Οικονομική Επιθεώρηση, Μάιος 2021, τ. 1006

ΑΝΑΛΥΣΗ του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη – adp@economia.gr

Εποχή μειωμένων προσδοκιών

Η προσγειωτική επίδραση της πραγματικότητας
γίνεται λίγο-πολύ παντού αισθητή

Έτσι που κατέληξε να εξελίσσεται η φετινή χρονιά, έτσι που κινδυνεύει να αποδειχθεί ακόμη πιο τρικυμισμένη κι από το 2020 τόσο στο σύνολο του κόσμου όσο και στην άμεση γειτονιά μας και –εν τέλει– στην Ελλάδα, υποχρεώνει όλους σε πρόσθετη εκμάθηση της αβεβαιότητας. Σε συμβιβασμό με τις μεταπτώσεις των προβλέψεων σε αιφνιδιασμούς· σε αποδοχή των διαψεύσεων των σχεδιασμών.

Αν σταθεί κανείς για λίγο στη μεγάλη εικόνα, βλέπει την πανδημία του κορονοϊού ανά τον κόσμο να ανθίσταται – παρά τη συστηματοποίηση των εμβολιασμών στις πλούσιες χώρες: βέβαια, με την Ευρώπη να παραμένει απογοητευτική (ενώ… η Βρετανία, που συγκέντρωνε κεραυνούς, τώρα προηγείται). Βλέπει τις μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις στις οικονομίες να δημιουργούν ανησυχία, και τούτο παρά την ισχυρή δημοσιονομική στήριξη και τη νομισματική διευκόλυνση: βέβαια, η Κίνα έβγαλε 18% ρυθμό ανάκαμψης στο α΄ 3μηνο του 2021 (ετησιοποιημένο), ενώ για το σύνολο έτους δεν θα εξέπληττε 9%· στις ΗΠΑ γίνεται λόγος για 5,5% για α΄ 3μηνο του 2021, ακόμη και 8% για το σύνολο του έτους. Πλην όμως σιγά-σιγά συνειδητοποιείται πώς οι διευρυνόμενες και λόγω πανδημίας ανισότητες θα βαρύνουν στην περιφέρεια, στον αναπτυσσόμενο κόσμο – και στις χώρες που στηρίζονται στον τουρισμό και τη μαύρη εργασία/παραοικονομία (σας θυμίζει μήπως κάτι;).
Αν δε μαζέψει ο παρατηρητής το θάρρος του και κοιτάξει προς τα γεωπολιτικά, πέρα από τη δημιουργία κλίματος «νέου Ψυχρού Πολέμου» της Δύσης (με νεο-ηγετικό ρόλο των ΗΠΑ) απέναντι στην Κίνα ή τη Ρωσία, καταγράφεται ήδη η πρώτη μείζων συγκεκριμένη διατάραξη με την υπόθεση της Ουκρανίας…

Από τα κορονοπάρτι των πλατειών στο αναγκαστικό άνοιγμα λόγω τουρισμού

Με δεδομένη αυτήν την εισαγωγική παρατήρηση –αναγκαία διότι επ’ εσχάτων ενισχύεται επικίνδυνα η τάση μας, στην Ελλάδα, να προβάλλουμε «τα δικά μας» ως εάν ήμασταν κέντρο του κόσμου– ας περάσουμε στη συνέχιση της αβεβαιότητας στο υγειονομικό μέτωπο του κορονοϊού. Και τούτο σε μια χώρα που επέλεξε να… προαναγγείλει πανηγυρικά τουριστικό της άνοιγμα για τις 14 Μαΐου, σε μια φάση κορύφωσης της επιβάρυνσης από το τωρινό, τρίτο κύμα της πανδημίας.
Ασφαλώς, η πρωτοβουλία αυτή δείχνει την ανάγκη αισιοδοξίας ότι «κάτι καλύτερο από πέρσι» θα διασωθεί από την τουριστική δραστηριότητα, για την οποία ήδη ζούμε πλήθος ρυθμίσεων/υγειονομικών πρωτοκόλλων, αλλά και προσπάθεια να πάει πίσω η σεζόν, παράλληλα με σοβαρό ενδιαφέρον Ευρωπαίων, Ισραηλινών, Βαλκάνιων, Ρώσων. Όμως, το γεγονός και μόνο ότι οι πιέσεις για «Πάσχα στο χωριό» πήγαν να εκτονωθούν με μια λογική… ανταλλαγής του Πάσχα με το καλοκαίρι δείχνει πόσο ισχυρή θεωρήθηκε η ανάγκη αυτή.

