Έξι συν μια περιοχές ερωτηματικών για το νέο, ψηφισμένο, Ασφαλιστικό (Α)

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Ήταν ήδη τα απόνερα από τον ανασχηματισμό-φιάσκο της περασμένης Τρίτης που επέτρεψαν/επέβαλαν να ανέβουν οι τόνοι σε υποδειγματική οξύτητα με το πρόσχημα της αναζήτησης συναίνεσης γύρω από την υπόθεση της Πολιτικής Προστασίας. ήρθε και την Πέμπτη ο θάνατος του Μίκη Θεοδωράκη, που έκανε σύμπαντα τον πολιτικό κόσμο να σπεύσει να καταθέσει δηλώσεις τιμής και λατρείας (βέβαια ο Μίκης είχε μεριμνήσει, με επιστολή προς Δημήτρη Κουτσούμπα, να δηλώσει ότι ήθελε «να φύγει σαν κομμουνιστής»). Πάντως με τέτοιο φόντο, η συζήτηση για το Ασφαλιστικό/για την Επικουρική Ασφάλιση στην Βουλή – θέμα δηλαδή στο οποίο αληθινά άξιζε, «έπρεπε» να υπάρξει αντιπαράθεση απόψεων καθώς αληθινά υφίστανται διαφωνίες που αφορούν την πολύ πραγματική ζωή των πραγματικών ανθρώπων! – πέρασε σε δευτερότριτο πλάνο. Όχι δηλαδή πως δεν υπήρξε μαχητική διάθεση: ένσταση αντισυνταγματικότητας προσπάθησε να αντιτάξει ο ΣΥΡΙΖΑ. ευχαριστίες προς την Αξιωματική Αντιπολίτευση, σαρκαστικά («είσαστε χορηγοί μας, έτσι όπως ασκείτε αντιπολίτευση») απηύθυνε ο αρμόδιος υπουργός Κωστής Χατζηδάκης.  «στρώσιμο χαλιού από τον ΣΥΡΙΖΑ στην Κυβέρνηση» διέγνωσε το ΚΚΕ, «προσχηματική» την ένσταση ΣΥΡΙΖΑ θεώρησε το ΜέΡΑ25, την ανάθεση της ευθύνης του Ασφαλιστικού στον Παύλο Χαϊκάλη επί ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θύμισε το ΚΙΝΑΛ.

Οι 158 ψήφοι του κυβερνητικού σχήματος στην Βουλή έκλεισαν την συζήτηση. Όπως, πριν κάποιες βδομάδες, είχαν κλείσει την συζήτηση για το Εργασιακό. Καθώς η πορεία της νομοθετικής ρύθμισης – με τιτλοφόρηση «Ασφαλιστική Μεταρρύθμιση για την Νέα Γενιά» – ήταν εξαρχής προδιαγεγραμμένη, ακριβώς επειδή η εισδοχή κεφαλαιοποιητικής διάστασης στο διανεμητικό/εντόνως αναδιανεμητικό συνταξιοδοτικό σύστημα αφορά το αύριο, και μάλιστα το απώτερο μέλλον γενεών που οι  τωρινές τις έχουν σαμαρώσει με δημόσιο χρέος 205% του τρέχοντος ΑΕΠ, θα συνιστούσαμε στον αναγνώστη να προσπεράσει όλα αυτά. Και να διερωτηθεί για μερικά θεμελιώδη πράγματα, χωρίς πολλήν τεχνική εμβάθυνση (όπου αναλογιστικές και μακροοικονομικές μελέτες με βάθος τριών δεκαετιών, εκεί απόλυτη ανασφάλεια!) και με όσο γίνεται λιγότερη ιδεολογική/πολιτική προκατάληψη (αυτή υπάρχει ούτως ή άλλως, δικαίωμα του καθενός/της καθεμιάς).

Πρώτο και αληθινά θεμελιώδες: οι νέοι/οι νεότεροι, δηλαδή (α) οι νεοεισερχόμενοι εφεξής  στην αγορά εργασίας, (β) οι μέχρι 35 ετών που (οι δεύτεροι) θα μπορούν από 1/1/2022 να μπουν στο νέο σύστημα, ναι ή όχι θα πεισθούν ότι η νομοθετημένη πλέον μεταρρύθμιση είναι κάτι το θετικό; Διότι… βλέπουμε όλοι την ογκώδη λεπτομέρεια: η ασφάλιση στο νέο σύστημα είναι υποχρεωτική για τους εφεξής ασφαλιζόμενους: συμφωνούν/δεν συμφωνούν, εκεί θα πηγαίνουν οι εισφορές τους (στο ΤΕΚΑ). Σε πρώτη φάση, η πειστικότητα του νέου συστήματος θα κριθεί από το αν/πόσοι από την κατηγορία (β) , δηλαδή τους ήδη ασφαλισμένους έως 35 ετών που έως τώρα είναι στο ΕΤΕΑΕΠ θα προσέλθουν στο ΤΕΚΑ – συν οι δικηγόροι, μηχανικοί αλλά και οι ελεύθεροι επαγγελματίες κατ’ επιλογήν δικαιούχοι επικουρικής ασφάλισης. Εκεί θα καταγραφεί το αν έπεισε η – διεξοδική, να το έχουμε πει – επιχειρηματολογία Πάνου Τσακλόγλου για τις αρετές του νέου συστήματος, των ατομικών λογαριασμών/ «κουμπαράδων». Για τους υπόλοιπους, τους αναγκαστικά ασφαλιζόμενους εκεί, μόνη ένδειξη θα αποτελεί ποιο επενδυτικό προφίλ θα επιλέγουν – συντηρητικό, μεσαίο, πιο τολμηρό – δηλαδή τι λογής εμπιστοσύνη θα δείξουν στην τεχνική ικανότητα των διοικούντων το ΤΕΚΑ. Θα πάει όντως ένα 20% των σχετικά νέων ασφαλισμένων μισθωτών στο ΤΕΚΑ; Ένα 5-10% των ελεύθερων επαγγελματιών χωρίς υποχρεωτική επικουρική;

