«Να γελάς και να κλαις βράδυ και πρωί»

Δημοσιεύτηκε από economia 21/05/2019 0 Σχόλια άρθρα,

Οικονομική Επιθεώρηση, Mάιος 2019, τ. 982

Αισθημάτων Νομίσματα του Βασίλη Βασιλικού

 

 

 

Η λέξη που συνοδεύει συνήθως το πρώτο βιβλίο ενός συγγραφέα είναι «πρωτοεμφανιζόμενος/πρωτοεμφανιζόμενη» (παλιά το λέγαμε «πρωτόχνουδος», χωρίς το αντίστοιχο θηλυκό γένος, καθώς με το «χνούδι» εννοούσαμε το πρώτο τρίχωμα στα μάγουλα των εφήβων, που αργότερα θα μετεξελισσόταν σε σκληρή γενειάδα). Ωστόσο, από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, με την ανάπτυξη της φωτογραφίας και του κινηματογράφου, όπου η εμφάνιση μετρά περισσότερο από το περιεχόμενο, το «πρωτοεμφανιζόμενος/-η» καλύπτει μεν την «πρώτη φορά» που βγάζει κάποιος/κάποια ένα βιβλίο ή μια ποιητική συλλογή, αλλά δεν υποκρύπτει καμία αξιολόγηση.

 

Το Μη το γελάς του Βαγγέλη Γονιδάκη με έκανε να αναρωτηθώ τη δεύτερη φορά που το διάβασα τυπωμένο πλέον ως βιβλίο: «Για στάσου! Ωραία, είναι το πρώτο βιβλίο του που κυκλοφορεί. Μα τι έχει προηγηθεί για να γράψει κάποιος τέτοια ολοκληρωμένα, αριστουργηματικά διηγήματα;» Δεν τον ρώτησα ευθέως, αλλά από την κουβέντα που κάναμε κατάλαβα ότι ασχολείται με το γράψιμο από πολύ νέος. Και σεμνός όπως είναι, δίσταζε να βγει στη λογοτεχνική πιάτσα, αν κάποιος πιο έμπειρος δεν τον έσπρωχνε προς αυτό. Και ο κάποιος αυτός έτυχε να είμαι εγώ στο μάθημα της Δημιουργικής Γραφής που κάνω στην «Ανοιχτή Τέχνη» – και χάρηκα που οι εκδόσεις Ταξιδευτής, όπου το πρότεινα, αγκάλιασαν ακαριαία τα διηγήματά του και σε χρόνο ρεκόρ, ή χρόνο dt όπως το λένε σήμερα, το έριξαν στην αγορά σε μια πολύ φροντισμένη και ευανάγνωστη έκδοση.

 

Απ’ το σύντομο βιογραφικό στο αυτί του βιβλίου μαθαίνουμε ότι: «Ο Βαγγέλης Γονιδάκης κατάγεται από τη Δρυοπίδα της Κύθνου. Σπούδασε στην ΑΔΣΕΝ Πλοιάρχων της Κύμης και στη σχολή Ναυπηγών Μηχανολόγων Μηχανικών του Ε.Μ.Π. Εδώ και τρεις δεκαετίες ξεκίνησε να εργάζεται στη ναυτιλία και συνεχίζει μέχρι σήμερα. Ταξιδευτής της ζωής, έχει επισκεφτεί πάνω από εκατό χώρες σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Έγγαμος και πατέρας δύο παιδιών».

 

Τώρα, τι με έκανε να σταθώ στο βιβλίο αυτό και να το διαβάσω δύο φορές (χειρόγραφο και τυπωμένο); Αυτό που με κέρδισε από την πρώτη φορά και επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά με τη δεύτερη (όταν γνώριζα πια το θέμα του κάθε διηγήματος και δεν με απασχολούσε η πλοκή, το «στόρι» που λέμε, με τις ανατροπές του) ήταν εκείνο που για μένα μετρούσε πάντα (και όχι μόνο στην ποίηση): η γλώσσα, το ύφος, το «στιλ», η ίδια η γραφή με άλλα λόγια.

