Εκρηκτικό μείγμα

Δημοσιεύτηκε από economia 30/07/2020 0 Σχόλια άρθρα,

Οικονομική Επιθεώρηση, Aύγουστος 2020, τ. 997
ΑΝΑΛΥΣΗ του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

 

 

 

 

 

 

 

 

Πολλά τα μέτωπα βαριές οι ισορροπίες σ’ ένα (γνήσια) θερμό καλοκαίρι

 

 

 

Πυκνότερη συμβολή ρευμάτων και απαιτήσεων πολιτικής δύσκολα θα φανταζόταν κανείς. Ζούμε μεσοκαλόκαιρα ένα πολύπλευρο πολιτικό θρίλερ –για την Ελλάδα, το πολιτικό της σύστημα, την κοινή γνώμη της– που οι συμπλεκόμενες πλευρές του επηρεάζονται. Και, όσο κι αν το μεγάλο ελληνικό καλοκαίρι υπόσχεται παραδοσιακά να λειτουργήσει εκτονωτικά, η διάσταση του επικίνδυνου είναι παρούσα.

Να πιάσουμε το νήμα από τα ελληνοτουρκικά και όσα εγκαθιστούν ως εκρηκτικότητα στο κέντρο των πραγμάτων – και τούτο παρά την αίσθηση ανακούφισης που προέκυψε με την απόφαση της πενθήμερης Κορυφής των «27» για τη στήριξη της μετα-Covid-19 εποχής. Απειλείται ανάφλεξη – με τις προαναγγελίες/απειλές Άγκυρας για έρευνες (για μη εκμεταλλεύσιμους, σήμερα, υδρογονάνθρακες) επί της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και εντός της (μη ανακηρυχθείσας) ελληνικής ΑΟΖ, με την NAVTEX για πλου του σεισμογραφικού Oruc Reis στην περιοχή νοτιοδυτικά του Καστελόριζου και με την κινητοποίηση πολλών μονάδων του τουρκικού στόλου· που έφερε, αναπόδραστα, αντίστοιχη ελληνική κινητοποίηση. Όμως προηγήθηκε κίνηση υψηλότατου συμβολισμού, με την απόφαση Ερντογάν για επαναφορά της Αγια-Σοφιάς –μνημείου παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, θρησκευτικού λίκνου της Ορθοδοξίας αλλά και με την αναπόδραστη αναγωγή σε μνήμες του Ελληνισμού– σε λειτουργία τζαμιού.

Ποιες οι επιδιώξεις εσωτερικής πολιτικής, ποιες οι γεωπολιτικές και άλλες προβολές της σημερινής Τουρκίας είναι ένα ολόκληρο πλέγμα ζητημάτων. Όμως θα σταθούμε σε μία επισήμανση: με νωπές τις εικόνες της Αγια-Σοφιάς να ενσωματώνεται έτσι στην τουρκική ταυτότητα, η όποια ελληνική κυβέρνηση καλείται να προσέλθει σε διάλογο με την Άγκυρα για οποιοδήποτε μείγμα ζητημάτων –με την οποιαδήποτε συμμαχική, ευρωπαϊκή κ.ο.κ. διαμεσολάβηση, στο τραπέζι διαπραγματεύσεων ή με προοπτική δικαιοδοτικού μηχανισμού στην άκρη της διαδρομής– βρίσκεται, απέναντι στην κοινή γνώμη της, σε εξαιρετικά ευαίσθητη κατάσταση. Η εσπευσμένη επίσκεψη στην Αθήνα του Γερμανού ΥΠΕΞ Χάικο Μάας, όπως συνέπεσε με την τελευταία (μέχρι τη στιγμή που σύρονται οι γραμμές αυτές) τουρκική κίνηση και με το άγχος συγκράτησης των εξελίξεων, έδειξε την κρισιμότητα των ημερών. Όπως και η επικοινωνία Μέρκελ-Ερντογάν στην κόψη του ξυραφιού. Οι προαναγγελίες επανόδου του Yavuz (πλωτού γεωτρύπανου) στην κυπριακή ΑΟΖ, με προοπτική Oruc Reis (σεισμογραφικού) στη δική μας περιοχή του Καστελόριζου, ή πάλι με το πέρασμα στολίσκου τουρκικών αλιευτικών στο ίχνος των διεκδικούμενων περιοχών από το τουρκολιβυκό MOU (οι γεωτρήσεις γίνονται επί υφαλοκρηπίδας, οι έρευνες ή η αναζήτηση αλιευτικών πόρων εντός ΑΟΖ), βαραίνουν πολιτικά κάθε πρόκληση προσέλευσης της Ελλάδας σε διάλογο εκτόνωσης.

