Η Δύση και οι σύμμαχοί της προσπαθούν να θέσουν κανόνες για τις πιο πολύπλοκες εφοδιαστικές αλυσίδες του κόσμου, χωρίς να κυριαρχήσει η Κίνα – δύσκολη υπόθεση

 

Κατά τη διάρκεια της προεδρίας Τραμπ πολλοί ήταν εκείνοι που ξανακοίταξαν προσεκτικά τα τεχνολογικά επιτεύγματα της Κίνας. Ορισμένοι έβγαλαν το συμπέρασμα ότι αποτελούσαν απειλή για τις Δυτικές οικονομίες – ίσως ακόμη και για τη διεθνή ασφάλεια. Στα πρωτοσέλιδα, η εκπληκτικά πετυχημένη στα τηλεπικοινωνιακά Huawei κατέληξε να προσωποποιεί αυτήν την απειλή. Οι ΗΠΑ κατηγόρησαν την εταιρεία ότι λειτουργούσε ως μέσο παρακολούθησης και ελέγχου στα χέρια της κινεζικής κυβέρνησης. Έτσι, απαγόρευσαν την εξαγωγή μικροεπεξεργαστών αμερικανικής κατασκευής προς την εταιρεία αυτή, που τους είχε ανάγκη για τα προϊόντα της. Η συγκεκριμένη κίνηση έδειξε να έχει αποτελέσματα: το 2021 η Huawei γνώρισε υποχώρηση των κερδών της για πρώτη φορά σε μία δεκαετία – κατά σχεδόν 1/3.

Ήταν φαινόμενο άνευ προηγουμένου το να βρεθεί κράτος που να μπλοκάρει την πορεία ενός τέτοιου τεχνολογικού κολοσσού. Ο τζίρος της Huawei ήταν περίπου ίσος με εκείνον της Microsoft. Πάντως, αυτό το επίτευγμα δεν ήταν και χωρίς κόστος. Καθώς η κυβέρνηση Τραμπ έδρασε χωρίς να συνεργαστεί στενά με τους φίλους των ΗΠΑ, οδήγησε στο να εμφανιστούν από κάθε μεριά του κόσμου επενδυτές, πρόθυμοι να αποκαταστήσουν τους σπασμένους κρίκους της εφοδιαστικής αλυσίδας που βρίσκονται πέρα από τη δυνατότητα επιβολής των αμερικανικών νόμων.

Μεταξύ άλλων, οι ιαπωνικές επιχειρήσεις άρχισαν –διακριτικά– να διαθέτουν στην αγορά τα δικά τους προϊόντα, κατά τρόπο που παρακάμπτει τον αμερικανικό ΕAR/Οργανισμό Ρύθμισης των Εξαγωγών, μάλιστα προωθώντας τα ως “EAR-free”. Αλλά και αμερικανικές εταιρείες, που κάθε χρόνο πουλάνε εξοπλισμό αξίας δισεκατομμυρίων στην Κίνα, άρχισαν να αναζητούν ουδέτερο έδαφος από το οποίο να μπορούν να συνεχίσουν τις σχετικές εξαγωγές τους. Η Σιγκαπούρη και η Μαλαισία έδειξαν αυτόν τον δρόμο. «Ποιος θα ήθελε να συμμορφωθεί οικειοθελώς στις απαγορεύσεις της κυβέρνησης των ΗΠΑ;» σαρκάζει δικηγόρος της Ουάσιγκτον που οδηγεί τα βήματα πελατών του τεχνολογικού χώρου, ώστε να αποφεύγουν τους νέους αμερικανικούς περιορισμούς.

Εν τω μεταξύ, πάντως, οι κινεζικές επιχειρήσεις –ενθαρρυνόμενες από επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων με κρατική στήριξη– πολλαπλασίασαν τις προσπάθειές τους ώστε να αναπτύξουν τις δικές τους τεχνολογίες ημιαγωγών, ενώ προηγουμένως εισήγαν μέσω των εφοδιαστικών αλυσίδων που κατέληγαν σε αμερικανικές εταιρείες. Έτσι όπως πορεύονταν τα πράγματα, φάνηκε πως η αμερικανική κυβέρνηση θα έχανε –σταθερά– την επιβολή που είχε επί της εφοδιαστικής αλυσίδας των μικροεπεξεργαστών. Προκειμένου να αποφύγει μια τέτοια κατάληξη και να διατηρήσει έναν κάποιο έλεγχο, χρειάζεται να διαμορφώσει ένα πλαίσιο συμφωνίας με τις φιλικές της χώρες.

