Γιατί κανείς (σχεδόν) δεν κατέγραψε τα 20 χρόνια ευρώ;

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Η συμμετοχή της Ελληνικής οικονομίας στην Ευρωζώνη, η χρήση εδώ και 20 χρόνια του υπερσταθερού ευρώ ως εθνικού νομίσματος από μια χώρα/έναν λαό με την συνήθεια των υποτιμήσεων βαθύτερα ριζωμένη, αποτελεί σίγουρα ένα από τα κορυφαία οικονομικά γεγονότα της μεταπολεμικής περιόδου (άντε, μετά την υποτίμηση/σταθεροποίηση Μαρκεζίνη, που κατορθώθηκε επί βάσεως Γεωργίου Καρτάλη), πάντως της Μεταπολίτευσης. Γιατί λοιπόν κανείς (σχεδόν) δεν κατέγραψε τα 20 χρόνια ευρώ; Πώς και έλλειψαν δηλώσεις πολιτικών αρχηγών, τοποθετήσεις με εμφατικότητα των υψηλών συντελεστών της οικονομίας και της διανόησης κλπ.;

Μια απλή απάντηση είναι ότι η χρήση του ευρώ έχει τόσο εμπεδωθεί στον Έλληνα, αποτελεί τόσο πολύ κεκτημένο, ώστε να χρειάζεται επισημάνσεις, ακόμη λιγότερο εορτασμούς ή ο,τιδήποτε το αντίστοιχο. Μια άλλη απάντηση θα ήταν ότι η περιπέτεια της ζωής στο ευρώ ήταν τόσο μεγάλη και έντονη – με αιχμή το παρολίγον Grexit του 2012 κι ακόμη περισσότερο του 2015, που λειτουργεί ένας μηχανισμός απώθησης.

Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει. Θεωρούμε ότι μιαν αρχή απάντησης δίνει η τοποθέτηση – λιτή, στα όρια του πολιτικά λακωνικού … – του αρχιτέκτονα της Ελληνικής περιπέτειας του ευρώ: του Κώστα Σημίτη, του ανθρώπου που φωτογραφήθηκε αμήχανα να βγάζει τα πρώτα 20ευρα από ΑΤΜ στην Αθήνα. ενώ λίγο  αργότερα έδινε/επεδείκνυε κάποια κέρματα ευρώ στον (τότε Πλανητάρχη) Τζώρτζ Μπους στην Ουάσιγκτων, που δεν πολυέδειχνε να καταλαβαίνει περί τίνος ο λόγος.

Η δήλωση Σημίτη αποτελείτο από τρεις παραγράφους/ζητούσε τρις αναγνωρίσεις. Η πρώτη περιελάμβανε κυρίως την (αναμενόμενη) θετική αυτοαξιολόγηση της προσπάθειας – με την πολιτική σοφία της ΜΗ-προσωπικής-διεκδίκησης των δαφνών («στην επιτυχία φθάσαμε μετά από συστηματική προσπάθεια της Κυβέρνησής μας και ολόκληρης της κοινωνίας»): η σύγκριση με το αυτό-δοξαστικό ύφος της σημερινής εξουσίας το έχει το ενδιαφέρον της! Πλην όμως ο Κ. Σημίτης, διαβλέποντας τον πιθανό αντίλογο (που δεν υπήρξε παρ’ ημιν, γιατί δεν άνοιξε ουσιαστική ζήτηση για τα «20 χρόνια ευρώ») εισέφερε και προκαταβολική απάντηση σε τυχόν αντιρρήσεις: «Ήταν μια σωστή επιλογή, στην σωστή συγκυρία». Γιατί μιλήσαμε για ενδεχόμενο αντίλογο; Όχι λόγω του εσωτερικού μετώπου, όπου η σκοπιμότητα του ευρώ – τότε, με τους τότε όρους, της ισοτιμίας των 340,75 δραχμών/ευρώ,  με την τότε (μη) προετοιμασία – ουδένα πλέον δείχνει να απασχολεί. Όμως όταν ο Ζακ Ντελόρ μιλούσε για τα «δυο-τρία χρόνια καθυστέρηση» που θα ήταν καλύτερο να είχε η Ελληνική ένταξη στο ευρώ, ο δε Ζισκάρ ανέφερε ότι «η Ελλάδα δεν ήταν έτοιμη» και ο Χέλμουτ Σμιτ ότι «η ένταξη των Ελλήνων ήταν λάθος» (θέσεις εκφρασθείσες στο καμίνι του 2012-12), δεν θα ήταν έξυπνο να παραβλέψει κανείς – έστω και τώρα.

Πάντως, παρεμβαίνοντας ως Έλληνας συμμετέχων στο Eco/Fin της Φέιρα (του Ιουνίου 2000, οπότε και «κλείδωσε η Ελληνική συμμετοχή») ο Γιάννος Παπαντωνίου επεσήμαινε στην Athens Voice χωρίς να πολυακούγεται, τις ίδιες ημέρες της δήλωσης Σημίτη, ότι ο πληθωρισμός είχε πέσει (από διψήφιος την δεκαετία του ΄90) στο 3,7% του 2001, ενώ πέραν της ανάπτυξης της εποχής (αυτονόητης, με την προσδοκία των χαμηλών επιτοκίων λόγω ευρώ που πλησίαζε) υπήρξε τότε ταχύτατη αύξηση και της παραγωγικότητας και των επενδύσεων (6πλασιασμός, παρά τα σοκ του Χρηματιστηρίου).

