Με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 παρουσιάζουμε μερικές από τις πλέον σημαντικές προσωπικότητες που διαδραμάτισαν κρίσιμο ρόλο στο «στήσιμο» -εκ του μηδενός- του νέου κράτους. Ανατρέχουμε στο Μέγα Ελληνικόν Βιογραφικόν Λεξικόν του Κωνσταντίνου Βοβολίνη, ένα πεντάτομο έργο αναφοράς με 400 βιογραφίες βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών, που αναδεικνύει ποικιλοτρόπως, με εξαντλητικές και ενίοτε άγνωστες ιστορικές λεπτομέρειες την εξελικτική πορεία του ελληνικού κράτους μέσα από τις βιογραφίες τέτοιων ανθρώπων (επιστημόνων, τραπεζιτών και επιχειρηματιών, μεταξύ άλλων), οι οποίοι με τη ζωή και το έργο τους συνέβαλαν στη δημιουργία και την ανάπτυξη της Ελλάδας – ήδη από τα πρώτα της βήματα…

Πώς ο Γαλλοελβετός φιλέλληνας Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος
συνέβαλε στην προσπάθεια συγκρότησης του ελληνικού κράτους

 

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 2021, τ. 1002

του Γιώργου Βαϊλάκη

 

Η αρχή του λήμματος περί Εϋνάρδου στο Μέγα Ελληνικόν Βιογραφικόν Λεξικόν Βοβολίνη

Είναι εκείνος που συνέλαβε έγκαιρα τη σημασία της ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και θεωρείται ο ουσιαστικός δημιουργός της. Εάν εκ των υστέρων κάτι τέτοιο ακούγεται περίπου αυτονόητο, εκείνη την εποχή, όπου έπρεπε να «στηθεί» ένα κράτος από το μηδέν, κάθε άλλο παρά προφανής και εύκολη ήταν μια τέτοια επιλογή. Ο λόγος για τον Ι. Εϋνάρδο, του οποίου η προσφορά υπήρξε ανεκτίμητη, αφού συνέβαλε όσο λίγοι στον αγώνα για την ανεξαρτησία και στη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Η επέτειος των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821 μάς δίνει την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η σπουδαία διαδρομή ενός χαρισματικού Γάλλου μεγαλοεπιχειρηματία και τραπεζίτη διασταυρώθηκε με τη δική μας πορεία, την οποία μάλιστα συνδιαμόρφωσε στο ξεκίνημά της. Και αυτό μπορεί να ειπωθεί χωρίς την παραμικρή διάθεση υπερβολής.

Ο Ιωάννης-Γαβριήλ Εϋνάρδος γεννήθηκε στη Λυόν στις 8 Δεκεμβρίου 1775. Πατέρας του ήταν ο Γαβριήλ-Αντώνιος, έμπορος και τραπεζίτης από παλαιά και ισχυρή οικογένεια ευγενών. Η οικογένεια του Εϋνάρδου ήταν εγκατεστημένη στη Λυόν και ευημερούσε. Ώσπου το 1793 η Λυόν, έχοντας προσχωρήσει στο μοναρχικό στρατόπεδο, πολιορκείται από τα στρατεύματα της Γαλλικής Επανάστασης.

Ο πατέρας του μάχεται με τους υπερασπιστές της πόλης, αλλά εκείνη καταλαμβάνεται από τους επαναστάτες. Η οικογένεια θα διαφύγει στην Ελβετία, στη Γενεύη, και ο Γαβριήλ-Αντώνιος –αν και η περιουσία του καταστράφηκε ολοσχερώς– κατορθώνει και δημιουργεί μια νέα εμπορική επιχείρηση. Σε αυτήν, ο νεαρός Ιωάννης-Γαβριήλ άρχισε να μαθαίνει τα μυστικά του εμπορίου και να επιδεικνύει τις ικανότητές του. Κάπως έτσι, η οικογένεια δεν θα αργήσει να επεκτείνει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες στην Ιταλία και ο Ιωάννης μαζί με τον αδελφό του μεταβαίνουν στη Γένοβα για να ιδρύσουν έναν νέο εμπορικό οίκο με την επωνυμία Eynard Frères et Schmidt.

Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος: ελαιογραφία του ζωγράφου Firmin Massot

Αλλά η ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνεται: όταν το 1800 οι Άγγλοι και οι Αυστριακοί πολιορκούν τη Γένοβα, ο Ι.-Γ. Εϋνάρδος κατατάγεται στα στρατεύματα του Γάλλου στρατηγού Α. Μασενά με τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη, συμμετέχοντας θαρραλέα ως εθελοντής στην άμυνα της πολιορκούμενης πόλης – η οποία, τελικά, παραδίδεται.

Όχι όμως και ο ίδιος ο Ι.- Γ. Εϋνάρδος, που το 1801 μεταβαίνει στο Λιβόρνο της Ιταλίας και καταφέρνει να πάρει ένα δάνειο από τον τότε βασιλιά της Ετρουρίας. Είναι από αυτή τη συναλλαγή που θα μπορέσει να πραγματοποιήσει μια σειρά από σοβαρές και επιτυχείς επενδύσεις. Σταδιακά, αναδεικνύεται σε πανίσχυρο έμπορο, τραπεζίτη, καθώς και σε ικανότατο διπλωμάτη, με διεθνή φήμη σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Λίγο μετά, το 1803, αποσύρεται από τον τραπεζικό οίκο που είχε συστήσει με τον αδελφό του στη Γένοβα και εγκαθίσταται στη Φλωρεντία, για να αναλάβει δημόσια καθήκοντα, παράλληλα με τις εμποροπιστωτικές του δραστηριότητες. Στη συνέχεια, θα επεκτείνει τις επιχειρήσεις του στη Γενεύη, στην οποία επανέρχεται (το 1810) και εγκαθίσταται οριστικά. Εκεί ιδρύει έναν νέο μεγάλο τραπεζικό οργανισμό και αναμειγνύεται ενεργότερα στην πολιτική, ενώ τάσσεται κατά του Ναπολέοντα. Τότε, στη Γενεύη, θα γνωρίσει τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον οποίο ο τσάρος της Ρωσίας Αλέξανδρος Α΄ είχε αποστείλει για να αποσπάσει την Ελβετία από τη γαλλική επιρροή.

Όταν το 1814 αντιπροσώπευσε την ελβετική ομοσπονδία στο Συνέδριο της Βιέννης –ένα από τα πλέον σημαντικά στην ευρωπαϊκή ιστορία– που θα γινόταν μετά την πτώση του Ναπολέοντα, ο Εϋνάρδος συναντά και πάλι τον Καποδίστρια, που μετείχε με τη ρωσική αντιπροσωπεία. Εμπνεόμενος από αυτόν, θα προσχωρήσει στο κίνημα του φιλελληνισμού. Από εκείνη τη συνάντηση και μετά οι δύο άντρες θα συνδέονταν με μια βαθιά ειλικρινή φιλία, που θα αποδεικνυόταν εξαιρετικά παραγωγική για το μετέπειτα νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Λιθογραφία με το πορτρέτο του Εϋνάρδου