Από τη στιγμή που ο Τζο Μπάιντεν ανέλαβε την εξουσία, πριν από έναν χρόνο, τα στελέχη της κυβέρνησης δεν έπαψαν να εγείρουν το ζήτημα του ελέγχου των ημιαγωγών κάθε φορά που μιλούν με συμμάχους. Οι λομπίστες της Ουάσιγκτον έχουν 25 χρόνια να δουν θέμα όπως των ημιαγωγών να καταλαμβάνει τόσο επίμονα την κορυφαία θέση στη διπλωματική ατζέντα της χώρας. Κυβερνήσεις και εταιρείες δημιουργούν ήδη πλατφόρμες συνεννόησης προκειμένου να επιτευχθεί η ευθυγράμμιση της πολιτικής εμπορίας στο ζήτημα των μικροεπεξεργαστών αλλά και των πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή τους. Ορισμένοι βλέπουν μιαν αναλογία, εδώ, με την Οργάνωση των πετρελαιοπαραγωγικών κρατών/τον ΟΡΕC. Εδώ και δεκαετίες, τα μέλη του –που όλοι τους είναι εξαγωγείς πετρελαίου– συναντώνται και συντονίζονται προκειμένου να ελέγχουν ποιες ποσότητες καταλήγουν στην παγκόσμια αγορά, κατά τρόπο ώστε να επηρεάζονται οι τιμές του αργού. Οι σημερινές πλατφόρμες συνεννόησης αποτελούν το πρώτο βήμα στην κατεύθυνση αντίστοιχου συστήματος ελέγχου των εξαγωγών ημιαγωγών, με την προσδοκία ότι έτσι θα διατηρηθεί η τεχνολογική πρωτοπορία έναντι της Κίνας. Θα μπορούσε το σχήμα αυτό να βαφτιστεί Οργανισμός Χωρών Εξαγωγής Ημιαγωγών/OSEC.

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν ήδη διπλωματικοί θεσμοί που διαμορφώνουν πολυμερείς συμφωνίες οι οποίες διέπουν τις εξαγωγές τεχνολογικών προϊόντων. Δεν υπήρξαν όμως ιδιαίτερα επιτυχείς στη διαχείριση των συναλλαγών που αφορούν ημιαγωγούς. Το 1996 διαμορφώθηκε η Συμφωνία Wassenaar, προκειμένου μεταξύ άλλων να εποπτεύει την εμπορία προϊόντων τα οποία θα μπορούσαν να έχουν στρατιωτική χρήση. Πρόκειται για ένα σχήμα διάδοχο της COCOM/της Συντονιστικής Επιτροπής Πολυμερών Ελέγχων επί των Εξαγωγών, δηλαδή του ψυχροπολεμικού εκείνου φορέα που ουσιαστικά είχε χτίσει Δυτικό εμπάργκο στις συναλλαγές με το σοβιετικό μπλοκ. Επισήμως γίνεται λόγος για αναπροσαρμογή της συμφωνίας Wassenaar, κατά τρόπο ώστε να βοηθήσει στον έλεγχο των συναλλαγών που αφορούν τους ημιαγωγούς. Λίγοι όμως πιστεύουν ότι κάτι τέτοιο θα επιτευχθεί – αν μη τι άλλο επειδή η Ρωσία είναι πλέον κι αυτή μέλος.

Ως εκ τούτου, προκύπτουν νέες πλατφόρμες συνεννόησης. Η πιο δομημένη είναι το Συμβούλιο ΕΕ-ΗΠΑ για το Εμπόριο και την Τεχνολογία, που διαμορφώθηκε τον περασμένο Ιούνιο και προβλέπει ομάδα εργασίας για τους ελέγχους επί των εξαγωγών. Στην ατζέντα της έχουν υπαχθεί οι συναλλαγές επί των ημιαγωγών: τον Σεπτέμβριο, μετά από συνάντηση αυτού του φορέα στο Πίτσμπουργκ διακηρύχθηκε η πρόθεση συνεργασίας για «επανισορρόπηση» των παγκοσμίων εφοδιαστικών αλυσίδων των ημιαγωγών. Διπλωματική διατύπωση αυτή, για την πρόθεση να κρατηθούν τα προϊόντα αυτά μακριά από τα χέρια των Κινέζων. Οι παραγωγοί του κλάδου αυτού στη Δύση και σε μέρη της Ασίας που είναι επιφυλακτικά έναντι της Κίνας καλωσόρισαν αυτή τη συζήτηση – επισήμως. Οι προσδοκίες είναι ότι η διαμόρφωση σαφών κανόνων, με παγκόσμια ισχύ, θα περιορίσουν τουλάχιστον το στοιχείο της αβεβαιότητας.

