Επίσκεψη στους Δημοκρατικούς, στις ΗΠΑ

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Η εποχή του εύκολου, του ευθύγραμμου, του χωρίς-πολλές-διακρίσεις-και-εξαιρέσεις αντιΑμερικανισμού στην Ελλάδα των δεκαετιών του ΄60, πάντως του ΄70, του ΄80 και του ΄90 έχει ασφαλώς τελειώσει. (Το γεγονός ότι παράλληλα με τον αντιΑμερικανισμό υπήρξε  σ’ εμάς πλήρης κοινωνική επικράτηση του Αμερικανικού τρόπου ζωής, ουκ ολίγον Αμερικανικών αξιακών προτύπων κλπ, αυτή είναι μια άλλη ιστορία. Για άλλες προσεγγίσεις). Όμως η ταχύτητα με την οποία, τα τελευταία 3-4 χρόνια, περάσαμε σε μια αίσθηση προστασίας, ελπιζόμενης τουλάχιστον, καθώς και στενής/«στρατηγικής» σύνδεσης με τις ΗΠΑ – και μάλιστα τις ΗΠΑ της εποχής Τραμπ, και μάλιστα με οδηγό της Ελληνικής προσέγγισης τον πάλαι ποτέ ριζοσπαστικό ΣΥΡΙΖΑ και με μπροστάρη (σφίξε τα δόντια, φίλε αναγνώστη!) τον Πάνο Καμμένο – έχει δυσκολέψει όσους προσπαθούν να παρακολουθούν «με Ελληνικά μάτια» τις εξελίξεις και τις συστροφές της τωρινής προεκλογικής καμπάνιας στις ΗΠΑ. Που, σε κάπου από 9 μήνες από τώρα, θα καθορίσουν το πολιτικό πλαίσιο των – καίριων – επόμενων ετών για την Ελλάδα και την περιοχή. Ο,τιδήποτε κι αν συμβεί σ’ εμάς, ο,τιδήποτε κι αν προκύψει στους επόμενους μήνες, ιδίως στα ΕλληνοΤουρκικά.

Πάντα στην Ελλάδα – «φταίει ο Κένεντυ» και η συνολική εικόνα του Αμερικανικού πολιτικού συστήματος που μετέφερε η εποχή Παπανδρέου – υπήρχε μια κλίση της κοινής γνώμης προς τους Δημοκρατικούς. Κι ας ήταν το ΕλληνοΑμερικανικό λόμπι πιο Ρεπουμπλικανικό, κι ας μην υπήρξε όσο σταθερή ελπιζόταν (βλέπετε, στα εθνικά θέματα οι ελπίδες και οι προσδοκίες των Ελλήνων…) η στήριξη Δημοκρατικών προέδρων, Κάρτερ και Κλίντον, ας πούμε. αλλά και η ινδαλματοποίηση Ομπάμα είναι ζήτημα αν «απέδωσε» σε ο,τιδήποτε πλην της αποτροπής του Σωϋμπλοκίνητου Grexit, με το απαγορευτικό που αντέταξαν οι Τιμ Γκάϊθνερ και Τζέικ Λιου( αλλά και ο Μπεν Μπερνάνκι ως Fed) στους Ευρωχειρισμούς του 2012 και του 2015. Τώρα, όμως, τώρα που η «Ευρώπη» αισθάνεται ότι χρειάζεται ούτως ή άλλως να προετοιμασθεί ψυχολογικά για μια ενδεχόμενη δεύτερη θητεία Τραμπ – το καταγράφουν και οι N.Y. Times, το επαναλαμβάνουν πένθιμα και οι διάδρομοι των Βρυξελλών – με δεδομένο και ότι το χάσμα των δυο ακτών του Ατλαντικού μάλλον θα μεγαλώσει, η Ελλάδα του 2020 χρειάζεται να μάθει γρήγορα/να κάνει crash course στα ενδοΔημοκρατικά. Χωρίς τους «δικούς μας» παραμορφωτικούς φακούς και τις ανάλογες προκαταλήψεις.