 

Στο βιβλίο του Γονιδάκη δεν υπάρχει ούτε μία λέξη περιττή. Η κάθε λέξη, ακόμα και οι ιδιωματικές, της ναυτοσύνης και της ντοπιολαλιάς (που ο αναγνώστης μαθαίνει τι σημαίνουν με το Γλωσσάρι στο τέλος του βιβλίου), σηματοδοτεί την εποχή, τον χρόνο και τον τόπο όπου ξετυλίγεται η αφήγηση. Μόνο ο Παπαδιαμάντης και ο Ελύτης αναφέρονται ονομαστικά από μία και μοναδική φορά, κι αυτό γιατί ο μεν πρώτος είναι νησιώτης των Βορείων Σποράδων και ο δεύτερος ο υμνωδός του κυκλαδίτικου Αιγαίου, όπου ανήκει και η νήσος Κύθνος.

 

Το Μη το γελάς απαρτίζεται από δύο ενότητες: στην πρώτη η ναυτοσύνη, η θάλασσα με τους κινδύνους που εγκυμονεί, και το βουνό με τους δικούς του κινδύνους, όταν σκεπάζεται από τρία μέτρα χιόνι (όπου σε αυτή την ενότητα με τα τέσσερα διηγήματα σε συνταράζει το «τραγικό αίσθημα της ζωής» κατά τον Ισπανό Μιγκέλ ντε Ουναμούνο) και στη δεύτερη, όπου τα όνειρα, οι προλήψεις, τα μάγια κυριαρχούν, ανάλαφρα και σαρκαστικά, θυμίζοντας αυτό που παλιά το λέγαμε «ηθογραφία».

 

Αλλά σήμερα, όπου οι «αγροτοπολίτες» του άστεως επιστρέφουν στο χωριό όπου γεννήθηκαν μόνο για τις καλοκαιρινές διακοπές τους, στα εξοχικά που έχτισαν εκεί ή στα πατρώα οικήματα που αναπαλαίωσαν, δεν μπορεί να υπάρξει ηθογραφική γραφή αντίστοιχη του παρελθόντος, καθώς τηλεόραση, αυτοκίνητο, κινητά και διαδίκτυο έχουν αλλάξει τη ζωή μας. Οπότε μόνο με τη μεσολάβηση του «χρόνου» αλλάζει και το σκηνικό: ηθογραφική πια μπορεί να είναι μόνο η μνήμη.

 

Και από τη μνήμη αυτή αντλεί ο ταλαντούχος συγγραφέας περιστατικά που τον σημάδεψαν (όπως τα άκουσε μικρός από τους παππούδες και τις γιαγιάδες του) και μας τα αφηγείται, περιπαιχτικά, σαν παραμυθίες.

 

Τα διηγήματα αυτής της δεύτερης ενότητας λειτουργούν ως αντίποδας στο «τραγικό αίσθημα της ζωής» του Ουναμούνο. Ανήκουν στο «κωμικό αίσθημα της ζωής», με την αριστοφανική έννοια του όρου κωμωδία. Οι δύο ενότητες, διαμετρικά αντίθετες μεταξύ τους, θυμίζουν τον στίχο του τραγουδιού «να γελάς και να κλαις βράδυ και πρωί». Γι’ αυτό και ο
τίτλος Μη το γελάς εμπεριέχει τελικά και τα δύο. Και το γέλιο και το δάκρυ.

 

Είμαι σίγουρος ότι αν υπήρχε δυνατότητα σύνδεσης του πλανήτη μας με τον Παράδεισο του Υπερπέραν, τα διηγήματα αυτά πολύ θα άρεσαν στον κυρ-Αλέξανδρο. Εκείνος απ’ τη Σκιάθο, ο επίγονος από την Κύθνο. Αμφότεροι νησιώτες. Ο ένας κοσμοκαλόγερος. Ο άλλος κοσμογυρισμένος. Με την ίδια νοσταλγία όμως του Παπαδιαμάντη για το γενέθλιο νησί του κι αυτός: την Κύθνο.