Πάντως, η παγκόσμια διπλωματία στα θέματα ημιαγωγών παραμένει άνευρη […]. Το θέμα έχει τεθεί και στο περιθώριο των συναντήσεων που αφορούν τις κυρώσεις που θα μπορούσαν να επιβληθούν στη Ρωσία, σε περίπτωση που εισβάλει στην Ουκρανία. Η αμερικανική κυβέρνηση εξήγησε πώς το είδος ελέγχων επί των εξαγωγών που χρησιμοποιήθηκαν κατά της Huawei θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και κατά της Ρωσίας, ώστε να αποκοπεί η χώρα αυτή από τη Δυτική τεχνολογία. Η Ρωσία βέβαια δεν διαθέτει άξια λόγου ηλεκτρονική βιομηχανία (όπως η Κίνα), οπότε οι σχετικές κυρώσεις θα γίνονταν λιγότερο αισθητές. Μπορεί ωστόσο να δυσχεράνουν τις κυβερνοεπιθέσεις που διεξάγει η Μόσχα κατά των εχθρών της.

Οι διακυβερνητικές συμφωνίες μεταξύ εκείνων των χωρών που κυρίως κινούν τις εφοδιαστικές αλυσίδες των ημιαγωγών (βασικά: ΗΠΑ, Ιαπωνία και Ολλανδία) έχουν μεγαλύτερη σημασία από οποιοδήποτε άλλο φόρουμ. Οι τρεις αυτές χώρες παράγουν το μερίδιο του λέοντος των μηχανημάτων κατασκευής ημιαγωγών. Όταν, στο τέλος της θητείας της κυβέρνησης Τραμπ, η μεγάλη ολλανδική ASMI ετοιμαζόταν να πουλήσει τα πιο προωθημένα της μηχανήματα στον μεγαλύτερο και βαρύτερο κινεζικό κατασκευαστή, τη SMIC, Γιαπωνέζοι και Αμερικανοί παράγοντες πίεσαν την ολλανδική κυβέρνηση. Η οποία όντως αρνήθηκε να δώσει στην ASMI άδεια εξαγωγής προς τη SMIC.

Οι πιο αυστηροί έναντι της Κίνας Αμερικανοί θα προτιμούσαν αυτού του τύπου τη στενότερη «συμμαχία των προθύμων» για σαφή διακοπή των εφοδιαστικών αλυσίδων. Ο μικρότερος αριθμός σε παρόμοια σχήματα συμμετεχόντων διευκολύνει την ταχεία δράση οσάκις διαφαίνεται απειλή. Η ίδια αυτή προσέγγιση δίνει τον κεντρικό ρόλο στις ΗΠΑ, πράγμα που αντανακλά την παλιότερη προσέγγιση Τραμπ έναντι της Κίνας, σε αντίθεση με τις προσπάθειες εξευμενισμού των συμμάχων και αναζήτησης τρόπων για διαμόρφωση συστήματος κανόνων για το εμπόριο ημιαγωγών. Ευρωπαίοι και Ιάπωνες προτιμούν την πολυμερή προσέγγιση. Όμως οι Αμερικανοί θεωρούν ότι έτσι θα περιοριζόταν η δυνατότητα άμεσης αντίδρασης σε διαφαινόμενο κινεζικό κίνδυνο.

Το πρόβλημα είναι –όπως επισημαίνει στέλεχος της κυβέρνησης Ομπάμα με εμπειρία στα θέματα εξαγωγών– ότι όσο πιο ρωμαλέα στάση θέλουν να προβάλουν οι ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να συμπαρασύρουν τους Ευρωπαίους και Ασιάτες συμμάχους τους. Χωρίς όμως τη συμμετοχή των φίλων των ΗΠΑ, η σκληρή αμερικανική γραμμή στο θέμα των εξαγωγών κινδυνεύει να αποδυναμώσει τις ίδιες τις αμερικανικές εταιρείες, καθώς θα οδηγούσε τις επενδύσεις μακριά από την επιρροή των ΗΠΑ χωρίς όμως να ξεβολεύει τους Κινέζους παραγωγούς. Και –ακόμη χειρότερα– θα μπορούσε να καταστρέψει το ενδεχόμενο αναβίωσης του αμερικανο-κινεζικού εμπορίου ημιαγωγών, άμα κάποια μέρα επανέλθουν καλύτερες σχέσεις.

