Η ελληνική ομογένεια στη Γερμανία

Οικονομική Επιθεώρηση, Απρίλιος 2022, τ.1017

ΔΙΑΣΠΟΡΑ

του Γιώργου Βαϊλάκη

Η σύγχρονη ενδοευρωπαϊκή μετανάστευση των Ελλήνων ως φαινόμενο αρχίζει με την οικονομική ανάπτυξη των βιομηχανικών χωρών της Δυτικής Ευρώπης και ιδιαίτερα της Γερμανίας, που τότε ονομαζόταν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Σε αυτή τη μεταναστευτική κίνηση συνέβαλαν η ανεργία και η υποαπασχόληση στην Ελλάδα. Προϋπόθεση για την είσοδο των μεταναστών στη Γερμανία ήταν η πρόσληψη των ενδιαφερομένων, έπειτα από τη διαδικασία επιλογής εργατών από τα γραφεία στρατολόγησης (Anwerbeburos) που είχαν δημιουργηθεί για αυτό τον σκοπό στις πρωτεύουσες των χωρών αποστολής, σύμφωνα με τις διακρατικές συμβάσεις εργασίας.

Το νομικό αυτό πλαίσιο ίσχυε μέχρι την εισχώρηση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, οπότε σταδιακά καταργήθηκαν οι περιορισμοί της ελεύθερης διακίνησης. Η πρώτη γενιά των Ελλήνων ήταν ουσιαστικά ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό, το οποίο ιδίως από το 1960 και μετά ήταν απαραίτητο για την οικονομική άνθηση της Γερμανίας και τη ραγδαία αναπτυσσόμενη βιομηχανία της. Το διάστημα εκείνο η Δυτική Γερμανία άρχισε να καλεί κυρίως για τα εργοστάσιά της εργατικό δυναμικό από το εξωτερικό ως «φιλοξενούμενους εργάτες» (Gastarbeiter), πολλοί από τους οποίους ήταν Έλληνες.

Κάπως έτσι, οι Έλληνες της Γερμανίας έμελλε να αποτελέσουν την τέταρτη μεγαλύτερη ομάδα μεταναστών της χώρας, μετά τους Τούρκους, τους Ιταλούς και τους Πολωνούς. Η γερμανική Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία υπολογίζει για το έτος 2019 τον αριθμό πολιτών ελληνικής καταγωγής ανεξαρτήτως υπηκοότητας στα 453.000 άτομα. Η Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού υπολογίζει για το 2020 ότι υπήρχαν 364.285 άτομα γεννημένα στην Ελλάδα που ζούσαν στη Γερμανία.

 Η πρώτη ελληνική κοινότητα στη Λειψία

Ο φιλέλληνας Βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος Α’ παραχώρησε το 1828 στην ελληνική κοινότητα τον Ιερό Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Μονάχου

Σε κάθε περίπτωση, η μετανάστευση από την Ελλάδα στη Γερμανία ξεκίνησε γύρω στο 1700, όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία άνοιξε τα σύνορά της για τους εμπόρους, με την πρώτη κοινότητα να βρίσκεται στη Λειψία, η οποία την εποχή εκείνη υπήρξε σημαντικό εμπορικό κέντρο.

Ήταν τότε που πραγματοποιήθηκαν και οι πρώτες ελληνορθόδοξες λειτουργίες στο «Ελληνικό Σπίτι» (Griechenhaus), ενώ σύντομα αυξήθηκε η κοινωνική σημασία του ελληνισμού της Σαξωνίας. Πολλοί Έλληνες σπούδαζαν στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. Μάλιστα, ακόμα και ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε γνώρισε αρκετούς Έλληνες συμφοιτητές και συνδέθηκε με φιλία μαζί τους. Τον 19ο αιώνα ο πρίγκιπας Φρίντριχ Αουγκούστ Α΄ απονέμει τίτλο ευγενείας στον γιο του Έλληνα εμπόρου Γεωργίου Καραγιάννη, Τέοντορ φον Κάραγιαν, για τη δραστηριότητά του στη βιομηχανία υφασμάτων της Σαξωνίας – ένας από τους απογόνους του ήταν ο διάσημος μαέστρος Χέρμπερτ φον Κάραγιαν. Μια άλλη ελληνική κοινότητα δημιουργήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, στο Μόναχο. Για τις λατρευτικές της ανάγκες ο φιλέλληνας Βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος Α΄ τής παραχώρησε το 1828 τον Ιερό Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Μονάχου, γνωστό ως Salvatorkirche. Η πρώτη Ορθόδοξη Θεία Λειτουργία πραγματοποιήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1829.