Και μάλιστα τη στιγμή που η κοινωνική πίεση για άνοιγμα –γενικώς– μετά τα αλλεπάλληλα, όσο και αναποτελεσματικά, «ελληνικού τύπου» lockdown κορυφωνόταν. Με τη γενίκευση των κορονοπάρτι δεδομένη και με τις προσπάθειες αστυνόμευσης των περιορισμών να έχουν ήδη αυτοαναιρεθεί. Αν μη τι άλλο, η ιδέα και μόνον ότι θα μπορούσε ο τουρισμός να ξεκινήσει, αλλά ο ιθαγενής πληθυσμός να έχει μικρότερη ελευθερία κινήσεων απ’ ό,τι οι ξένοι επισκέπτες οδήγησε τις εξελίξεις. Μαζί, άλλωστε, και η συναίσθηση ότι «τα λεφτά τελειώνουν», για τα διαδοχικά πακέτα στήριξης.
Τα κρούσματα, οι διασωληνωμένοι, οι θετικότητες των τεστ κ.λπ. πέρασαν σε δεύτερο πλάνο. Η αποδοχή της διακινδύνευσης πήρε τη σκυτάλη από τις προειδοποιήσεις των ειδικών/των επιστημόνων, που άλλωστε η διαρροή των πρακτικών από τις συσκέψεις τους απονομιμοποίησε τον ρόλο τους.

Τα ελληνοτουρκικά σε φάση ουσιαστικών ερωτημάτων

Εν τω μεταξύ, η περίοδος συνειδητής εκτόνωσης των εντάσεων στα ελληνοτουρκικά –εν όψει της Κορυφής του Ιουνίου για τις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας, μην ξεχνιόμαστε…– πήρε μια παράξενη τροπή με την εκρηκτική συνέντευξη Τύπου (στην οποία μόνον ο Τύπος δεν έλαβε τον λόγο) Νίκου Δένδια-Μεβλούτ Τσαβούσογλου, μέσα Απριλίου στην Άγκυρα. Όπου οι ελληνικές θέσεις διατυπώθηκαν με μεγάλη ένταση απέναντι στις παγίως επανερχόμενες αναθεωρητικές τοποθετήσεις της Τουρκίας. Αυτό το σκηνικό –προηγήθηκε συνάντηση Δένδια-Ερντογάν στην αίθουσα πολυθρόνας/θρόνου με τους καναπέδες του sofagate– οδήγησε σε ποικίλες ερμηνείες, ακόμη περισσότερες προβολές. Όμως, η ουσία θα κριθεί από τις απαντήσεις σε μια σαφή σειρά ερωτημάτων:

Ναι ή όχι, θα υπάρξει πρόσκληση για 63ο γύρο διερευνητικών; Και, ναι ή όχι, η πρόσκληση αυτή (είναι η σειρά της τουρκικής πλευράς να την απευθύνει) θα γίνει δεκτή (από την ελληνική πλευρά); Ναι ή όχι, θα δοθεί συνέχεια στις 15 προτάσεις για οικονομική προσέγγιση Ελλάδας-Τουρκίας, που είχε στις δικές του βαλίτσες ο Κ. Φραγκογιάννης συνοδεύοντας τον Ν. Δένδια στο ταξίδι στην Άγκυρα, συναντώντας τις 8 αντίστοιχες τουρκικές; Και ναι ή όχι θα διαπιστωθεί σύμπτωση με τουρκικές, π.χ. στις τελωνειακές διαδικασίες, στις συγκοινωνιακές συνδέσεις και στα τουριστικά; Ναι ή όχι θα συνεχίσει να γίνεται δεκτή η συμπαράσταση Βρυξελλών/Ευρ. Επιτροπής για την ιχνηλάτηση πεδίων ελληνικής συνδρομής στη «θετική ατζέντα» για την Τουρκία; Ναι ή όχι θα (ξανα)βρεθούν σε εξέλιξη Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης σε πυκνότερες επαφές στρατιωτικών εμπειρογνωμόνων Αθηνών-Άγκυρας, ΜΟΕ που ήδη έχουν υπερδωδεκάμηνη πρόσφατη δική τους ιστορία; Και… ναι ή όχι οι δυο (κατά δήλωσιν και σκηνική επαναβεβαίωση) φίλοι Νίκος και Μεβλούτ θα συνεχίσουν την πολιτική, υψηλού επιπέδου επαφή μετά και τη Γενεύη, όπου η άτυπη Πενταμερής για το Κυπριακό; Και ναι ή όχι θα συνεχισθούν οι προπαρασκευαστικές για συνάντηση Κυριάκου Μητσοτάκη με Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με τη συνέντευξη Τύπου εν συνεχεία;