Μέχρι στιγμής, η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρεί να βρει συμβιβαστική προσέγγιση, με την απαγόρευση πρόσβασης στους Κινέζους σε μικροεπεξεργαστές που βρίσκονται πάνω από ένα επίπεδο τεχνολογίας. Για παράδειγμα, έχει αποκλείσει τελείως τη Huawei από την απόκτηση των μικροεπεξεργαστών που χρειάζεται για τις προωθημένες συσκευές 5G, ενώ επιτρέπει την πρόσβαση σε παλιότερες τεχνολογίες. Αντίστοιχα, η SMIC μπορεί να προμηθεύεται παλιότερα μηχανήματα, όχι όμως τα πιο σύγχρονα που παράγουν υλικά για τα iPhones ή για τα αυτοκίνητα χωρίς οδηγό. Αλλά και πάλι, οι φίλοι των ΗΠΑ δεν έχουν συμφωνήσει σε έναν τέτοιο συμβιβασμό, ο οποίος συνεχίζει να εφαρμόζεται μονομερώς διά της επιβολής των αμερικανικών κανόνων εισαγωγών/εξαγωγών.

Ήδη πάντως, η κυβέρνηση Μπάιντεν παρεμποδίζεται και από τις ισορροπίες εσωτερικής πολιτικής – όποια νέα πολιτική κι αν αποφασίσουν οι ΗΠΑ να διαμορφώσουν έναντι της Κίνας. «Πολλοί διατηρούν αμφιβολίες, καθώς δεν γνωρίζουν αν ο Μπάιντεν θα συνεχίσει να κυβερνά», εξηγεί ο Ρίτσαρντ Θέρστον, που υπήρξε επί χρόνια επικεφαλής νομικών υπηρεσιών της ταϊβανέζικης TSMC, του μεγαλύτερου παραγωγού ημιαγωγών παγκοσμίως […]. Ο ίδιος θεωρεί ότι αντί οι κυβερνήσεις να περιορίζουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες, καλύτερα θα έκαναν να προστατεύουν το εμπορικό απόρρητο. Οι Αμερικανοί παραγωγοί, καθώς και εκείνοι των φιλικών προς τις ΗΠΑ χωρών, θα μπορούσαν μεν να πουλάνε τις πλέον προηγμένες υπηρεσίες παραγωγής μικροεπεξεργαστών στην κινεζική αγορά, αλλά ταυτόχρονα να προλαμβάνουν και το ενδεχόμενο να δουν τις κινεζικές εταιρείες να αναπτύσσουν οι ίδιες την πιο προωθημένη παραγωγική υποδομή.

Αυτή η προσέγγιση δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στην Ουάσιγκτον, όπου τα πρωτοσέλιδα εύκολα επιτίθενται στον Τζο Μπάιντεν γιατί επιτρέπει τη ροή μικροεπεξεργαστών και μηχανημάτων παραγωγής τους προς την Κίνα. Και η –άβολη– αλήθεια είναι ότι οι κατασκευαστές μηχανημάτων αυτού του κλάδου δεν έχουν πάψει να θεωρούν την Κίνα έναν από τους μεγαλύτερους πελάτες τους: η καλιφορνέζικη Applied Materials, η οποία κατασκευάζει μηχανήματα που χαράσσουν εκπληκτικά λεπτά κυκλώματα σε αντίστοιχα λεπτά στρώματα πυριτίου, είχε για το 2020 πωλήσεις αξίας 5 δισ. δολαρίων προς την Κίνα – περισσότερα απ’ όσα προς οποιαδήποτε άλλη αγορά.

Εν τω μεταξύ, η ίδια η Κίνα προοδεύει. Το ποσοστό μικροεπεξεργαστών που καλύπτεται από εξαγωγές της Κίνας παγκοσμίως σημειώνει αύξηση (βλ. Διάγραμμα 1). Αυτό δεν ισχύει προκειμένου περί οποιασδήποτε άλλης μεγάλης χώρας παραγωγής μικροεπεξεργαστών, και τούτο παρά την καμπάνια Τραμπ να πνίξει τις εγχώριες βιομηχανίες της Κίνας αλλά και τις πιο πολυμερείς προσπάθειες Μπάιντεν να πετύχει τον ίδιο στόχο.

Μπορεί οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους τελικώς να συμφωνήσουν για το πώς θα πρέπει να περιοριστούν οι φιλοδοξίες των Κινέζων, όμως τελικώς μπορεί και να αποδειχθεί ότι δεν γίνεται μία και μόνο χώρα να ασκήσει έλεγχο σε έναν τόσο πολύπλοκο κλάδο. Αν αυτό συμβεί, τότε οι ΗΠΑ ενδεχομένως μετανιώσουν τελικώς που προσπάθησαν να παρέμβουν.