Οικονομική Επιθεώρηση, Σεπτέμβριος 2021, τ.1010

ΑΝΑΛΥΣΗ του Αντώνη Κεφαλά

 

Το επικείμενο τέλος της εποχής Μέρκελ δεν θα φέρει ιδιαίτερες αλλαγές στη Γερμανία, η πορεία της οποίας παραμένει η ίδια εδώ και 150 χρόνια από την εποχή του Μπίσμαρκ.

Ο Σιδηρούς Καγκελάριος χρησιμοποίησε, βέβαια, τρεις πολέμους για να ενώσει τα γερμανικά κρατίδια και να δημιουργήσει με βάση την Πρωσία το σύγχρονο γερμανικό κράτος, αλλά μέσω μιας περίπλοκης σειράς κρυφών και φανερών συμμαχιών είχε στη συνέχεια, και με αποκορύφωμα το Συνέδριο του Βερολίνου (για τη λεκτική ακρίβεια το Κογκρέσο του Βερολίνου), εγκαθιδρύσει την ειρήνη. Η αποπομπή του άνοιξε τους ασκούς για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και οι αλόγιστες απαιτήσεις των νικητών σε συνδυασμό με την παγκόσμια κρίση του 1929/30 αυτούς του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το μεταπολεμικό πείραμα της ενωμένης Ευρώπης βρήκε λαϊκή υποστήριξη διότι βασίστηκε σε δύο υποσχέσεις: την ειρήνη και την οικονομική πρόοδο. Ταυτόχρονα, οι απαιτήσεις του Ψυχρού Πολέμου πρόσφεραν στη διαιρεμένη Δυτική Γερμανία σημαντικά πλεονεκτήματα: τη γρήγορη ανοικοδόμηση, την ταχεία πολιτική ανεξαρτησία και την ευρωπαϊκή οικονομική πρωτοκαθεδρία.

Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1989 και η κίνηση ματ του Χέλμουτ Κολ να προχωρήσει στην ενοποίηση της Γερμανίας, ουσιαστικά φέρνοντας όλους προ τετελεσμένου γεγονότος, έκλεισε μια περίοδο κρυφών και φανερών ατομικών και συλλογικών και ξανάβαλε τη Γερμανία ως ένα σύγχρονο και ενωμένο ξανά κράτος στον χάρτη. Η περίοδος της ψυχολογικής κατωτερότητας είχε τελειώσει. Η γερμανική ανωτερότητα μπορούσε ξανά να φανεί στο παγκόσμιο προσκήνιο.

Αν η Γερμανία απέτυχε να αποκτήσει τον ζωτικό της χώρο με τα όπλα, δεν απέτυχε να τον κατακτήσει με την οικονομία. Από την πρώτη στιγμή, η ΕΕ είχε ως διεθνές ατού το ισχυρό μάρκο – η πορεία του οποίου είναι εντυπωσιακή. Καταρχάς, ακολουθώντας στα χνάρια της Βιομηχανικής Επανάστασης της Αγγλίας, η Γερμανία κατάφερε να αποφύγει τα πιο φανερά προβλήματα που φέρνει η ταχεία τεχνολογική πρόοδος. Ιδρύοντας στην ουσία το πρώτο κοινωνικό κράτος στον κόσμο. Δεύτερον, εκμεταλλεύτηκε τα τεράστια αποθέματα ενέργειας που είχε χωρίς να εμπλακεί στις έντονες ταξικές διακρίσεις και διαφορές της Αγγλίας, καθώς φρόντισε να ενσωματώσει τους εργαζομένους στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Τρίτον, διατηρώντας τον ομοσπονδιακό χαρακτήρα της, απέφυγε τα πιο έντονα από τα προβλήματα που αναπόφευκτα φέρνει η υπερσυγκέντρωση στο κέντρο.

Στο μάρκο βασίστηκε το γερμανικό μεταπολεμικό θαύμα, καθώς το νόμισμα αντιπροσώπευε μια από τις πιο αποτελεσματικές, ανταγωνιστικές και ποιοτικές παραγωγές στον κόσμο – με έμφαση στη βιομηχανία. Και με απέχθεια στον πληθωρισμό. Η εμπειρία του Μεσοπολέμου ήταν τραυματική για τους Γερμανούς ως προς το σημείο αυτό, αλλά η ίδια η προτεσταντική κουλτούρα της σκληρής δουλειάς και της αποταμίευσης ήταν ακριβώς το αντίθετο από τη νοοτροπία του αγγλοσαξονικού καπιταλισμού με την έμφαση στα άμεσα κέρδη και στην ανάληψη υψηλού ρίσκου.

Ας μην παραβλέπεται, εξάλλου, ότι τα γερμανικά κρατίδια ενώθηκαν πρώτα μέσω μιας τελωνειακής ένωσης (Zollverein) και μετά με τις κινήσεις του Μπίσμαρκ στην πολεμική σκακιέρα. Δεν επρόκειτο, λοιπόν, να αφήσει η Γερμανία τη δημιουργία της ενωμένης Ευρώπης στα χέρια των Γάλλων και των Άγγλων – και το απέδειξαν όταν απομόνωσαν το Ηνωμένο Βασίλειο στο Μάαστριχτ. Η Bundesbank ήταν το μοντέλο για τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), στην ομοσπονδιακή αποκέντρωση στηρίζεται η λειτουργία της σημερινής ΕΕ, το ευρώ είναι η… μετεμψύχωση του μάρκου!

