Έξι συν μια περιοχές ερωτηματικών για το νέο, ψηφισμένο, Ασφαλιστικό (Β)

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Είδαμε, την περασμένη βδομάδα, ορισμένες περιοχές ερωτημάτων γύρω από το (ψηφισμένο ήδη, στην Βουλή) Ασφαλιστικό που δημιούργησε το κεφαλαιοποιητικό ήδη σύστημα του ΤΕΚΑ, στην Επικουρική Ασφάλιση. Δείτε όμως και την συνέχεια:

Η πέμπτη περιοχή ερωτημάτων αφορά το κόστος που θα έχει – για το υπόλοιπο ασφαλιστικό σύστημα, δηλαδή εν τέλει για τον Προϋπολογισμό ο οποίος παγίως λειτουργεί ως backstop των κοινωνικοασφαλιστικών ελλειμμάτων – η μετάβαση στο νέο σύστημα. Εδώ, όση δουλειά κι αν έχει γίνει από την Εθνική Αναλογιστική Αρχή, το κόστος μετά το 2030 – τα κοινωνικοασφαλιστικά ωριμάζουν με τις δεκαετίες! – δημιουργεί ίλιγγο όταν περιγράφεται ως ευρισκόμενο μεταξύ 49 δις και 78 δις ευρώ. ή όταν αυτό συγκρίνεται με αναφορές σε ετήσιο κόστος της τάξεως των 120 εκατ. ευρώ. Η έκφραση «κινούμενη άμμος» είναι ζήτημα αν αρκεί προκειμένου να περιγράψει την εικόνα: η δε συζήτηση κουφών – στην Βουλή και στα κανάλια, μεσοκαλόκαιρα – δεν βοήθησε σε τίποτε την κατανόηση.

Η αληθινή απάντηση σ’ αυτές τις ανησυχίες βρίσκεται στην έκτη περιοχή ερωτημάτων: εκείνην που αφορά τι μπορεί/τι υπόσχεται να κάνει το νέο σύστημα επικουρικής για την ανάπτυξη – την πολυθρύλητη και παγίως υστερούσα ανάπτυξη – της Ελληνικής οικονομίας. Με συγκινητικό τρόπο ο Πάνος Τσακλόγλου θύμιζε ότι η εποχή της μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας των μεταπολεμικών – μετά το ΄50 – δεκαετιών είχε εν πολλοίς στηριχθεί στα τότε διαθέσιμα των φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (Τα εδιηγείτο, παλιότερα, ο Ξενοφών Ζολώτας, αυτά). Πλην όμως στην συλλογική μνήμη έχει εγκατασταθεί και το πώς, όταν ήρθαν τα χρόνια του διψήφιου πληθωρισμού, η χαμηλότοκη κατάθεση εκείνων των διαθεσίμων στην ΤτΕ για επαναδανεισμό μέσω Νομισματικής Επιτροπής, σήμανε και  την απαξίωσή τους: ήταν η πρώτη φορά τραυματισμού του διανεμητικού συστήματος της Κοινωνικής Ασφάλισης, πολύ πριν την «αξιοποίηση» των ίδιων διαθεσίμων για την στήριξη της φούσκας του Χρηματιστηρίου και πριν την περιπέτεια των δομημένων ομολόγων.

Το να υποσχόμαστε τώρα ένα ΤΕΚΑ που θα έχει (σε 50 χρόνια) περιουσία 38% του ΑΕΠ αν επιτευχθούν αποδόσεις της τάξεως του 4,5% ετησίως, συνεπώς ότι θα δημιουργηθεί άμεσα μεν – μέχρι το 2030 – μια σημαντική πηγή χρηματοδότησης της ανάπτυξης, εν συνεχεία δε ένας σταθερός πυλώνας στήριξης, έχει κάτι που προσκρούει σ’ αυτές τις μνήμες.  Και τούτο, πέραν της διαπίστωσης ότι παρόμοια διαθέσιμα τις υψηλές αποδόσεις δύσκολα θα τις βρουν στην Ελλάδα, οπότε… μήπως κυρίως τις αναζητήσουν ως εκροές εκτός Ελληνικής οικονομίας;

«Παλιές ιστορίες», θα πει κανείς. Αλλά, έτσι όπως έγινε  – ΚΑΙ αυτή την φορά! – η συζήτηση για την Κοινωνική Ασφάλιση, με κορώνες για «Ασφαλιστικό Πινοσέτ» από την μια και καταφρονητική απάντηση περί «Ελλάδας, τελευταίας τρύπας του ζουρνά που δεν συμμετέχει στην διεθνή τάση», οι έξη αυτές περιοχές ερωτημάτων έμειναν αναπάντητες. Ουσιαστικά αναπάντητες. Και βέβαια, υπάρχει άλλη μια ακόμη βαρύτερη περιοχή: η όποια δημόσια συζήτηση, η συζήτηση την Βουλή και η ψήφιση, όλα έγιναν σε μια εποχή που – λόγω κρίσης του κορωνοϊού – η δημόσια λειτουργία ήταν εξαιρετικά περιορισμένη. Όπως και με το Εργασιακό, η Κυβέρνηση «πέρασε τις θέσεις της» στο Ασφαλιστικό. Πλην όμως, πόσο η καθιέρωση ενός νέου υποχρεωτικού – γιατί υποχρεωτική θα είναι κι αυτή η επικουρική, παρά τα περιθώρια επιλογής που θα αφήνει – Ασφαλιστικού θα θεωρηθεί αύριο νομιμοποιημένη; Όχι στους υψηλούς τόνους της πολιτικής, αλλά στο νου των αυριανών ασφαλισμένων/εργαζομένων/πολιτών…