Η ΕΕ θα αναιρέσει τον «αρραβώνα» της με την Τουρκία;

Δημοσιεύτηκε από economia 06/11/2017 0 Σχόλια ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ,

Οικονομική Επιθεώρηση, Νοέμβριος 2017, τ. 964

Παρέμβαση του Κώστα Σημίτη

 

 

Σε όλο το τελευταίο χρονικό διάστημα οι σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και με πολλές, σημαντικές ευρωπαϊκές χώρες βρέθηκαν συχνά επί ξυρού ακμής. Ας δούμε μερικά δείγματα αυτής της έντασης: την άνοιξη, η Άγκυρα κάλεσε σε μποϋκοτάζ των ολλανδικών προϊόντων σε συνέχεια της άρνησης της Χάγης να επιτρέψει μια τουρκική προεκλογική συγκέντρωση στο Ρόττερνταμ. Τον Ιούνιο η Άγκυρα κατηγόρησε την Ιταλία, το Βέλγιο, τη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Ρουμανία ότι φιλοξενούν στα εδάφη τους στελέχη και δραστηριότητες του κουρδικού κόμματος που μάχεται για την ανεξαρτησία του Κουρδιστάν (PKK). Την ίδια περίοδο, η Ρώμη στράφηκε κατά της Άγκυρας λόγω σύλληψης ενός Ιταλού δημοσιογράφου. Στη διάρκεια του καλοκαιριού τέλος, οι γερμανο-τουρκικές σχέσεις θερμάνθηκαν επικίνδυνα: η Άγκυρα κατηγόρησε το Βερολίνο ότι υποθάλπει στελέχη του PKK και του Γκιουλέν, ο Ερντογάν χαρακτήρισε τους Γερμανούς «ναζί» επειδή απαγόρευσαν τουρκικές προεκλογικές συγκεντρώσεις στα εδάφη τους και κάλεσε τους Γερμανούς ψηφοφόρους τουρκικής καταγωγής να μην ψηφίσουν το CDU, το SPD και τους Πράσινους. Το Βερολίνο κατήγγειλε με τη σειρά του την Τουρκία για τις συλλήψεις 12 Γερμανών δημοσιογράφων και εξέδωσε μια σκληρή ταξιδιωτική οδηγία, όπου προειδοποιούνται Γερμανοί πολίτες για την κατάσταση ασφαλείας στην Τουρκία.

 

 

Πέραν όλων τούτων ετέθη εκ νέου στην ατζέντα το θέμα των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας. Η Τουρκία προέβαλε επανειλημμένα δικαιώματα σε σχέση με το Αιγαίο. Επικαλέσθηκε επανειλημμένα τις πολιτισμικές της διαφορές με την Ένωση και υπερασπίστηκε την πολιτική καταπίεσης και δίωξης που ακολουθεί στο εσωτερικό της. Η απάντηση δόθηκε πρώτα από την Αυστρία, που αμφισβήτησε την ένταξη της Τουρκίας στην Ένωση και ακολούθησε η Γερμανία. Η γερμανική ηγεσία άνοιξε εκ νέου αφενός το θέμα προοπτικής της τουρκικής ένταξης στην ΕΕ, αλλά επίσης και το θέμα ανανέωσης της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ-Τουρκίας. Υποστήριξε αυτή τη θέση και στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής τονίζοντας όμως ότι θα πρέπει να συνεχισθεί η συνεργασία στο προσφυγικό θέμα και στον τομέα της άμυνας.

 

Τα τουρκικά ΜΜΕ εκτιμούν ότι οι γερμανικές απειλές θα αρθούν την επομένη των εκλογών. Οι Τούρκοι αναλυτές παραβλέπουν ωστόσο ότι: οι Γερμανοί πολιτικοί κατά κανόνα διατυπώνουν έναν συνεπή πολιτικό λόγο, που δεν χαρακτηρίζεται από παλινωδίες, και επίσης ότι η ατμόσφαιρα στην ΕΕ είναι ιδιαίτερα επικριτική για την κυβέρνηση Ερντογάν -βασικά, για τα καθεστωτικά χαρακτηριστικά που οικοδομεί.