Με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, ο Εϋνάρδος είναι από τους πρώτους Ευρωπαίους που αναμειγνύονται όλο και πιο ενεργά στο κίνημα συμπαράστασης στους αγωνιζόμενους Έλληνες. Τα επόμενα χρόνια θα γίνει χρηματοδότης του Αγώνα και θα επιδοθεί στην πραγματοποίηση εράνων, στην αποστολή τροφίμων, πολεμοφοδίων και τεραστίων ποσών. Αλλά και ως ιδιαίτερα επιφανής οικονομικός και πολιτικός παράγοντας, έχει τη δυνατότητα να προβάλει το ελληνικό ζήτημα στις ξένες ευρωπαϊκές αυλές και κυβερνήσεις, σε διπλωμάτες, σε διεθνείς συσκέψεις και συνέδρια, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης υπέρ των Ελλήνων. Η αλληλογραφία του, τα ταξίδια του και οι επαφές του έχουν αποκλειστικό στόχο την αποκατάσταση της Ελλάδας. Ήταν τόσο αποτελεσματική η δράση του, ώστε ο Μαυρομιχάλης απευθυνόμενος σε εκείνον (το 1826) του έγραφε: «Οι Έλληνες, πλήρεις ευγνωμοσύνης, προφέρουν το όνομά σας με μία γλυκειά συγκίνηση».

Σε απολογισμό που παρουσίασε ο Εϋνάρδος στα τέλη του 1827 ανέφερε ότι μόνο από τον εβδομαδιαίο έρανο του 1826 είχαν αποσταλεί στους Έλληνες πάνω από 2,5 εκατομμύρια φράγκα. Κάθε άλλο, λοιπόν, παρά είναι τυχαίο που στις 4 Μαΐου 1827 η Γ΄ Εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα τον ανακήρυξε με ψήφισμα «επίτιμο πολίτη των Αθηνών». Μετά την εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, ο Εϋνάρδος, έχοντας συγκεντρώσει χρήματα για ενίσχυση του ελληνικού αγώνα, θα έγραφε (στις 19 Νοεμβρίου 1827) προς τον Καποδίστρια τα εξής: «Αν συμμερίζεσθε την γνώμη μου, θα μπορούσαμε να διαθέσουμε τα κεφάλαια αυτά για βοήθεια των δύστυχων καλλιεργητών, για την αγορά εργαλείων, για την χορήγηση δανείων για την αναφύτευση των αμπέλων και ελαιοδέντρων, την ανοικοδόμηση των χωριών κ.τ.λ. Μέρος των κεφαλαίων αυτών, θα μπορούσαμε να το δώσουμε ως δώρο και ένα άλλο ως δάνειο, αφ’ ενός για να μην εξαντληθεί το ταμείο μας και αφ’ ετέρου για να υποδειχθεί στους καλλιεργητές και στους εργάτες ότι πρέπει να διπλασιάσουν τον ζήλο και την δραστηριότητά τους, για να επιστρέψουν τα δανεισθέντα σε αυτούς ποσά». Και κατέληγε, χαρακτηριστικά: «Θεμελιώδης μου ιδέα είναι να ιδρύσουμε έναν οργανισμό διαρκείας και να αρχίσουμε να τον προικίζουμε με τα κεφάλαια τα οποία θα μας απομείνουν, αυξανόμενα με νέες εγγραφές».

Από την παραπάνω επιστολή προκύπτει ότι ο Εϋνάρδος είχε θέσει εγκαίρως το πρόβλημα της δημιουργίας στην Ελλάδα του πρώτου πιστωτικού τραπεζικού ιδρύματος. Και, πράγματι, η ηθική και ουσιαστική συμπαράστασή του προς τον Καποδίστρια ώθησαν τον κυβερνήτη στην ίδρυση της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας, η οποία ωστόσο δεν ευοδώθηκε. Πάντως, ο Εϋνάρδος είχε σπεύσει (το 1828) να εγγραφεί ανάμεσα στους πρώτους της μετόχους! Και, σε κάθε περίπτωση, δεν θα εγκατέλειπε το όραμά του.

Άννα Εϋνάρδου – η σύζυγος Εϋνάρδου, πηγή: έργο του ζωγράφου Οράτιου Βερνέ (Horace Vernet), φιλοτεχνήθηκε στη Ρώμη το 1831

Η δολοφονία του Καποδίστρια (στις 27 Σεπτεμβρίου 1831) προκάλεσε συντριβή στον πολυαγαπημένο του φίλο, ο οποίος ανέλαβε την υπεράσπιση της μνήμης του μέσα από δημοσιεύματά του σε ευρωπαϊκές εφημερίδες της εποχής. Παρ’ όλη όμως την πικρία του για την απώλεια του Καποδίστρια και τον τρόπο με τον οποίο συνέβη, οι προσπάθειές του για την οικονομική ανόρθωση της Ελλάδας θα γίνονταν ακόμα πιο έντονες.

