Ο Εμανουέλ Μακρόν έχασε την πλειοψηφία του στην Εθνοσυνέλευση – μπορεί να κάνει πλέον οτιδήποτε;

O Εμανουέλ Μακρόν απεδείχθη ότι ήταν λιγότερο Δίας και περισσότερο Ίκαρος, έτσι όπως κατακρημνίσθηκε στις 19 Ιουνίου. Οι Γάλλοι έκαναν κάτι που είχε να συμβεί εδώ και 30 χρόνια: αρνήθηκαν την πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση σ’ έναν πρόεδρο που μόλις είχε εκλεγεί. Η έλλειψη αυτής της πλειοψηφίας δεν του καθιστά αδύνατη τη διακυβέρνηση, αλλά την πενταετία που έχει μπροστά του ο πρόεδρος Μακρόν θα χρειαστεί να ψάχνει να βρίσκει τις ψήφους που θα του είναι αναγκαίες προκειμένου να προχωρήσει οτιδήποτε.

Άσχημα νέα, αυτά, για τη Γαλλία – αλλά και για την Ευρώπη, η οποία αληθινά χρειάζεται έναν ηγέτη με παγκόσμιο ανάστημα. Η Άνγκελα Μέρκελ εγκατέλειψε την κονίστρα πέρσι τον χειμώνα, ενώ τώρα ο πολιτικός εκείνος που είχε ελπίσει ότι θα διαμορφώσει εκ νέου την ευρωπαϊκή ήπειρο μετά την αποχώρησή της θα τρέχει μόνο και μόνο για να κρατήσει το ίδιο του το σπίτι σε κάποια τάξη.

Η έκβαση αυτή δεν θα ‘πρεπε να ξαφνιάζει και τόσο. Στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών (τον Απρίλιο) λίγο περισσότερο από το μισό εκλογικό σώμα στη Γαλλία ψήφισε υποψήφιο από το ένα ή το άλλο πολιτικό άκρο. Στον δεύτερο γύρο, αρκετοί απ’ αυτούς συσπειρώθηκαν γύρω από τον Μακρόν, ο οποίος έτσι μπόρεσε να επικρατήσει άνετα έναντι της Μαρίν Λε Πεν, υποψήφιας του λαϊκιστικού Εθνικού Συναγερμού. Αυτό όμως το αποτέλεσμα έκρυψε το ότι ο Εμανουέλ Μακρόν – άψογα ντυμένος τεχνοκράτης, που δεν κατόρθωσε να απαλλαγεί από την ετικέτα του «προέδρου των πλουσίων», λατρεύεται μεν από λίγους αλλά μισείται από πολλούς. Στον πρώτο γύρο των προεδρικών, άμα ξαναμετρήσει κανείς, έλαβε μόλις 28% των ψήφων. Οι Γάλλοι τού ξανάδωσαν το πόστο του, αλλά αποφάσισαν να του αφαιρέσουν μεγάλο μέρος της εξουσίας του. Ο πρόεδρος Μακρόν θα χρειαστεί να προχωρήσει με διαφορετικό πλέον τρόπο.

Πώς αυτό; Προκειμένου να ηρεμήσει τους οργισμένους ψηφοφόρους, οι οποίοι αισθάνονται ότι έχουν μείνει πίσω (έτσι όπως έδωσαν στη Μαρίν Λε Πεν της άκρας Δεξιάς και στον Ζαν-Λικ Μελανσόν της ριζοσπαστικής Αριστεράς ισχυρότατη ώθηση στις κάλπες, θα χρειαστεί να προσπαθήσει πολύ), ιδίως αν δεν είναι να δαπανήσει ακόμη περισσότερα χρήματα, που η Γαλλία δεν διαθέτει. Το ιδεώδες θα ήταν η διακυβέρνηση Μακρόν να συνεχίσει στην κατεύθυνση των μακροπρόθεσμων μεταρρυθμίσεων, τις οποίες η Γαλλία χρειάζεται όσο τίποτε άλλο: απλούστευση του λαβυρίνθου του συνταξιοδοτικού της συστήματος, θεμελίωση της ενεργειακής μετάβασης, άνοιγμα του υπερσυγκεντρωτικού της εκπαιδευτικού συστήματος. Το μέλλον όμως δείχνει δύσβατο. Οι νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης Μακρόν βρίσκονται στον αέρα. Το γαλλικό Σύνταγμα δίνει στον πρόεδρο σημαντικές εξουσίες, ιδίως στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας, ενώ έχει το δικαίωμα σε περιπτώσεις ανάγκης να περνάει τον προϋπολογισμό και ένα ακόμη νομοθέτημα με διάταγμα – και τούτο, στο πλαίσιο κάθε κοινοβουλευτικής περιόδου. Αν όμως δείξει ότι κάνει κατάχρηση αυτού του δικαιώματος, τότε μπορεί να προκαλέσει ψήφο μομφής, που θα ρίξει την κυβέρνησή του και ενδεχομένως θα προκαλέσει νέες εκλογές.

Μια προσέγγιση θα είναι να προσπαθήσει να διαμορφώσει ad hoc πλειοψηφίες, γύρω από επιμέρους νομοθετήματα. Η κοινοβουλευτική του ομάδα («Ensemble»/Μαζί) διαθέτει 245 έδρες, δηλαδή 44 λιγότερες από την αναγκαία πλειοψηφία. Μπορεί λοιπόν να ελπίζει να συστρατεύσει τους «Les Républicains»/Ρεπουμπλικανούς για να περάσει τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, ή πάλι τους Πρασίνους για να τον βοηθήσουν με την ενεργειακή μετάβαση. Και τα δύο όμως μέτρα θα προκαλέσουν αντίδραση· αν δε διαφανούν πρόωρες εκλογές στον ορίζοντα, τότε ουδείς θα θελήσει να χάσει ψηφοφόρους υπέρ των ακραίων πολιτικών σχηματισμών που μισούν τον πρόεδρο Μακρόν.

Η Γαλλία, με το σχεδόν μοναρχικό προεδρικό της σύστημα, δεν έχει παράδοση διακυβέρνησης διά συνασπισμού. Στη Γερμανία, την Ολλανδία ή τις σκανδιναβικές χώρες, παρόμοιες διαρρυθμίσεις απαιτούν εβδομάδες, αν όχι μήνες, διαπραγματεύσεων προκειμένου να διαμορφώνονται συμβιβαστικές πολιτικές συμφωνίες. Η γαλλική πολιτική είναι από παλιά εξαιρετικά πολωμένη – ενδεχομένως τόσο πολωμένη ώστε να μην επιτρέπει ούτε την πιο περιορισμένη πολιτική συμφωνία. Ο Εμανουέλ Μακρόν θα χρειαστεί να παλέψει για να αλλάξει αυτή την πολιτική κουλτούρα. Κάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει ένα νέο πολιτικό ύφος: όχι πλέον ολύμπιο, ελεγχόμενο και αναλυτικό, αλλά ανοιχτό, συναλλακτικό και διαισθητικό. Δεν θα του έρθει εύκολα αυτό· αν όμως αποτύχει, η δεύτερη θητεία του θα είναι καταδικασμένη και αυτή σε αποτυχία.