 

Η αξίωση της ΕΕ επομένως προς την Τουρκία (να ανταποκριθεί στις ευρωπαϊκές αρχές, αξίες και τους κανόνες της δημοκρατίας) θα παραμείνει ισχυρή και για την ενίσχυσή της μπορεί να προβλεφθούν σοβαρές κυρώσεις.

 

Το συμπέρασμα όλων τούτων είναι ότι η σχέση ΕΕ-Τουρκίας έχει πληγεί ανεπανόρθωτα. Και η εξέλιξη αυτή είναι δυσμενής. Και οι δύο πλευρές έχουν ανάγκη η μία την άλλη και μια παραγωγική συνεργασία των δύο εταίρων θα είχε σημαντικά στρατηγικά οφέλη για αμφότερους, βελτιώνοντας ταυτόχρονα και το πλαίσιο ασφάλειας της ευρύτερης περιοχής.

 

Με άλλα λόγια, η στρατηγική σύμπλευσης της Τουρκίας με την ΕΕ ήταν σωστή και επιβεβλημένη - τόσο για λόγους ασφαλείας, όσο και για λόγους ανταγωνισμού στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Και για την Ελλάδα είναι αναγκαία η συνεργασία, για να αποκατασταθεί μια αποσαφηνισμένη σχέση και να περιορισθούν οι ελληνικές δαπάνες για τους εξοπλισμούς. Η στρατηγική της Ελλάδας στο Ελσίνκι (1999) αντιμετώπισε δύο κρίσιμα προβλήματα για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Το πρώτο ήταν η ένταξη της Κύπρου στην Ένωση. Η Ένωση έθετε ως προϋπόθεση τη λύση του Κυπριακού για την ένταξη. Πείστηκε βαθμιαία ότι η άποψη αυτή καθιστούσε την Κύπρο όμηρο των τουρκικών απαιτήσεων και θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί, όπως και εγκαταλείφθηκε, ώστε να εκλογικευτούν οι σχέσεις με την Τουρκία. Το δεύτερο κρίσιμο θέμα ήταν οι αόριστες και συνεχείς απαιτήσεις κατά της Ελλάδος σε σχέση με τα θαλάσσια σύνορα και την υφαλοκρηπίδα. Το Ελσίνκι έδωσε τη λύση, ότι τα υποψήφια κράτη, όπως η Τουρκία, «θα πρέπει να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για την επίλυση κάθε εκκρεμούς συνοριακής διαφοράς και συναφών θεμάτων. Αλλιώς, θα πρέπει να φέρουν τη διαφορά ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου». Η Τουρκία, για να επιτύχει την ένταξη, θα πρέπει να κατονομάσει επακριβώς τις απαιτήσεις της, ώστε να κριθούν από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και να επιλυθούν οι όποιες διαφορές. Αν είχε ακολουθηθεί αυτή η τακτική, είτε θα υπήρχε μια σαφής απάντηση στις απαιτήσεις της Τουρκίας και θα τερματιζόταν το σημερινό καθεστώς της ασάφειας, είτε θα διαπιστωνόταν ότι η Τουρκία δεν θέλει να συνεργασθεί και δεν μπορεί να ενταχθεί στην Ένωση. Η λύση αυτή εξόργισε τότε την Τουρκία, αλλά και αμφισβητήθηκε από τη Νέα Δημοκρατία. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας τον Δεκέμβριο του 2004 αντί να ζητήσει από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατά τη συζήτηση της ευρωπαϊκής πολιτικής για την Τουρκία την εφαρμογή των αποφάσεων του Ελσίνκι, συμφώνησε για την ένταξη της Τουρκίας και παραιτήθηκε των όρων του Ελσίνκι, δηλαδή αποδέχθηκε απερίσκεπτα ότι οι διαφορές μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας θα μπορούσαν να  επιλυθούν «καλή τη πίστει». Η εξέλιξη μέχρι σήμερα απέδειξε το εξωφρενικό λάθος αυτής της τακτικής.