Ξαναπιάνοντας όμως το νήμα της δήλωσης Σημίτη, βλέπει κανείς στην δεύτερη παράγραφο την – ας την πούμε – εσωτερική πολιτική ουσία: «Ο Ελληνικός λαός έχει σήμερα αναγνωρίσει την αξία του ευρώ» (σημειώστε, εδώ, πώς η «κοινωνία» που προσπάθησε, γίνεται εδώ «λαός» που αναγνωρίζει!…). Η αλήθεια είναι ότι η μνήμη και μόνον του πικρού σοκ που έζησε η κοινή γνώμη/ο λαός/η κοινωνία και στην περιδίνηση του πρώτου 6μήνου του 2015, και στις ουρές των ΑΤΜ επί capital controls, και στο δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015 και στην μεταστροφή της κάλπης του Σεπτεμβρίου 2015, αλλά και στο σύνολο της περιόδου βίαιης προσαρμογής των Μνημονίων, κατέδειξε την με μεγάλο κόστος αναγνώριση της αξίας του ευρώ. Οι Έλληνες κυριολεκτικά αγκάλιασαν το νέο νόμισμα: το γεγονός ότι χάθηκε το ¼ του ΑΕΠ μέσα σε λίγα χρόνια, ότι οι τράπεζες εξαχνώθηκαν, ότι οι φόροι – με τον ΕΝΦΙΑ κορυφαίο – απογειώθηκαν ότι η ανεργία εκτοξεύθηκε ενώ μισθοί και συντάξεις λειοτριβήθηκαν, η διαδρομή αυτή δείχνει ποια/πόση προσαρμογή ex post ήταν διατεθειμένοι να δεχθούμε οι Έλληνες.

Αλλά και ο τρόμος των πολιτικών ηγεσιών (Βαγγέλης Βενιζέλος στο Βρότσλαβ της Πολωνίας μετά την γλυκύτατη πρόταση Σώϋμπλε για επιδοτημένο Grexit, Αλέξης Τσίπρας στην Κορυφή των Βρυξελλών με Ομπάμα και Γκάϊθνερ στο τηλέφωνο να προειδοποιούν να μην φύγει από την αίθουσα των διαπραγματεύσεων όταν το Grexit βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής – είχε προηγηθεί και Γιάνης (ένα «ν») Βαρουφάκης, ο οποίος όμως εκινείτο σε παράλληλο σύμπαν) όταν η ενδεχόμενη απώλεια του ευρώ φάνηκε ότι σήμαινε και συνολική αμφισβήτηση της θέσης της Ελλάδας στην ΕΕ, ο τρόμος αυτός κάτι δείχνει!

Πλην όμως η εσώτερη ουσία της δήλωσης Σημίτη βρίσκεται στην τρίτη παράγραφο, εκείνην που αφορά την εξωτερική/Ευρωπαϊκή διάστασή της: «πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το ευρώ ήταν το πρώτο βήμα στο εγχείρημα της ενωμένης Ευρώπης». Η Ελληνική ένταξη στην Ευρωζώνη υπήρξε βασική πολιτική επιλογή, επιλογή για ένταξη σε ένα εγχείρημα προεχόντως πολιτικό – το οποίο όμως δεν (ΔΕΝ) ολοκληρώθηκε: χρειάστηκε να φθάσουμε στην κρίση του κορωνοϊού για να αναγνωρίσει η ίδια η ΕΕ και η Ευρωζώνη τις πολιτικές ανάγκες αλληλεγγύης που περιλάμβανε το άλμα του ευρώ. Και αν η Ευρωζώνη διασώθηκε το 2012-15 (με το ΜΗ Grexit απλό σύμπτωμα) με το «whatever it takes» Mάριο Ντράγκι/ΕΚΤ,  η συμφωνία για την αμοιβαιοποίηση χρέους του 2020-21 μετά την πολιτική Κριστίν Λαγκάρντ/ΕΚΤ, θα δούμε αν θα έχει συνέχεια ως δημοσιονομική αναδιαπραγμάτευση με πολιτική δέσμευση στο βάθος.

Πάντως «κάτι» σαν πολιτική ενοποίηση της ΕΕ δεν προχώρησε. Και η δικαίωση της υιοθέτησης του ευρώ από την ανέτοιμη Ελλάδα απεδείχθη όντως πολιτική στο περιεχόμενο: αυτό φάνηκε από την βίαιη προσαρμογή που αποδέχθηκε πολιτικός κόσμος και κοινή γνώμη/λαός/κοινωνία την τραγική οκταετία του 2010-18.

Οπότε η ζωή/η ιστορία συνεχίζεται έστω και χωρίς εορτασμούς.