεζες διστάζουν να δανείσουν στο εμπόριο. Ο φόβος προστίμων από τις κυβερνήσεις ή πάλι της κατακραυγής του Τύπου κρατούν το εμπόριο στον πάγο. Ενώ η Ουκρανία είναι απλησίαστη, η Ρωσία είναι εκτός συζήτησης σύμφωνα με τον Μάικλ Μάγκνταβιτς της Rabobank.

Ακόμη πιο ανησυχητική μπορεί να είναι η επίπτωση αυτής της σύγκρουσης στην παγκόσμια γεωργία. Η περιοχή αποτελεί σημαντικό προμηθευτή καίριων συστατικών των λιπασμάτων, συμπεριλαμβανομένων του φυσικού αερίου και της ποτάσας. Οι τιμές των λιπασμάτων είχαν ήδη και διπλασιαστεί ή και τριπλασιαστεί προ του πολέμου, αναλόγως με τον τύπο του κάθε λιπάσματος, λόγω της ανόδου των τιμών της ενέργειας αλλά και των μεταφορικών – καθώς και των κυρώσεων που είχαν επιβληθεί το 2021 κατά της Μπελαρούς/Λευκορωσίας, η οποία παράγει το 18% της ποτάσας παγκοσμίως. Καθώς η Ρωσία, που η ίδια παράγει το 20% του παγκόσμιου όγκου ποτάσας, θα δυσκολευθεί πλέον να εξάγει τη δική της παραγωγή, οι τιμές είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν.

Το τελικό αποτέλεσμα: πολύ μεγαλύτερο μερίδιο των εισοδημάτων παγκοσμίως θα χρειαστεί, συντόμως, να δαπανάται για τα είδη διατροφής. […] Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί ήδη τραγωδία. Έτσι όμως που διαλύει τον σιτοβολώνα της υφηλίου, μπροστά μας βρίσκεται αληθινή καταστροφή.