Ελληνική ταβέρνα που ιδρύθηκε το 1882 στο Neckargemuend κοντά στη Χαϊδελβέργη

Εκείνο το διάστημα μετανάστευσαν επίσης πολυάριθμοι Βαυαροί τεχνίτες και διανοούμενοι στην Ελλάδα. Από τη Σχολή του Μονάχου δημιουργείται τον 19ο αιώνα μια ελληνική ζωγραφική υψηλού ακαδημαϊκού επιπέδου. Μαζί με τον Κωνσταντίνο Βολανάκη, κύριοι εκπρόσωποι της Σχολής του Μονάχου θεωρούνται οι ζωγράφοι του ύστερου 19ου αι. Νικηφόρος Λύτρας, Νικόλαος Γύζης και Γεώργιος Ιακωβίδης. Η δημιουργία της ρομαντικής Σχολής του Μονάχου οφείλεται κατά κύριο λόγο στους ιδιαίτερους δεσμούς που δημιουργήθηκαν ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βαυαρία στα χρόνια του Όθωνα – του πρώην Βαυαρού πρίγκιπα που έγινε ο πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας.

Όσο για τους Έλληνες της Λειψίας, αυτοί εγκαταστάθηκαν μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στη Δυτική Γερμανία, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Πολλοί πήγαν στην πόλη της Φρανκφούρτης, όπου συνέχισαν την εμπορική τους δραστηριότητα, ενώ η κοινότητα διαλύθηκε το 1952 λόγω έλλειψης μελών.

Η ελληνογερμανική συμφωνία περί απασχολήσεως Ελλήνων εργατών

Ύστερα από πολλές συνεννοήσεις, στις 30 Μαρτίου 1960 υπογράφηκε η ελληνογερμανική συμφωνία περί απασχολήσεως Ελλήνων εργατών στη Γερμανία και, μέσα σε ελάχιστα χρόνια, ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων βρέθηκε εκεί. Οι Γερμανοί είχαν εξασφαλίσει τη δυνατότητα να ελέγχουν τους υποψήφιους μετανάστες από πλευράς υγείας, να προσλαμβάνουν όποτε θέλουν και όπως θέλουν και να τους επιστρέφουν αν θέλουν – είχαν το δικαίωμα να στέλνουν πίσω όποιον δεν τους έκανε. Εκτός από την ανεργία, άλλα αίτια του τεράστιου μεταναστευτικού ρεύματος ήταν η καταπίεση που δημιουργούσε η συμπεριφορά των ελληνικών αστυνομικών αρχών προς τους πολίτες, και ιδιαίτερα προς τους νέους, η δυσκολία μετακίνησης εσωτερικά, οι χρεωμένες στην Αγροτική Τράπεζα γεωργικές εκμεταλλεύσεις και, τελικά, το χαμηλότατο βιοτικό επίπεδο, εξαιτίας του Εμφυλίου και της εποχής που ακολούθησε.

Έλληνες εργάτες στα χρόνια που ήταν απαραίτητη η ανειδίκευτη εργασία στη Γερμανία, το 1956

Οι Έλληνες μετανάστες βρήκαν εκεί εκκλησίες ελληνικές και ορισμένες οργανωμένες ομάδες Ελλήνων, όπως ήταν οι γουνοποιοί και γουνέμποροι στη Φραγκφούρτη, οι οποίοι όμως δεν θέλησαν ποτέ να έχουν καμία σχέση με αυτόν τον κόσμο που ερχόταν ζητώντας δουλειά.