Πλησιάζει βλέπετε η Super Tuesday, η Τρίτη 3/3 όπου 14 σημαντικές Πολιτείες των ΗΠΑ – από Καλιφόρνια μέχρι Μασσαχουσέτη, από Τέξας μέχρι Βόρεια Καρολίνα – έχουν προκριματικές εκλογές για την ανάδειξη Δημοκρατικού υποψηφίου για τις Προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου 2020. (Οι Ρεπουμπλικάνοι θα υποστούν ούτως ή άλλως τον Ντόναλντ Τραμπ – «The Donald» – όσο κι αν το κόμμα του Αϊζενχάουερ ή και του Μπους πατρός πάσχει από την συνειδητοποίηση αυτής της νομοτέλειας.). Μέχρι τώρα οι προκριματικές – Αϊόβα, Νιού Χάμσαϊρ, αύριο Νεβάδα και Νότια Καρολίνα – ήταν απλώς προειδοποιητικές βολές: βγήκε να προπορεύεται ο (αριστερός/σοσιαλιστής για τις ΗΠΑ) Μπέρνι Σάντερς. βρέθηκε να καταβυθίζεται ο θεωρούμενος κάποια στιγμή φαβορί πρώην Αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν. δεν επιβεβαίωσε τις προσδοκίες η (επίσης αριστερής απόκλισης) Ελίζαμπεθ Ουώρρεν. αναδύθηκε ο (κεντρώος για Δημοκρατικός) άγνωστος Πητ Μπάτιγκιγκ, ίσως και η (αντίστοιχη) Έημι Κλόμπουσαρ.

Ο «μη-ανακηρυγμένος», πλην σημαντικός υποψήφιος των Δημοκρατικών, παλιότερα Ρεπουμπλικάνος, στην συνέχεια Δήμαρχος της Νέας Υόρκης, πολυδισεκατομμυριούχος των μήντια Μάικ Μπλούμπεργκ (77 ετών, όπως και ο Μπάιντεν, έναντι του 78χρονου Σάντερς – βέβαια και ο Τραμπ 73 είναι : αυτά μετράνε στους Αμερικανούς), τώρα μόλις προσέρχεται επισήμως, στην Νεβάδα, αν και έχει τρέξει διαφημιστική/προεκλογική καμπάνια μέχρι 300 εκατομμυρίων.

Ενόψει, λοιπόν, των εκλογών στην Νεβάδα, έγινε και το πρώτο τηλεοπτικό ντημπέιτ με συμμετοχή του Μπλούμπεργκ. Το οποίο, ακριβώς γι αυτόν τον λόγο, αναμενόταν με μεγάλο σασπένς. Εκεί, λοιπόν, η Ελίζαμπεθ Ουώρρεν αναγνωρίστηκε από όλους τους σχολιαστές (ογκώδης λεπτομέρεια: και από το βαρύ πυροβολικό του Τραμπ, το Fox News) ότι ξεκίνησε το γκρέμισμα του προφίλ του Μπλούμπεργκ, όχι μόνο ως «υπερφίαλου δισεκατομμυριούχου» αλλά και ως αντιφεμινιστή (και αυτό, το τελευταίο, μετράει εκλογικά). Ο Μπέρνι Σάντερς επίσης επιτέθηκε στον Μπλούμπεργκ για την ρατσιστική ροπή που είχε η Αστυνομία της Νέας Υόρκης στα χρόνια του (σωματική έρευνα κυρίως σε εγχρώμους στον δρόμο), ενώ ο Τζο Μπάιντεν τον κατήγγειλε ως εχθρό του Obamacare/του συστήματος υγείας της εποχής Ομπάμα, που λειτουργεί ως εμβληματική πρωτοβουλία των Δημοκρατικών.

Αυτός ο κλονισμός της υποψηφιότητας Μπλούμπεργκ έχει σημασία: για την συντηρητικοποιημένη Αμερική του 2020, οι περισσότεροι αναλυτές τον θεωρούσαν επικρατέστερο αντίπαλο των παραζαλισμένων Δημοκρατικών παρ’ ότι ο Σάντερς ή η Ουώρρεν απέναντι στον Τραμπ – ιδίως με την Αμερικανική οικονομία σε καλή φάση. Από την άλλη, η έλξη που σταθερά ασκεί ο  ακαταπόνητος Μπέρνι Σάντερς στους νέους (δεν τον βοηθάει πάντως ευρύτερα η άρνησή του να δημοσιοποιήσει τον ιατρικό του φάκελο, παρά το περυσινό του έμφραγμα) αλλά και η επαναφορά της Λιζ Ουόρεν (που έχει το σαφέστερο οικονομικό πρόγραμμα, εναλλακτικό ως προς του Τραμπ) θα κρατήσουν αμείωτο το σασπένς μέχρι την Σούπερ Τρίτη.