Η κλιμάκωση της κρίσης στην Ουκρανία οδήγησε τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου στα ύψη, αναδεικνύοντας τα όρια της στρατηγικής για την ενεργειακή μετάβαση τόσο της Ελλάδας όσο και συνολικότερα της Ευρώπης.

Η εγκατάλειψη πηγών ενέργειας που ευθύνονται για την κλιματική κρίση (όπως ο λιγνίτης) και η στροφή προς ανανεώσιμες πηγές ενέργειας απαιτεί επενδύσεις δισεκατομμυρίων και βάθος χρόνου για να υλοποιηθούν.

Το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης (οι κάνουλες του οποίου αναμένεται να ανοίξουν τις επόμενες εβδομάδες και για τις ελληνικές επιχειρήσεις) έχει αναλάβει να χρηματοδοτήσει σημαντικό μέρος αυτού του κόστους και ήδη οι μεγαλύτεροι ενεργειακοί όμιλοι στην Ελλάδα επιχειρούν να επωφεληθούν των πόρων, επισπεύδοντας τον πράσινο μετασχηματισμό τους.

Σε κάθε περίπτωση οι επενδύσεις αυτές θα χρειαστεί κάποια χρόνια για να υλοποιηθούν. Στο μεσοδιάστημα, εφόσον η Ελλάδα επιμείνει στην απότομη απολιγνιτοποίηση, ως μόνη εναλλακτική λύση προβάλλει το φυσικό αέριο – το λεγόμενο καύσιμο γέφυρα από το «βρώμικο» παρελθόν,  στο «πράσινο» μέλλον. Μια γέφυρα που δείχνει όλο και πιο ασταθής, καθώς επιδεινώνονται οι σχέσεις της Ευρώπης με τον βασικό προμηθευτή φυσικού αερίου, τη Ρωσία.

Στο τεύχος Φεβρουαρίου της Οικονομικής ο Κωστής Μουσουρούλης, ο Σωκράτης Φάμελλος, ο Γιώργος Αρβανιτίδης και ερευνητές του Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας του ΕΜΠ καταθέτουν τις απόψεις τους σχετικά με το στοίχημα της απολιγνιτοποίησης. Οι ευρωβουλευτές, Μαρία Σπυράκη και Πέτρος Κόκκαλης, σχολιάζουν τις προοπτικές της κύριας εναλλακτικής ενεργειακής γέφυρας που θα μπορούσε να έχει η Ευρώπη – των πυρηνικών. Ο δε Economist παρουσιάζει τις σχετικές εξελίξεις στις Βρυξέλλες καθώς και τη στάση της Γερμανίας επί του θέματος. Τέλος, στο ίδιο τεύχος περιγράφονται οι προκλήσεις αλλά και οι νέες δυνατότητες που δημιουργεί η πράσινη μετάβαση στον κλάδο της ναυτιλίας και στον αθλητισμό.