Οικονομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 2021, τ.1013

ΦAΚΕΛΟΣ: ΚΛAΔΟΣ ΤΡΟΦIΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΤΩΝ της Βίκης Καλιάκου

Σε επίπεδα ρεκόρ η τιμή του γάλακτος

Η βιομηχανία γαλακτοκομικών προϊόντων κατέχει τη μερίδα του λέοντος ως προς την αξία παραγωγής της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων, με ποσοστό 17%. «Στην αρχή της πανδημίας είχαμε δραματική μείωση καταναλώσεων στη μαζική εστίαση, όμως είδαμε αύξηση των καταναλώσεων συνολικά. Τα μέτρα για την εστίαση μας επηρεάζουν σημαντικά, κυρίως όμως τις εταιρείες, που είναι στοχευμένες σε αυτόν τον κλάδο. Οι εταιρείες που παράγουν και προϊόντα χονδρικής και λιανικής δεν επηρεάζονται τόσο, γιατί η κατανάλωση αυτή θα μεταφερθεί στη λιανική», δηλώνει στην Οικονομική ο Δρ Χρήστος Αποστολόπουλος, πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων και διευθυντής Ασφάλειας & Ποιότητας της FrieslandCampina Hellas SA.

Η εκτόξευση της τιμής του φυσικού αερίου οδηγεί σε νέες περιπέτειες νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αυξάνοντας λειτουργικά και μεταφορικά κόστη, ανελαστικές δαπάνες και πρώτες ύλες. «Ήδη βλέπουμε ότι οι τιμές –ιδιαίτερα στο αιγοπρόβειο γάλα– είναι σε πολύ υψηλά επίπεδα-ρεκόρ. Πλησιάζουμε τιμές 1,20-1.30 ευρώ/ κιλό, που κανείς θα θεωρούσε απίθανες πριν από έναν χρόνο και οφείλονται στην αύξηση των τιμών στις ζωοτροφές. Είναι όλα αλληλένδετα, ο ένας σπρώχνει τον άλλο και δημιουργεί αυτό το tsounami effect στην τιμή του τελικού προϊόντος», εξηγεί ο Χρ. Αποστολόπουλος.

Μάχη για τη φέτα και το γιαούρτι

Τα γαλακτοκομικά προϊόντα αποτελούν το 19% των ελληνικών εξαγωγών σε τρόφιμα και ποτά, με το γιαούρτι και τη φέτα να οδηγούν μια ανοδική πορεία. Η δυσμενής συγκυρία έρχεται να προστεθεί στις συνθήκες μόνιμου αθέμιτου ανταγωνισμού που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές επιχειρήσεις από φθηνότερα και πολύ κατώτερης ποιότητας προϊόντα άλλων χωρών. «Η διαφορά τιμής των ελληνικών με τα απομιμητικά προϊόντα θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο, με αποτέλεσμα να είναι λιγότερο ανταγωνιστικά. Η φέτα σήμερα εξάγεται σε ποσοστό 60%, ενώ πριν από λίγα χρόνια ήμασταν στο 30%. Έχουμε επενδύσει στις εξαγωγές και μας ενδιαφέρει όχι μόνο να είναι το προϊόν όπως πρέπει, αλλά να υπάρχει και ένα λογικό κόστος. Δεν ξέρω αν αυτό θα μπορέσουμε να το πετύχουμε», τονίζει ο πρόεδρος του ΣΕΒΓΑΠ.