Η δεύτερη περιοχή ερωτηματικών αφορά την ίδια την δόμηση και πρώτη λειτουργία του ΤΕΚΑ. Θα είναι, λέει, ΝΠΔΔ με ηγεσία – Δ.Σ. και διευθύνοντα σύμβουλο – οριζόμενο από τον υπουργό αλλά «μετά από ανοιχτή και διαφανή διαδικασία», με αντικειμενικά κριτήρια κλπ. Α, ναι, και η λειτουργία του θα υπάγεται στην εποπτεία του Κράτους. Εδώ, σε ανοιχτή και φλύαρη κοινωνία ζούμε – ευτυχώς! – οπότε όταν θα έχει γίνει η επιλογή της Διοίκησης του ΤΕΚΑ θα φανεί η ποιότητα, το ύφος της εν λόγω Διοίκησης. Συν το καθεστώς αμοιβών της. Συν το όποιο (προαναγγελμένο!) outsourcing. Και δεν θα αργήσει να διαγραφεί στον ορίζοντα το ποιον της κρατικής εποπτείας. (Η μνήμη της εποπτείας των Διοικήσεων των Ταμείων επί – θυμηθείτε! – δομημένων ομολόγων δεν είναι, δα, και τόσο αρχαία…).

Η τρίτη περιοχή ερωτημάτων αφορά την σταθερά διακηρυχθείσα εγγύηση – κρατική εγγύηση, από τον Προϋπολογισμό του μέλλοντος – προς τους δικαιούχους επικουρικής, επίσης του μέλλοντος, ότι δεν θα βρεθούν να χάνουν από το επενδεδυμένο κεφάλαιο του «κουμπαρά» τους. Εδώ, όλη η προσπάθεια Τσακλόγλου-Χατζηδάκη να πείσουν ότι ΥΠΑΡΧΕΙ εγγύηση, προσκρούει σε δύο υφάλους: την μνήμη των πολλαπλών ακυρώσεων, των εγγυήσεων σιωπηρών ή μη, προς τις προηγούμενες γενεές συνταξιούχων, που είδαν ακόμη και καταβαλλόμενες συντάξεις να λειώνουν σαν το χιόνι τον Αύγουστο (και ύστερα να αποκαθίστανται, λιγότερο η περισσότερο, με δικαστικές αποφάσεις «και βλέπουμε»). καθώς και την συνολικά μειωμένη πειστικότητα των εγγυήσεων ενός Δημοσίου που κουβαλάει χρέος 205% του ΑΕΠ – με το καλό!

Η παραπάνω περιοχή ερωτημάτων συνδέονται και με μια τέταρτη: πόσοι/ποιοι εργαζόμενοι θα πεισθούν ότι αυτή η εγγυητικότητα – συν η υπόσχεση για αποδοτικές τοποθετήσεις των ασφαλιστικών εισφορών – καθιστά για τους ίδιους ορθή επιλογή το να παραμένουν «εντός» ασφαλιστικού συστήματος για το σύνολο των αμοιβών τους. Αυτό το ερώτημα δεν αφορά βέβαια την πλειοψηφία μισθωτών, τίθεται όμως με εμφατικό τρόπο – μιλάμε , υποτίθεται για το μέλλον δεκαετιών –  για ένα μη-αμελητέο ποσοστό πιο υψηλόμισθων εργαζόμενων καθώς και ελεύθερων επαγγελματιών. Οι οποίοι έχουν «αυτοεξορισθεί» στην γκρίζα οικονομία, υπό την διπλή φορολογική και ασφαλιστική πίεση, και χτίζουν μόνοι τους την μετεργασιακή τους ασφάλεια. «Εισφοροδιαφυγή!» θα ακουσθεί  η πολεμική ιαχή – «να παταχθεί!», είναι η συνέχεια. Όμως, αν το νέο σύστημα αντιμετωπισθεί με καχυποψία από τους ίδιους τους αυριανούς ασφαλισμένους, τότε η εικόνα της αυριανής Ελληνικής οικονομίας δεν θα είναι ευχάριστη. Το αληθινό στοίχημα Τσακλόγλου βρίσκεται κάπου εκεί: να πάψει ο καλύτερα αμειβόμενος εργαζόμενος να θεωρεί τις ασφαλιστικές εισφορές του ένα διαφορετικό είδος φόρου. Και να προσπαθεί να διαφύγει…

Η συζήτηση δεν σταματά εδώ. Για να μην κουράσουμε όμως υπερβολικά τον αναγνώστη, θα συνεχίσουμε σε επόμενο σημείωμα. Με ακόμη πιο κρίσιμα – θαρρούμε – ερωτηματικά για το νέο Ασφαλιστικό.