Κατά τα έτη 1831-1836 ο Εϋνάρδος φροντίζει να σταλούν στην Ελλάδα διαδοχικά οι έμπειροι Γάλλοι οικονομολόγοι Regny και Lemaitre, για να οργανώσουν τα δημόσια οικονομικά της χώρας. Μετά την άφιξη του βασιλιά Όθωνα, την αποτυχία της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας και έχοντας στην Ελλάδα έμπιστο φίλο τον Γεώργιο Σταύρο, αποφάσισε να προβεί σε δοκιμαστικές ενέργειες για να διαπιστώσει εάν οι συνθήκες ήταν πια ώριμες για να πραγματοποιηθεί το όραμά του.

Ο Εϋνάρδος, προπαρασκευάζοντας το έδαφος για μια οργανωμένη τράπεζα στην Ελλάδα, παραχώρησε το 1838 όσα κεφάλαια είχε εισαγάγει στη χώρα, 500.000 φράγκα, στους Regny και Σταύρο με σκοπό τη δημιουργία μικρής προεξοφλητικής τράπεζας στην Αθήνα. Το «πείραμα» πέτυχε, με θετικότατα αποτελέσματα στο εμπόριο, και προετοίμασε το κλίμα για την αποδοχή ενός πιστωτικού ιδρύματος που θα περιόριζε τη δράση των παραδοσιακών τοκογλυφικών δικτύων. Αφού ο Εϋνάρδος πείστηκε ότι η χώρα ήταν έτοιμη για τη λειτουργία πιστωτικού ιδρύματος και σε στενή συνεργασία με τον Γεώργιο Σταύρο, πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Η στιγμή είναι ιστορική: στις 30 Μαρτίου 1841 δημοσιεύεται ο νόμος περί Εθνικής Τραπέζης και ο Εϋνάρδος εγγράφεται ανάμεσα στους πρώτους για μετοχές. Σε επιστολή του προς τον πρώτο διοικητή της (επί 27 συνεχή έτη) Γεώργιο Σταύρο, στις 16 Νοεμβρίου 1841, ο ενθουσιασμός του είναι περισσότερο από εμφανής: «Σας επιβεβαιώνω ότι ενδιαφέρομαι, ευχαρίστως, για την Εθνική Τράπεζα, η οποία θα είναι τόσο ωφέλιμη για την ανάπτυξη της ευημερίας μιας χώρας, την οποία αγαπώ ως δεύτερή μου πατρίδα. Μπορείτε να με εγγράψετε ευθύς από τώρα, για 300 μετοχές της Τράπεζας. Σας επιφορτίζω να καταβάλετε για λογαριασμό μου τα αναγκαία ποσά για την πληρωμή των μετοχών αυτών, σύμφωνα με τον νόμο. Κατά την γνώμη μου, πρέπει να αρχίσετε αμέσως τις εργασίες της Τράπεζας και σας δίδω, για αυτό, την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, για να θέσετε τις δικαιότερες, τις φρονιμότερες και οικονομικότερες βάσεις».

Το Μέγαρο Εϋνάρδου. Εκεί στεγάζεται από το 1998 το Εκθεσιακό Κέντρο του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης στην Αθήνα, δίπλα στο Εθνικό Θέατρο, προς τιμήν του θερμού φιλέλληνα

Και, βέβαια, ήταν τέτοια η αναγνώριση της οποίας έχαιρε ο Εϋνάρδος ώστε κατά την πρώτη συνέλευση των μετόχων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος τόσο αυτός όσο και ο πλούσιος Έλληνας της διασποράς και εθνικός ευεργέτης Νικόλαος Ζωσιμάς εξελέγησαν «επίτιμοι διοικηταί» της. Αλλά εκείνος ήταν κάτι παραπάνω από αυτό: ένας διορατικός και πεπειραμένος καθοδηγητής. Από το 1841 μέχρι το 1843 μεταξύ Γεωργίου Σταύρου και Ιωάννη Εϋνάρδου ανταλλάχθηκαν 71 επιστολές.