Η πολιτική την εποχή της δικτατορίας των Συνταγματαρχών οδήγησε εκ νέου σε ρεύμα πολιτικής μετανάστευσης Ελλήνων και στα δύο γερμανικά κράτη. Μετά το τέλος της δικτατορίας πολλοί επέστρεψαν στην Ελλάδα. Επίσης, μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ σημειώθηκε για μικρό διάστημα αύξηση της ελληνικής μετανάστευσης στη Γερμανία.

Στην αρχή της νέας χιλιετίας η βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της Ελλάδας οδήγησε στην επιστροφή πολλών Ελλήνων μεταναστών ή απογόνων αυτών. Παρ’ όλα αυτά, κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους το ποσοστό των Ελλήνων που εγκαταστάθηκαν στη Γερμανία αυξήθηκε και πάλι.

Εκπαίδευση

Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή, ένας από τους κορυφαίους μαθηματικούς του 20ού αιώνα. Οι Γερμανοί τον θεωρούν δικό τους, οι Έλληνες το ίδιο. Η λαμπρή περίπτωση ενός Έλληνα που διέπρεψε στη Γερμανία

Από το πρώτο ελληνικό σχολείο που χτίστηκε το 1960 και μέχρι το 1990, πάνω από 1 εκατομμύριο Έλληνες μετανάστευσαν στη Γερμανία. Περίπου 800.000 από αυτούς τους Έλληνες επέστρεψαν στην Ελλάδα μετά από μακροχρόνια ή σύντομη παραμονή. Σήμερα το 20% από περίπου 47.000 μαθητές ελληνικής καταγωγής φοιτά σε ένα από τα 35 ελληνικά σχολεία στη Γερμανία. Στα γερμανικά πανεπιστήμια σπουδάζει ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων φοιτητών, ενώ αρκετοί Έλληνες βρίσκονται στη Γερμανία για μεταπτυχιακές σπουδές. Επιπλέον, αρκετοί Έλληνες καθηγητές, υφηγητές και λέκτορες εργάζονται στα γερμανικά πανεπιστήμια, όπου οι Έλληνες επιστήμονες έχουν καλή φήμη. Άλλωστε, ένας από τους διαπρεπέστερους μαθηματικούς του εικοστού αιώνα, ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή (1873-1950), που συνέδραμε με τις επιστημονικές του γνώσεις τον Άλμπερτ Αϊνστάιν, δίδαξε μαθηματικά στα κορυφαία γερμανικά ακαδημαϊκά ιδρύματα.

Οικονομικά

Η Ελλάδα αποτέλεσε τον 39ο, κατά σειρά, εταίρο της Γερμανίας για το 2021, σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας Γερμανίας, με συνολικό όγκο εμπορίου 9,87 δισ. ευρώ. Η επίδοση αυτή περιλαμβάνει εισαγωγές από την Ελλάδα ύψους 2,76 δισ. ευρώ (μερίδιο 0,23% επί των συνολικών εισαγωγών της Γερμανίας) και εξαγωγές προς την Ελλάδα ύψους 7,1 δισ. ευρώ (μερίδιο 0,5% επί των συνολικών εξαγωγών της Γερμανίας). Κατά την περίοδο της πανδημίας η Ελλάδα βελτίωσε περεταίρω τη θέση της ως εμπορικός εταίρος της Γερμανίας και το 2021 επιτεύχθηκε πολύ μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση των ελληνικών εξαγωγών εκεί (+23,8%) συγκριτικά με το 2020 (+4,7%). Στην κατεύθυνση αυτή συνέβαλε και το ότι οι ελληνικές εξαγωγές χαλκού, αλουμινίου και πλαστικών (κλάδοι με ιδιαίτερα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τη χώρα μας) επανήλθαν το 2021 δυναμικά, κυρίως λόγω της έλλειψης πρώτων υλών που κατέγραψε η γερμανική βιομηχανία, σύμφωνα με στοιχεία που προέρχονται από την ελληνική πρεσβεία στο Βερολίνο.