Σχεδιασμοί για την οικονομική ανάκαμψη – όποτε και όπως

Επιστρέφοντας, ωστόσο, στο μέτωπο όπου η πίεση της πανδημίας συναντάται με τις απαιτήσεις της οικονομίας, βρίσκεται κανείς στην υποβολή του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης–«Ελλάδα 2.0» όπως ονοματίσθηκε, με τη φιλοδοξία νέας αρχής – στις Βρυξέλλες, για τη χρηματοδότηση από τα 32 δισ. του Ταμείου Ανάκαμψης/NGEU. Το οποίο βέβαια καθυστερεί, καθυστερεί κι άλλο…. αλλ’ ας μείνουμε στα δικά μας. Λοιπόν: φιλοδοξεί να αποδώσει 7% πρόσθετο ΑΕΠ σε ορίζοντα 6ετίας, δηλαδή κάτι σαν 12-14 δισ. ευρώ σε προϊόν, συν 180.000 πρόσθετες θέσεις εργασίας. Όμως… μια στιγμή! Η ένεση των 32 δισ., ή μάλλον των 57 δισ. μαζί με τη συμμετοχή στο «Ελλάδα 2.0» του ιδιωτικού τομέα και του τραπεζικού δανεισμού, θα είναι κάτι σαν 18-20% ενός ετήσιου ΑΕΠ για το πρώτο μέγεθος, κάτι σαν 35% για το δεύτερο. Με τι πολλαπλασιαστή βγαίνει τόσο συγκρατημένη απόδοση;

Όσο για τις 180.000 νέες θέσεις εργασίας, συγκρίνονται αρκετά χλομά με τους 726.000 ανέργους του Δεκεμβρίου 2020, αλλά και με τη συνολική απασχόληση (3.880.000 στο τέλος 2020).

Αν, μάλιστα, θυμηθεί κανείς τους υπολογισμούς σχετικά με το επενδυτικό κενό της ελληνικής οικονομίας (στα 100-130-160 δισ. ευρώ, ανάλογα με τους υπολογισμούς ΣΕΒ, ΙΟΒΕ, Έκθ. Πισσαρίδη, Θ. Σκυλακάκη), αλλά και το γεγονός ότι στα 57 δισ. που μόλις είδαμε προστίθενται –σε ορίζοντα ανάλογο με το 2021-26 του NGEU– τα κονδύλια του νέου ΕΣΠΑ και του 2021-27 και οι ροές Γεωργικού Ταμείου, βλέπει μιαν εικόνα ισχυρής επενδυτικής υπόσχεσης. Δεν θα ‘πρεπε να είχαμε κάτι πιο ζωηρό ως προσδοκία ανάπτυξης; Μήπως κατά μεγάλο μέρος οι πόροι αυτοί θα κληθούν να ισοσταθμίσουν δαπάνες στήριξης που έχουν ήδη γίνει (π.χ. για το ανθρώπινο δυναμικό); Μήπως δυσανάλογα μεγάλο μέρος των σχεδιασμών (π.χ. της Πράσινης Μετάβασης) αφορά εισαγωγές;

Αν όμως το «Ελλάδα 2.0» αποτελεί τον πυρήνα των κυβερνητικών σχεδιασμών για το αύριο, από τον ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει μια διπλή επιλογή: αφενός αμφισβήτηση των μεταρρυθμιστικών σχεδιασμών, με προφανή αιχμή τις προωθούμενες αλλαγές στα εργασιακά σε μια κατεύθυνση απορρύθμισης/μείωσης της προστασίας στην αγορά εργασίας, και αφετέρου το «Σχέδιο για επανεκκίνηση της οικονομίας», με έμφαση στη μεσαία τάξη, τους νέους και τις ανάγκες για ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους. Στο δεύτερο πεδίο, το στοίχημα είναι να αποδεχθεί (α) αντίστοιχο το Σχέδιο με τον όγκο του ιδιωτικού χρέους που δημιουργείται/την αύξηση των NPLs προς τις τράπεζες, αλλά και τις συσσωρευμένες οφειλές προς το Δημόσιο, ΕΦΚΑ κ.λπ. και (β) λειτουργικό ως προς τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, με διαγραφή τόκων και προσαυξήσεων, κλιμακωτή διαγραφή της βασικής οφειλής και αποπληρωμή σε 120 δόσεις.