 

Στην επανεκκίνησή της, η ευρωτουρκική πορεία τέθηκε σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο (με όρους, χρηματοδοτήσεις και χρονοδιαγράμματα) και ακολουθώντας την περιπετειώδη διαδρομή της εγχώριας τουρκικής πολιτικής – με δυσκολίες, αλλά προχώρησε. Ως το 2007, όπως σωστά υπενθύμισε πρόσφατα ο καθηγητής Π. Ιωακειμίδης σε αρθρογραφία του. Τότε, ο Νικολά Σαρκοζί κήρυξε τον ανένδοτο αγώνα κατά της ενταξιακής προοπτικής της Τουρκίας, ακουμπώντας πάνω στο κοινό ευρωπαϊκό αίσθημα που είχε ριζικά τροποποιηθεί, διότι πλέον κυριαρχούσε η «κόπωση της διεύρυνσης».

 

Από εκείνη τη στιγμή απελευθερώθηκαν οι δυνάμεις της αποξένωσης: στην επικράτεια της ΕΕ φούντωσαν οι αντιτουρκικές ρητορείες, στην Τουρκία εδραιώθηκε η καχυποψία για τις ευρωπαϊκές επιδιώξεις και βρήκαν απήχηση τα εθνικιστικά επιχειρήματα που υπερασπίζονταν την ισλαμική ταυτότητα της χώρας. Οι δύο πλευρές μπήκαν σε μια ρότα απόκλισης, με εξάρσεις και σταδιακές εκτροπές.

 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σήμερα σε μια περίοδο αναστοχασμού και επανακαθορισμού του ρόλου της και της προοπτικής της. Το θέμα της ευρωτουρκικής πορείας αναμφίβολα αποτελεί μια διάσταση της γενικότερης συζήτησης που θα αναπτυχθεί. Η ένταξη είναι ένα μεγάλο θέμα και σήμερα όχι το πρωτεύον. Δεν είναι δυνατή υπό τις σημερινές συνθήκες. Αλλά υπάρχουν πολλά άλλα πεδία για μια δημιουργική συνεργασία διαφορετική από τη σημερινή· όπως δείχνουν τα προβλήματα του προσφυγικού και της Μέσης Ανατολής, είναι επιβεβλημένη. Προϋποθέτει μια επίλυση των διαφορών και εκτεταμένη διαπραγμάτευση που δεν θα είναι αντικείμενο ρητορειών και διαξιφισμών που προκαλούν αντιπαραγωγική φθορά. Στο επίκεντρο της συζήτησης θα πρέπει να ξαναμπούν οι κύριοι στόχοι. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να δείξει επιμονή. Να απαντήσει αποτελεσματικά σε τουρκικούς αντιπερισπασμούς στο προσφυγικό. Να διαμορφώσει ένα ευρύτερο σχέδιο ώστε η τουρκική ηγεσία να κατανοήσει ότι η συζήτηση δεν αφορά τις τρέχουσες αντιδικίες, αλλά μια μελλοντική, χρήσιμη σε όλους, συνεργασία. Όταν ο στόχος είναι σαφής, όταν το κρίσιμο ερώτημα «πού πάμε» έχει μια σαφή απάντηση, όταν όλα τούτα κριθούν με τη σοβαρότητα που χαρακτηρίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε θα προκύψουν και οι ενδεδειγμένες πολιτικές συνεργασίας.

 

 

 

 

Εγγραφείτε τώρα για απεριόριστη πρόσβαση στην Οικονομική Επιθεώρηση

 

ή

 

Αγοράστε το τεύχος Νοεμβρίου 2017