Όπως αναφέρει, ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο αυξήθηκαν οι εξαγωγές είναι ότι η ελληνική αγορά έχασε την αγοραστική της δύναμη. «Ο Έλληνας δεν αγόραζε επώνυμα γνήσια προϊόντα με υψηλή αξία αλλά πήγαινε σε προϊόντα χαμηλότερης αξίας, και αυτό θα συνεχιστεί ακόμη περισσότερο. Είναι ένα μήνυμα κακό, παρότι οι περασμένες χρονιές ήταν χρονιές με ανάπτυξη. Αρκεί να σας πω ότι είχαμε πριν από 5 χρόνια ένα έλλειμμα 490 εκατομμυρίων στο εμπορικό μας ισοζύγιο, ενώ το 2019 είχαμε πάει σε θετικό ισοζύγιο και επί της ουσίας ήμασταν πολύ καλά. Όμως έρχονται δύσκολες μέρες», σημειώνει ο Χρ. Αποστολόπουλος.

Η τιμή δεν μπορεί να συμπιεστεί εις βάρος της ποιότητας, αλλά μπορεί να δοθεί έμφαση στο μάρκετινγκ. «Με τα νέα ψηφιακά κανάλια μπορούμε να προσεγγίζουμε αγορές που παλιά δεν μπορούσαμε. Πρέπει να καταλάβει ο ξένος αγοραστής ότι αυτά τα προϊόντα δεν στηρίζονται μόνο στην παραδοσιακότητά τους, αλλά έχουν και ανεκτίμητη διατροφική αξία. Αν κανείς δώσει έμφαση σε αυτό, μπορεί να πολλαπλασιάσει την τιμή του προϊόντος. Δεν είναι τυχαίο ότι το ροκφόρ, ενώ έχει την ίδια σύνθεση με τη φέτα, πωλείται 40 ευρώ/κιλό, ενώ η φέτα 6 ευρώ/κιλό. Είναι μια προστιθέμενη αξία στην οποία δεν δώσαμε μεγάλη βάση και πωλούμε σαν ένα κοινό προϊόν τη φέτα μας και το γιαούρτι, που είναι πραγματικά μοναδικά», τονίζει χαρακτηριστικά.
Ακριβές και υψηλού ρίσκου οι βιολογικές καλλιέργειες

Το μέλλον έχει ακόμη μεγαλύτερες προκλήσεις, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε σχέδιο δράσης για την ανάπτυξη της βιολογικής παραγωγής με στόχο ποσοστό 25% των γεωργικών εκτάσεων να είναι υπό βιολογική γεωργία έως το 2030. Ο Δρ Χρήστος Αποστολόπουλος εμφανίζεται αρκετά επιφυλακτικός για τα πράσινα σχέδια της ΕΕ σε γεωργία και κτηνοτροφία. «Είναι ένα πολύ μεγάλο και δύσκολο στοίχημα, αν σκεφτείτε ότι από τα ζώα που υπάρχουν σήμερα στην Ευρώπη μόνο 4% είναι βιολογικά. Χρειάζονται επενδύσεις σημαντικές. Μάλιστα έχει ένα ρίσκο αυτό, γιατί η μετατροπή σε βιολογική γεωργία ή κτηνοτροφία δεν σημαίνει και αύξηση του εισοδήματος του κτηνοτρόφου ή του γεωργού. Πρόσφατα έγινε μια μελέτη στην Αγγλία για το τι θα γινόταν αν όλη η παραγωγή της γινόταν βιολογική. Διαπίστωσαν ότι θα είχαν μείωση στην εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα κατά 20%, ταυτόχρονα όμως επειδή οι βιολογικές καλλιέργειες δεν έχουν τις αποδόσεις των συμβατικών θα είχαν και μείωση εισοδήματος 40%. Για να ισοσταθμίσει το εισόδημά του ο παραγωγός ή κτηνοτρόφος θα έπρεπε να αυξήσει 40% την τιμή του παραγόμενου βιολογικού προϊόντος, κάτι που δεν είναι εύκολη και απλή υπόθεση. Αυτά τα θέματα πρέπει να τα δει με μεγαλύτερη προσοχή η ΕΕ πριν να αναλαμβάνει τόσο φιλόδοξες δεσμεύσεις», καταλήγει ο Χρ. Αποστολόπουλος.