Δυστυχώς για την Ευρώπη, η γερμανική οικονομική ορθοδοξία κατά του πληθωρισμού και υπέρ της αποταμίευσης συνδυάστηκε με την ακλόνητη πίστη πολλών Αμερικανών και Άγγλων οικονομολόγων στη λογική της αγοράς, που με τη σειρά της βασίζεται στη λογική των ατόμων και των λογικών προσδοκιών τους. Η κεϊνσιανή δημοσιονομική πολιτική πέρασε στο χρονοντούλαπο του οικονομικού σχεδιασμού, το επιτόκιο έγινε ο βασιλιάς και οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες απέκτησαν ως μοναδικό στόχο τους τον έλεγχο του πληθωρισμού. Στις ΗΠΑ, τουλάχιστον, η FED συμπεριέλαβε στις ευθύνες της την επίτευξη ικανοποιητικού ρυθμού ανάπτυξης.

Η γερμανική πολιτική οδήγησε έτσι στην άνοδο των ανισοτήτων τόσο μεταξύ του Βορρά και του Νότου όσο και σε εθνικό επίπεδο στα κράτη του Νότου. Ακριβώς όπως είχε υπογραμμίσει ο Κέινς, τα ελλείμματα του Νότου ήταν τα πλεονάσματα του Βορρά. Το κοινωνικό κράτος υποβαθμίστηκε, η εκμετάλλευση της αξίας αντικατέστησε τη δημιουργία αξίας, η πολιτική της οικονομίας εγκαταλείφθηκε για χάρη δύο μεγεθών που δεν έχουν καμία ιστορική ή έστω θεωρητική βάση: την καθήλωση του μεν πληθωρισμού στο 2% τον χρόνο, του δε πρωτογενούς ελλείμματος στο 3% τον χρόνο.

Όταν ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, δημιουργήθηκαν προσωρινά ελπίδες ότι η Ευρώπη και οι ΗΠΑ θα μάθαιναν από τα παθήματά τους. Η άκαιρη απόσυρση των μέτρων στήριξης, καθώς η Γερμανία και οι σύμμαχοί της φοβήθηκαν ότι τα helicopter money θα οδηγούσαν στην άνοδο του πληθωρισμού, είχε ως μοναδικό αποτέλεσμα την παγίδευση της οικονομίας σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, με υψηλή ανεργία, και την ένταση των οικονομικών και κοινωνικών αντιθέσεων.

Η κοινωνική συνοχή έχει θυσιαστεί στο όνομα της γερμανικής οικονομικής ορθοδοξίας και το μέλλον του ευρωπαϊκού εγχειρήματος έχει υπονομευθεί από τον συνδυασμό παράλογου φόβου και έξαρσης λογικής. Αν η ίδια η Γερμανία δεν έχει ακριβώς βαδίσει στα βήματα των ΗΠΑ, του ΗΒ και του Νότου της ΕΕ, αυτό οφείλεται στην ταυτόχρονη εμπλοκή του κράτους, των επιχειρήσεων, των χρηματοπιστωτικών οργανισμών και των εργατικών συνδικάτων στη λήψη αποφάσεων. Είναι ένα μοντέλο που απέχει παρασάγκας από το αγγλοσαξονικό, αλλά αυτό δεν συνεισφέρει στη λύση του ευρύτερου προβλήματος της αναβάθμισης της κοινωνικής συνοχής και της μείωσης των ανισοτήτων.

Η πανδημία ξύπνησε τη γερμανική αταραξία και την έκανε να συνειδητοποιήσει τους κινδύνους που άμεσα και έμμεσα ανέδειξε ο κορονοϊός. Η δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης ήταν βήμα πρωτοποριακό για τη Γερμανία. Εύλογα προκύπτει, όμως, το ερώτημα αν η καγκελάριος Μέρκελ θα το είχε αποτολμήσει αν δεν ήταν στο τέλος της πολιτικής της καριέρας. Οι δε αντιδράσεις τόσο από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης όσο και από τους ιέρακες της Bundesbank μάλλον δείχνουν ότι ο δρόμος μπροστά θα είναι δύσβατος.

Η Γερμανία θα παραμείνει Γερμανία και μετά τη Μέρκελ. Ο μόνος που την άλλαξε ήταν ο Κολ, κάνοντάς την πλήρη ξανά. Η διαίρεση του Ψυχρού Πολέμου, απότοκος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν απλώς ένα διάλειμμα, ένα interregnum. Τα γεγονότα του 2019 απλώς επιταχύνουν εξελίξεις επικεντρωμένες στην κλιματική αλλαγή. Όλες οι άλλες παράμετρες δεν αλλάζουν: πιστή θα μείνει η Γερμανία στη μάχη κατά του πληθωρισμού, στην ισχύ του ευρώ (που είναι απλώς ένα «φτηνότερο» μάρκο), στα ανοίγματά της προς τη Ρωσία, κι έτσι στην αποφυγή γεωπολιτικών συγκρούσεων, στην επιλεκτική πολιτική για τους μετανάστες, στη λήψη αποφάσεων στο μεσο-οικονομικό επίπεδο, ακόμη και στην προσπάθειά της να κερδίσει ανταγωνιστικότητα παρεμβαίνοντας σε κανόνες και κανονισμούς – όπως κατέδειξε η υπόθεση με τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία.

Προσωρινά, τα πολιτικά άκρα θα ενισχυθούν ίσως, αλλά στη Γερμανία το κέντρο μάλλον βαστά. Τα φαντάσματα του οικονομικού κραχ και του ναζισμού είναι ακόμη ζωντανά. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, πως ο υπόλοιπος κόσμος θα μένει σιωπηλός και αδιαμαρτύρητος να παρακολουθεί και –ακόμη χειρότερα– να υφίσταται τις επιπτώσεις της γερμανικής απραξίας· μερικοί θα την έλεγαν τυφλή μακαριότητα. Οι αλλαγές επέρχονται με μεγάλη και μη αναμενομένη ταχύτητα. Μόνο οι ευλύγιστοι θα επιζήσουν.