Οι ελληνικές κοινότητες στη Γερμανία

Επικοινωνήσαμε με τον Αντιπρόεδρο της Ομοσπονδίας Ελληνικών Κοινοτήτων, Πάνο Δροσινάκη, ο οποίος μας μίλησε για τις ελληνικές κοινότητες στη Γερμανία σήμερα, παραθέτοντας ενδιαφέροντα οικονομικά, δημογραφικά, αλλά και ιστορικά στοιχεία.

Ο Πάνος Δροσινάκης ζει στη Γερμανία από το 1992, είναι φυσικός και εργάζεται ως σύμβουλος πληροφορικής. Είναι αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας Ελληνικών Κοινοτήτων Γερμανίας και πρόεδρος της Κοινότητας Ελλήνων Αμβούργου

«Από τις αρχές του 20ού αιώνα δραστηριοποιήθηκαν Έλληνες επιχειρηματίες, μετανάστες στη Γερμανία, κυρίως στο εμπόριο, αλλά και σε άλλους οικονομικούς τομείς. Το πρώτο ελληνικό εστιατόριο στο Αμβούργο λειτούργησε, για παράδειγμα, ήδη το 1923. Στο Αμβούργο η πρώτη επίσημη εκπροσώπηση Ελλήνων κατεγράφη ήδη τον Μάιο του 1945, αμέσως μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά την υπογραφή της σύμβασης μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας τον Μάρτιο του 1960 αυξήθηκε κατακόρυφα ο αριθμός Ελλήνων μεταναστών και κατέστη αναγκαία μια μορφή οργάνωσης, ώστε μεταξύ άλλων να στηρίζονται οι νεοαφιχθέντες μετανάστες από τους ήδη εγκατεστημένους εδώ. Οι μεγάλες ανάγκες των Ελλήνων μεταπολεμικών μεταναστών της πρώτης γενιάς για αυτο-οργάνωση, καθώς και η επιθυμία τους να διατηρήσουν την εθνική τους ταυτότητα, τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα, αλλά και να γίνουν αυτά γνωστά στους Γερμανούς, τους οδήγησαν στην ίδρυση των ελληνικών κοινοτήτων, αλλά και πολλών εθιμοτυπικών συλλόγων».

Τα χρόνια της αίγλης των ελληνικών κοινοτήτων

Η πρώτη ελληνική κοινότητα στο Αμβούργο ιδρύθηκε το 1954, μία Αδελφότητα Ελλήνων το 1957, που μετεξελίχθηκε στην Κοινότητα Ελλήνων το 1961, ενώ αργότερα ιδρύθηκαν στην ευρύτερη περιοχή Αμβούργου άλλες δύο. Ενδεικτικά, το 1957 ιδρύθηκε η Κοινότητα της Στουτγάρδης και το 1959 του Ντίσελντορφ.

Η ίδρυση κοινοτήτων συνεχίστηκε σε όλη την τότε Δυτική Γερμανία και το Δυτικό Βερολίνο και ο αριθμός τους ξεπέρασε τις 150. Γρήγορα αναγνωρίστηκε η ανάγκη παγγερμανικού συντονισμού των νέων οντοτήτων κι έτσι στις 12 και 13 Φεβρουαρίου του 1966 πραγματοποιήθηκε στο Φέλμπαχ της Στουτγάρδης το ιδρυτικό συνέδριο της Ομοσπονδίας Ελληνικών Κοινοτήτων Γερμανίας (ΟΕΚ), με τη συμμετοχή συνολικά 27 κοινοτήτων και οργανώσεων εργαζομένων. Η Ομοσπονδία στα χρόνια της αίγλης του κοινοτικού κινήματος, στις δεκαετίες του ’70-‘80, αριθμούσε περίπου 150 μέλη. Στο τελευταίο συνέδριο όμως, το 2016, συμμετείχαν λιγότερες από 15 κοινότητες. Όμως και το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού (ΣΑΕ), που ιδρύθηκε το 1995, στηρίχθηκε ενεργά από το κοινοτικό κίνημα στην Γερμανία. Δυστυχώς, και το ΣΑΕ κατέστη τα τελευταία χρόνια εν πολλοίς ανενεργό».

