Επιχειρήσεις και καταναλωτές κοιτάζονται στον καθρέφτη 

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Κάθε μήνα δημοσιοποιούνται τα ευρήματα των Ερευνών Οικονομικής Συγκυρίας –  διεξάγονται εδώ και τέσσερεις δεκαετίες για τις επιχειρήσεις, από το 2008 και μετά για τους καταναλωτές – όπως υπολογίζονται με εναρμονισμένο/βαθμονομημένο τρόπο σε επίπεδο ΕΕ, οπότε και για την Ελλάδα. (Δείγμα 1000 τουλάχιστον επιχειρήσεων και 1500 καταναλωτών συμμετέχει στην έρευνα, το ΙΟΒΕ κάνει την επεξεργασία).

Συνήθως τα ευρήματα μένουν μεταξύ του ειδικού κοινού, όσων δηλαδή παρακολουθούν από κοντά τις τάσεις και προοπτικές και δεν «αφήνονται» στα δημοσκοπικά ευρήματα των γενικών μετρήσεων (εκείνων που κάθε βδομάδα αναδύονται στην επικαιρότητα, μαζί με τις καταγραφές κοινής γνώμης για το πώς χειρίζεται η Κυβέρνηση την πανδημία, πόσο ικανοποιητικά είναι τα οικονομικά μέτρα, από κοντά και λίγη πρόθεση ψήφου ή καταλληλότητα για Πρωθυπουργό – τα γνωστά).

Καθώς όμως βρισκόμαστε σε μια πολύ πιο ευαίσθητη και ακόμη πιο σημαντική καμπή των πραγμάτων, με τις επιπτώσεις από το δεύτερο κύμα της πανδημίας ήδη εδώ, ανάμεσά μας, και με την προοπτική των εμβολίων να αλέθεται πλέον στην κοινή γνώμη (και την αγορά…) παράλληλα με την προοπτική αρκετών ακόμη μηνών σε λογική «ακορντεόν», η πιο τεκμηριωμένη προσέγγιση του οικονομικού κλίματος από την μελέτη της συγκυρίας κατά ΙΟΒΕ/DGEcFin αξίζει λίγη περισσότερη προσοχή. Λοιπόν:

Επειδή «στην Ευρώπη είμαστε» και εκεί λειτουργούμε, πρώτη επισήμανση η – σημαντική – υποχώρηση του κλίματος στην Ευρωζώνη, για τον φετινό Νοέμβριο. Αυτή τη φορά, σε αντίθεση με το πρώτο κύμα, πολλές χώρες έκλεισαν νωρίτερα (ολικά ή μερικά) απ’ ό,τι η Ελλάδα, μέχρις ότου αυτή ταρακουνήθηκε λόγω Θεσσαλονίκης. Πάντως σ’ όλη την Ευρωζώνη, σε λιανεμπόριο και υπηρεσίες το κλίμα κάμφθηκε έντονα, ενώ βιομηχανία και κατασκευές «κράτησαν». Η καταναλωτική εμπιστοσύνη βρέθηκε κάπου στην μέση. Κατάρρευση καταγράφηκε στην Ιταλία, σημαντική πτώση στην Γαλλία, πιο ήπια σε Γερμανία και Ισπανία.

Στην Ελλάδα, αντίστοιχα, ο γενικός δείκτης οικονομικού κλίματος σημείωνε επιδείνωση – αλλά συγκρατημένη. Αυτή η εικόνα, όμως, προκύπτει από πολύ σημαντική πτώση στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, η οποία μερικώς αντισταθμίζεται από τον τομέα των κατασκευών (όπου καταγράφεται μέχρι και βελτίωση προσδοκιών, κατά το ΙΟΒΕ περισσότερο λόγω δημοσίων επενδύσεων -άρα τα προγράμματα στήριξης όπως π.χ. του υπουργείου Εσωτερικών αποδίδουν – αν και η εμπειρική παρατήρηση δείχνει ότι τουλάχιστον οι μετασκευές/βελτιώσεις κατοικιών πάλιν ανθούν, όπως και επί πρώτου lock-down) αλλά και από κάποιους κλάδους του λιανεμπορίου (αναμενόμενα τα τρόφιμα, αλλά ζωηρές φαίνονται και οι επιδόσεις ηλεκτρονικού εμπορίου σε white goods και ηλεκτρονικά – όπου μάλιστα απορροφώνται τώρα τα αποθέματα). Στην βιομηχανία, τα καταναλωτικά αγαθά υποχώρησαν, τα κεφαλαιουχικά ακόμη περισσότερο: οι προ μηνών αισιόδοξες προσδοκίες για τους ερχόμενους μήνες φρέναραν. Στις υπηρεσίες, πλην πληροφορικής, επικρατεί αρνητικό κλίμα, με αναμενόμενα ζοφερή την προοπτική σε ξενοδοχεία – εστιατόρια – τουριστικά.

Εκεί πάντως που αξίζει μεγαλύτερη προσοχή είναι η απότομη υποχώρηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, που πέφτει για πέμπτο συνεχή μήνα, ευρισκόμενη όχι απλώς πολύ χαμηλότερα απ’ ό,τι πέρσι τέτοιον καιρό αλλά σε χαμηλό σχεδόν 2,5 ετών: ο Έλληνας καταναλωτής προκύπτει ο πλέον απαισιόδοξος σε Ευρωζώνη και ΕΕ. Η δε δυσθυμία των καταναλωτών επεκτείνεται και σε επιδείνωση των προβλέψεων για το αύριο των νοικοκυριών (δηλαδή του εαυτού τους) καθώς και για την συνολική οικονομική κατάσταση της χώρας.

Σημειώστε, δε εδώ την σημαντική λεπτομέρεια: την ίδια στιγμή, εκδηλώνεται βελτιωμένη πρόθεση για μεγάλες αγορές, μαζί και με πιθανολόγηση αύξησης της αποταμίευσης: μετά από 10 χρόνια κρίσης, ο κόσμος «μαθαίνει» να φυλάγεται, αμυνόμενος από ένα δυσοίωνο αύριο. Τώρα… τι κάνει αυτό σε επίπεδο ενεργού ζήτησης και συνεπώς αυριανών ρυθμών υποχώρησης του ΑΕΠ, άλλη ιστορία!