Με την πολιτική του προέδρου της, η Τουρκία δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα ελέγξει τις τιμές

Αν κανείς συγκρίνει με την καταστροφική εικόνα της προηγούμενης χρονιάς, οπότε η τουρκική λίρα κατέρρευσε υποχωρώντας κατά 44% έναντι του δολαρίου, στο ξεκίνημα του 2022 δεν τα πήγαινε και τόσο άσχημα. Από τις αρχές Ιανουαρίου μέχρι και τον Φεβρουάριο η λίρα είχε χάσει μόνο 4% της αξίας της, πάλι έναντι του δολαρίου. Αυτό εν μέρει οφείλεται στο σύστημα προστασίας των καταθέσεων σε εγχώριο νόμισμα από τις μεγάλες μεταβολές της ισοτιμίας, σύστημα το οποίο η κυβέρνηση είχε εισαγάγει τον Δεκέμβριο και το οποίο συγκράτησε τη ζήτηση σκληρού συναλλάγματος. Άλλος παράγοντας ήταν μια σειρά παρεμβάσεων στην αγορά συναλλάγματος από την Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας. Στις 22 Φεβρουαρίου η Κεντρική Τράπεζα αναφέρεται ότι πούλησε σχεδόν 1 δισ. δολάρια σε ξένο συνάλλαγμα, ώστε η λίρα να απορροφήσει ένα μέρος από το σοκ που υπέστη μετά τη ρωσική εισβολή στην Κριμαία.

Όσο όμως κι αν η τουρκική λίρα ξαναβρήκε έναν βηματισμό, συνεχίζεται η υψηλή πτήση που πληθωρισμού που ξεκίνησε με την περσινή κατάρρευση της αξίας της. Η επίσημη καταγραφή βρισκόταν τον Ιανουάριο σε ένα φρικώδες επίπεδο 48,7% (σε ετήσια βάση), ενώ οι προβλέψεις μιλούν για κορύφωση την άνοιξη και για κλείσιμο της χρονιάς σαφώς άνω του 30% λόγω της βάσης εκκίνησης. Η εκτόξευση του κόστους της ενέργειας, καθώς και οι διαδεδομένοι φόβοι ότι η κυβέρνηση καμουφλάρει τα στοιχεία του τιμαρίθμου, έχουν προξενήσει ευρύτατες διαμαρτυρίες ανά την επικράτεια. Ο ηγέτης της αξιωματικής αντιπολίτευσης της Τουρκίας ανακοίνωσε ότι δεν θα πληρώσει τον λογαριασμό ηλεκτρικού του, αν η κυβέρνηση του προέδρου Ερντογάν δεν ανακαλέσει τις πρόσφατες αυξήσεις τιμολογίων.

Δυστυχώς όμως για τους Τούρκους πολίτες, οι οποίοι πλέον ταχύτατα προσαρμόζονται στη συνήθεια να αποθεματοποιούν μη φθαρτά προϊόντα και είδη πρώτης ανάγκης, η σταθεροποίηση της ισοτιμίας της λίρας δεν θα αρκέσει προκειμένου να τεθεί υπό έλεγχο ο πληθωρισμός – ο οποίος θα μείνει αναγκαστικά υψηλά, καθώς οι μισθοί σκαρφαλώνουν (η Τουρκία αύξησε τον κατώτατο κατά 50%), η ζήτηση λιανικής αυξάνεται, ενώ και οι τιμές της ενέργειας και των πρώτων υλών συνεχίζουν τον ανήφορο.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η επιμονή της Τουρκίας να κρατάει τα επιτόκια σε χαμηλό επίπεδο. Μετά από μια σειρά μειώσεων το 2021, το βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας είχε διαμορφωθεί στο 14%, δηλαδή πάνω από 35 μονάδες κάτω από την καταγραφή του πληθωρισμού. Συνεπώς, οι Τούρκοι μπορεί κάλλιστα να αναρωτηθούν πόσο σοφό θα ήταν να συνεχίσουν να κρατούν τα χρήματά τους στην τράπεζα, τη στιγμή που οι τόκοι που θα εισπράττουν για τις καταθέσεις τους –ακόμη και για τις προστατευόμενες από τις διακυμάνσεις της ισοτιμίας καταθέσεις– θα υστερούν τόσο από τον ρυθμό πληθωρισμού. Όπως σημειώνει η Σέλβα Ντεμιράλπ, καθηγήτρια Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Κοτς, μπορεί κάλλιστα να προτιμήσουν να δαπανήσουν τα χρήματά τους για αγορές ακινήτων ή διαρκών καταναλωτικών αγαθών – πράγμα που θα τροφοδοτήσει περαιτέρω τον πληθωρισμό.

Το να συγκρατήσει κανείς τον πληθωρισμό είναι πάντοτε κάτι δύσκολο, ακόμη και με την εφαρμογή ορθόδοξης νομισματικής πολιτικής (δείτε τη Βραζιλία, όπου ο πληθωρισμός παραμένει διψήφιος παρά τις πολλές αυξήσεις επιτοκίων). Στην περίπτωση της Τουρκίας, κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Και αυτό δεν θα αλλάξει σύντομα. Καθώς ο πρόεδρος Ερντογάν έχει εμμονή με τους ρυθμούς ανάπτυξης και πιστεύει –εσφαλμένα– ότι ο τρόπος για την καταπολέμηση του πληθωρισμού είναι να μειώνει κανείς τα επιτόκια, έχει ορκιστεί ότι ο δανεισμός στην Τουρκία θα παραμένει φθηνός. «Δεν μπορούμε να θυσιάσουμε τον ρυθμό ανάπτυξης» παραδέχεται ο κυβερνητικός βουλευτής Σεβντέτ Γιλμάζ.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι απειλείται υπερπληθωρισμός. Οι αναμενόμενες κατά τους προσεχείς μήνες αυξήσεις των τιμών τείνουν να συγκρατήσουν τη ζήτηση – αυτό επισημάνει η Γκιζέμ Οζτόκ Αλτινσάκ, κύρια οικονομολόγος του TUSIAD, του βασικού επιχειρηματικού συνδέσμου της χώρας. Αυτό είναι που συγκρατεί τον πληθωρισμό, ώστε να μην βρεθεί σε τριψήφια επίπεδα. Όμως, με τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας και με την αξιοπιστία της Κεντρικής Τράπεζας να έχει τραυματιστεί τόσο, για να επανέλθει ο πληθωρισμός σε μονοψήφιο επίπεδο –ή και κάτω του 20%– θα απαιτηθούν χρόνια.