Στα σοβαρά και δυσεπίλυτα προβλήματα που αντιμετώπισε η τράπεζα στα πρώτα της βήματα, όπως η διείσδυσή της στην ελληνική αγορά, η αποδοχή του τραπεζογραμματίου της, οι σχέσεις της με τους ανταγωνιστές μεγαλέμπορους που ήλεγχαν τα παραδοσιακά πιστωτικά δίκτυα, οι συμβουλές του Εϋνάρδου υπήρξαν αποφασιστικές. Μάλιστα, έδειχνε ξεχωριστό ενδιαφέρον για την επιτυχία των τραπεζογραμματίων: «Η επιστολή σας», έγραφε από το Παρίσι προς τον Γεώργιο Σταύρο στις 7 Μαρτίου 1842, «με πληροφορεί ότι η Τράπεζα άρχισε τις εργασίες της και ότι τα τραπεζογραμμάτια γίνονται ευμενώς δεκτά. Για να συνηθίσουν οι κάτοικοι στην χρήση τους, μην ξεχνάτε πως σε κάθε προεξόφληση η πληρωμή πρέπει να γίνεται σε τραπεζογραμμάτια και πως οι συναλλαγές με μεταλλικά νομίσματα πρέπει να γίνονται λίγες ώρες αργότερα. Θα δείτε ότι σιγά-σιγά οι μεγαλέμποροι θα βαριούνται να έρχονται να κάνουν τις συναλλαγές αυτές και ότι οι περισσότεροι θα προτιμούν τα τραπεζογραμμάτια από τα μεταλλικά νομίσματα, ως περισσότερο εύκολα στο να τα φυλάξουν».

Ο Ιωάννης-Γαβριήλ Εϋνάρδος, εκτός από κύριος συντελεστής της ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος παρακολουθούσε από μακριά, με αμείωτο ενδιαφέρον, το δημιούργημά του μέχρι το τέλος της ζωή του (στις 6 Φεβρουαρίου 1863) δεν έπαψε ποτέ να νοιάζεται για το μέλλον τόσο του τραπεζικού οργανισμού όσο και της χώρας. Άλλωστε, καταλάβαινε πολύ καλά πόσο κρίσιμος ήταν ο ρόλος της Τράπεζας για την ίδια την υπόσταση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους – κάτι που φαίνεται από την ακόλουθη επιστολή του στον Γεώργιο Σταύρο με ημερομηνία 17 Οκτωβρίου 1842, που θα αποτελούσε και μια ξεχωριστής σημασίας και αξίας παραίνεση: «Είναι μεγίστης σπουδαιότητας για το μέλλον της Τράπεζας και για το συμφέρον και την αξιοπιστία της Ελλάδας, το ίδρυμα να προοδεύει μακριά από κάθε εμπόδιο και κάθε πιθανότητα πτώχευσης και, μάλιστα, κατά αυτή τη στιγμή. Αυτό το θεωρώ άξιο μεγίστου πολιτικού ενδιαφέροντος. Η Ελλάδα είναι Κράτος που τώρα διαμορφώνεται, το οποίο θα μπορέσει να διαδραματίσει ρόλο στην Ευρώπη. Αλλά να είστε βέβαιος ότι δεν θα τον διαδραματίσει εκτός εάν τα οικονομικά του είναι σε καλή κατάσταση. Η δε Τράπεζα είναι το πηδάλιο του μέλλοντος της Ελλάδας»…