Η ίδρυση των ελληνογερμανικών εταιρειών στη Γερμανία

«Ιδιαίτερη σημασία στην εδραίωση της ελληνικής παρουσίας στη γερμανική κοινωνία, αλλά ταυτόχρονα και απόδειξη του ρόλου της, αποτέλεσε αδιαμφισβήτητα το γεγονός της ίδρυσης των ελληνογερμανικών εταιρειών στη Γερμανία. Η προσπάθεια αυτή ξεκίνησε το 1914, ενώ η ελληνογερμανική εταιρεία του Αμβούργου, ως μία από τις πρώτες στη Γερμανία, ιδρύθηκε επίσημα το 1918. Συνολικά περίπου 40 ελληνογερμανικές εταιρείες λειτουργούν αυτή τη στιγμή στη Γερμανία, που συντονίζονται παγγερμανικά από το δευτεροβάθμιο όργανό τους, την Ομοσπονδία Γερμανοελληνικών Εταιρειών (VDGG).

Ο αριθμός των Ελλήνων στη Γερμανία έχει περάσει, επίσης, πολλές διακυμάνσεις. Ενώ στην τότε Δυτική Γερμανία το 1967 ζούσαν περίπου 200.000 Έλληνες, τα επόμενα χρόνια αυξήθηκαν και ξεπέρασαν τις 400.000 στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, για να μειωθεί αργότερα. Μετά από ένα διάστημα αυξομειώσεων, αυξήθηκε πάλι σταθερά μετά το ξέσπασμα της κρίσης το 2010· σήμερα ζουν στην ενοποιημένη Γερμανία περίπου 400.000 Έλληνες».

Η επιχειρηματική δραστηριότητα των Ελλήνων στη Γερμανία

«Η επιχειρηματική δραστηριότητα των Ελλήνων στη Γερμανία είναι έντονη και επεκτείνεται σε όλους τους τομείς της οικονομίας, με πιο γνωστό τον τομέα της γαστρονομίας. Υπάρχουν πολλές χιλιάδες ελληνικά εστιατόρια στις μεγαλουπόλεις και στην επαρχία. Όμως και στις μεταφορές, στην πληροφορική, στη ναυπηγική και τις κατασκευές, καθώς και στην παροχή υπηρεσιών, το ελληνικό επιχειρηματικό πνεύμα είναι ιδιαίτερα δραστήριο. Ιδιαίτερη μνεία, φυσικά, πρέπει να κάνουμε στον τομέα του εμπορίου, όπου τα τελευταία χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης αυξάνεται συνεχώς και σταθερά ο όγκος των εξαγωγών ελληνικών προϊόντων στη Γερμανία. Ένα μεγάλο μέρος αυτού του τζίρου πραγματοποιείται από καθαρά ελληνικές ή ελληνογερμανικές εταιρείες στη Γερμανία. Η Ελλάδα το 2018 συμμετείχε σε περίπου 92 διεθνείς εκθέσεις, με 962 εκθέτες στη Γερμανία, ενώ το 2019 οι εκθέσεις ήταν 40 και οι εκθέτες 779».

