Γιατί τα υψηλά επίπεδα δανεισμού των επιχειρήσεων δεν θα εκτροχιάσουν την ανάκαμψη

Στις 20 Σεπτεμβρίου της περασμένης χρονιάς, η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών/BIS (η κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών) είχε ήδη δημοσιοποιήσει στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο παγκόσμιος δανεισμός των εταιρειών παραμένει σε επίπεδο-ρεκόρ όλων των εποχών. Ιδιαίτερη σημασία έχει η Κίνα, όπου το ποσοστό των επιχειρηματικών δανείων ως προς το σύνολο του ΑΕΠ είναι ακόμη μεγαλύτερο απ’ ό,τι στην Ιαπωνία κατά την κορύφωση της φούσκας (και του συνακόλουθου δανεισμού) της δεκαετίας του 1990. Ο εταιρικός δανεισμός στις πλούσιες χώρες είχε διαμορφωθεί στο 102% του ΑΕΠ τα τέλη Μαΐου 2021, έναντι 92% πριν από την εμφάνιση της πανδημίας του κορονοϊού. Θα μπορούσαν όμως παρόμοια υψηλά επίπεδα χρέους να λειτουργήσουν ως απειλή για την ανάκαμψη στις ανεπτυγμένες χώρες;

Πολλές ρυθμιστές αρχές είχαν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για το υψηλό επίπεδο του εταιρικού χρέους ακόμη και πριν από την πανδημία της Covid-19. Έκτοτε, το πλήγμα που δέχθηκαν τα έσοδα των επιχειρήσεων οδήγησε σε ένα κύμα υποβαθμίσεων του αξιόχρεού τους. Μεταξύ Μαρτίου 2010 και Μαρτίου 2021, η Fitch υποβάθμισε 460 εταιρείες – σχεδόν 20% του συνολικού εταιρικού χαρτοφυλακίου που παρακολουθεί. Το 2021 καταγράφηκε υποχώρηση των εταιρικών χρεοκοπιών, καθώς οι οικονομίες ανακάμπτουν, πλην όμως πολλοί εταιρικοί ισολογισμοί θα συνεχίσουν να είναι επιβαρυμένοι με υψηλά επίπεδα χρέους επί χρόνια στο μέλλον. Ακόμη κι αν τα επιτόκια παραμείνουν χαμηλά, αυτό το «επικρεμάμενο χρέος» θα μπορούσε να τραυματίσει τις προθέσεις τους να επενδύουν ή να προσλαμβάνουν καινούργιο προσωπικό.

Το ενδιαφέρον να σημειωθεί, όμως, είναι ότι παρόμοιες καταστάσεις υψηλού εταιρικού χρέους σπανίως προκαλούν σημαντικές ζημίες στις οικονομίες, ακόμη κι όταν οι πιστωτές πλήττονται από παύση πληρωμών των εν λόγω εταιρειών. Σε πρόσφατη μελέτη του ο Moritz Schularick του Πανεπιστημίου της Βόννης (με άλλους συμμετέχοντες) έχει αναλύσει στοιχεία του οικονομικού κύκλου 17 ανεπτυγμένων χωρών επί έναν αιώνα, συγκρίνοντας τις στάσεις πληρωμών λόγω εταιρικού χρέους με εκείνες που έχουν να κάνουν με τον δανεισμό των νοικοκυριών (όπως ήταν η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-09).

Οι συγγραφείς της μελέτης προβάλλουν το επιχείρημα ότι οι πιστωτές συχνά έχουν κίνητρο να προβαίνουν σε αναδιάρθρωση του παλιότερου εταιρικού χρέους προκειμένου να αποφεύγεται το ενδεχόμενο να προκύψουν μονιμότερα εταιρείες-ζόμπι, ενώ αντιθέτως έτσι απελευθερώνεται δυνατότητα δανειακής στήριξης της επερχόμενης ανάκαμψης. Σε αντίθεση μ’ αυτό, η αναδιάρθρωση του χρέους των νοικοκυριών προκύπτει συχνά ανέφικτη, ενώ οι τράπεζες είναι πιθανότερο να κρατήσουν αυτές τα δάνεια στο χαρτοφυλάκιό τους με την ελπίδα ότι οι τιμές των κατοικιών κάποια στιγμή θα ανακάμψουν. Οι κίνδυνοι για μιαν οικονομία είναι μεγαλύτεροι μετά από κρίσεις στην αγορά επαγγελματικών ακινήτων παρά μετά από τις κρίσεις εταιρικού χρέους, όπου οι τράπεζες παρακολουθούν κυρίως τις χρηματοροές των επιχειρήσεων. Αυτός άλλωστε είναι ο λόγος που τα προβλήματα χρέους στην Κίνα, όπου συνδέονται με τον τομέα των ακινήτων, προξενούν ανησυχία. […] Σε μεγάλο μέρος του πλούσιου κόσμου, υπάρχει λόγος να παραμείνει κανείς προσεκτικά αισιόδοξος. Οι μεγαλύτερες τράπεζες και χρηματοπιστωτικοί οίκοι είναι σε σαφώς καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι το 2008. Οι σημαντικότερες ρυθμιστικές αρχές διεθνώς έχουν διεξαγάγει κατά τη διάρκεια του 2020 stress tests, με μακροοικονομικά σενάρια κατά πολύ αυστηρότερα εκείνων που προέκυψαν, αλλά και πάλι τα τραπεζικά συστήματα κατόρθωσαν να απορροφήσουν τις εταιρικές ζημίες και να συνεχίσουν να δανείζουν. Σε πολλές χώρες θα παραμείνει βουνό εταιρικού χρέους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό όμως δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην και ότι η οικονομική ανάκαμψη θα σκοντάψει.