Εν τω μεταξύ, οι αγορές…

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Όσο οι ΗΠΑ – και ο κόσμος όλος – συνέρχονται από τις εικόνες κατά την επίθεση του (Τραμποκίνητου) όχλου στο Καπιτώλιο, ύστερα τις εικόνες από την συνέχιση των διαδικασιών οριστικοποίησης της εκλογικής νίκης Μπάιντεν-Χάρρις, παράλληλα και με την δίδυμη νίκη των Δημοκρατικών στις επαναληπτικές εκλογές για την Γερουσία στην Πολιτεία της Τζώρτζια (που δίνει ελευθερία κινήσεων στην Προεδρία Μπάιντεν), τόσο πλήθαιναν τα σημάδια του απρόβλεπτου γύρω από την ιδιαίτερη αυτή κρίση.

Ίσως το λιγότερο σχετικό με τον πυρήνα της κρίσης – δηλαδή την αμφισβήτηση των ίδιων των εκλογών – και από την πιο επικίνδυνη έκφανσή της – την «αποδοχή» της χαλαρής οχλοκρατίας στην καρδιά του Αμερικανικού συστήματος – να ήταν και εκείνο που υπόσχεται/απειλεί να αφήσει την μακρότερη σκιά πίσω του. Ποιο είναι αυτό; Είναι η διαπίστωση ότι, ακόμη και προτού ανακτηθεί ο έλεγχος στο Κογκρέσο, προτού και ο ίδιος ο Τραμπ «πεισθεί» να ζητήσει από τους ξέφρενους οπαδούς του να αποχωρήσουν και προτού η διαδικασία επικύρωσης της νίκης Μπάιντεν/Χάρρις επαναληφθεί, οι χρηματιστηριακές αγορές στις ΗΠΑ σημείωναν νέα ρεκόρ. Ο δείκτης Dow Jones ξεπέρασε και τις 31.000 μονάδες (κλείσιμο την ημέρα του χάους στις 30.829, πάλι ρεκόρ όλων των εποχών: ο Dow του 2018 ήταν στις 25.000 μονάδες, το 2016 (αρχή Τραμπ) στις 20.000 , πριν την κρίση του 2008-9 στις 14.000, στην αρχή της δεκαετίας του 2000 στις 11.000…), ενώ ο ευρύτερος δείκτης S&P έσπασε το δικό του ρεκόρ στις 3.748 μονάδες. Τα Ευρωπαϊκά Χρηματιστήρια – Eurostoxx – ακολούθησαν, στην συνέχεια.

Πέρα από την καταγραφή, βέβαια, υπήρξαν και προσπάθειες ερμηνείας: οι αγορές αδιαφορούν για το άμεσο/βραχυπρόθεσμο (όχι και τόσο πειστικό) , οι αγορές διέβλεψαν την τελική νίκη των Δημοκρατικών με αυτονομία κινήσεων, άρα «είδαν» σταθερότητα (καλύτερη προσπάθεια). Πιο θεμελιωμένη η προσέγγιση που λέει ότι οι αγορές πρόβλεψαν ότι η έξοδος από την πολιτική εμπλοκή στις ΗΠΑ θα οδηγούσε άμεσα στην ψήφιση νέου πακέτου οικονομικής στήριξης για την συνεχιζόμενη πανδημία, πιο ενισχυμένου (την προσοχή συγκέντρωσε η προτεινόμενη ενίσχυση 2.000 δολαρίων/νοικοκυριό αντί των 600 δολαρίων. όμως το πακέτο 892 δις που είχε ήδη ψηφισθεί τέλος του 2020, με συνολικό κόστος 2,3 δις σε βάθος 2021 είχε πολύ περισσότερα στοιχεία), το οποίο ναι μεν είχε ψηφισθεί με μεγάλη πλειοψηφία αλλά συνάντησε προεδρικό βέτο και εμπλοκή στους κοινοβουλευτικούς χειρισμούς τέλους θητείας.

Καθώς ό,τι αφορά τις αγορές ποτέ δεν προχωράει ευθύγραμμα, οι αγορές που έτσι ξάφνιασαν θετικά δεν άργησαν να περάσουν σε αρνητικό έδαφος – γιατί; Επειδή από το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης αποφασίστηκε τελικά (;) η διαγραφή τριών μετοχών μεγάλων Κινεζικών τηλεπικοινωνιακών εταιρειών: China Mobile, China Telecom, China Unicom Hong Kong, και οι τρεις με δραστηριοποίηση κυρίως στην Κίνα. Ο  ισχυρισμός είναι  ότι βρίσκονται υπερβολικά κοντά στις Κινεζικές ένοπλες δυνάμεις. Η διαγραφή τους είχε προωθηθεί προ ημερών, ύστερα εκείνη η απόφαση ανετράπη/ανεβλήθη, τελικά ο υπουργός Οικονομικών της – απερχόμενης – Διοίκησης Τραμπ, ο Στηβ Μνιούσιν επέμεινε για επίσπευση. Είναι φανερό ότι εκείνο που επιχειρείται είναι να αγκυρωθεί η λογική Τραμπ για απαγόρευση επενδυτικών συμμετοχών στην Κίνα μέσω ΗΠΑ, προτού αναλάβει η Διοίκηση Μπάιντεν.

Πάντως, ένα παραμένει το κρατούμενο: οι αγορές της εποχής της πλημμυρίδας ρευστότητας έχουν οριστικά αποσυνδεθεί απ’ ό,τι το προβλεπτό με την «παλιά λογική».