 

Στοιχεία του Γερμανοελληνικού Επιχειρηματικού Συνδέσμου

Με βάση στοιχεία του Γερμανοελληνικού Επιχειρηματικού Συνδέσμου, DHW, ο οποίος καταγράφει στις τάξεις του παγγερμανικά περίπου 800 μέλη, εκ των οποίων το 60-70% προέρχονται από την Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, την Έσση και την Βάδη-Βυρτεμβέργη, ισχύουν τα εξής για ελληνικές επιχειρήσεις στην Γερμανία.
Σύμφωνα με σχετικά πρόσφατες καταμετρήσεις και έρευνες πανεπιστημιακών ινστιτούτων (Institut für Mittelstandsforschung der Uni Mannheim), υπάρχουν στην Γερμανία πάνω από 30.000 μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που ανήκουν σε άτομα με ελληνική καταγωγή. Οι επιχειρήσεις αυτές δημιουργούν έναν ετήσιο τζίρο της τάξεως των 14 δις Ευρώ και απασχολούν περίπου 150.000 εργαζόμενους. Μέχρι το 2000 το ένα τρίτο αυτών των επιχειρήσεων ανήκε στην κατηγορία της εστίασης (εστιατόρια κλπ.). Αυτό έχει αλλάξει με συνεχή αύξηση των επιχειρήσεων στον τομέα της παροχής υπηρεσιών και των βιοτεχνιών. Επίσης την τελευταία δεκαετία έχει αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των ελεύθερων επαγγελματιών (γιατροί, δικηγόροι, φοροτεχνικοί, κλπ.).

Αδιαφορία πολλών μελών της ελληνικής παροικίας για τα κοινά

«Η πορεία των ελληνικών κοινοτήτων από την ίδρυσή τους μέχρι σήμερα πέρασε από πολλές διακυμάνσεις. Τα χρόνια της αίγλης φαίνεται να έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Η ενσωμάτωση των Ελλήνων στη γερμανική κοινωνία (από το 2000 μέχρι σήμερα περίπου 45.000 Έλληνες ζήτησαν και έλαβαν τη γερμανική υπηκοότητα), η ανάπτυξη των μεταφορών και η εύκολη σύνδεση μεταξύ της Γερμανίας και της Ελλάδας, κυρίως λόγω ανάπτυξης των συγκοινωνιών και των αεροπορικών επαφών, η εύκολη πρόσβαση στις πληροφορίες, αλλά και η σχετική αδιαφορία της ελληνικής Πολιτείας και η αποτυχία ανάδειξης και ενίσχυσης των δυνατοτήτων των αποδήμων Ελλήνων στη Γερμανία (και σε όλον τον κόσμο) είναι μερικοί από τους παράγοντες που επηρέασαν αρνητικά το κοινοτικό κίνημα στη Γερμανία.

Οι πραγματικά ενεργές και δραστήριες ελληνικές κοινότητες στη Γερμανία σήμερα είναι περίπου 30. Τα προβλήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι κοινότητες σήμερα είναι πολλά και σχετίζονται μεταξύ άλλων με την αδιαφορία πολλών μελών της ελληνικής παροικίας για τα κοινά, την έλλειψη οικονομικών πόρων, τη μείωση των επιδοτήσεων από τις γερμανικές αρχές και, τα τελευταία δύο χρόνια, με τα περιοριστικά μέτρα και τις επιπτώσεις της πανδημίας.

Με βάση την τελείως διαφορετική νοοτροπία των Ελλήνων της Γερμανίας, πρέπει να αναζητηθούν οι τρόποι προσέγγισης των νέων Ελλήνων. Ενώ κατά τα πρώτα χρόνια της μετανάστευσης οι Έλληνες ήταν εδώ με σκοπό να επιστρέψουν στην πατρίδα, τώρα πλέον υπάρχουν πολλοί που είναι σίγουροι πως για αρκετές δεκαετίες θα μείνουν εδώ, πολλοί μάλιστα μέχρι το τέλος της ζωής τους. Τα ενδιαφέροντα των νέων είναι διαφορετικά και η πλήρης ενσωμάτωσή τους στη γερμανική κοινωνία, αλλά και η πορεία μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, λειτουργούν σε έναν βαθμό ανασταλτικά για τη συμμετοχή στις ελληνικές κοινότητες».