Όλα αυτά περιπλέκονται αισθητά με τη χλιαρή αντίδραση των ποικίλων εταίρων, συμμάχων, συνομιλητών της Ελλάδας απέναντι στη συμπεριφορά της Τουρκίας. Η πρόδηλη εύνοια Τραμπ από πλευράς ΗΠΑ στις σχέσεις με Ερντογάν δεν «σβήνει» με τις τοποθετήσεις δυσαρέσκειας –και στοπ!…– Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Η μέχρι σαρκασμού στάση ελαφρότητας της Μόσχας («οι Ρώσοι τουρίστες δεν θα πληρώνουν εισιτήριο» στην Αγια-Σοφιά) ακυρώνει τις όποιες δηλώσεις του Πατριαρχείου Μόσχας. Κυρίως όμως, η τήρηση ισορροπιών από πλευράς των Ευρωπαίων «εταίρων», καθώς και η χρονοτριβή –από Συμβούλιο υπουργών Εξωτερικών Ιουλίου στην Κορυφή του Ιουλίου, ήδη στο Συμβούλιο υπουργών Αυγούστου-και-βλέπουμε– μαζί και με την πρόδηλη δυστοκία για συζήτηση (άσε την εφαρμογή…) κυρώσεων, δεν μπορεί παρά να προβληματίζει. Όσο κι αν, επισήμως, διαδηλώνεται ικανοποίηση.

Το γεγονός ότι οι ελληνικές θέσεις/διεκδικήσεις συμπαράστασης από τους Ευρωπαίους απέναντι σε μια Τουρκία που διαρκώς προωθεί τα διαπραγματευτικά της πιόνια, βρίσκοντας μεν αντίσταση (καταστροφή τουρκικής βάσης στην Λιβύη) αλλά χωρίς συνολικά να ανακόπτεται, συνέπεσαν με τη μεγάλη διαπραγμάτευση στην Κορυφή για το Ταμείο Ανάκαμψης/Next Generation EU δεν βοήθησε την ελληνική πλευρά: δύσκολα εμφανίζεσαι αιτών σε όλα τα ταμπλώ…

 

 

Η Ελλάδα μπροστά στις δυνατότητες του Ταμείου Ανάκαμψης

Θετικότερο, ασφαλώς, το σκηνικό που δημιουργήθηκε μετά την πενθήμερη Κορυφή που αποκρυστάλλωσε τις αποφάσεις των «27» για το Ταμείο Ανάκαμψης των 750 δισ. ευρώ (σε 3ετή διάρκεια: 390 δισ. ευρώ σε grants, 360 δισ. ευρώ σε δάνεια). Αυτά, επιπρόσθετα στο Πολυετές Χρηματοδοτικό Πλαίσιο/MFF, δηλαδή τον Προϋπολογισμό της ΕΕ για 2021-27, που συμφωνήθηκε στα 1.075 δισ. ευρώ. Περισσότερο από τα μεγέθη, εκείνο που βαραίνει είναι η συμφωνία που επετεύχθη, και μάλιστα η διάσταση αμοιβαιοποίησης του χρέους (έως τώρα ταμπού για πολλές χώρες της ΕΕ), την οποία περιλαμβάνει η χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης μέσω του από κοινού δανεισμού των «27» στις αγορές.

Αλλά και τα μεγέθη διατηρούν τη σημασία τους. Η αναλογία των πόρων που μπορεί να διεκδικήσει η Ελλάδα διαμορφώθηκε σε σχεδόν 19 δισ. ευρώ σε grants, 12,5 δισ. σε δάνεια, δηλαδή συνολικά λίγο κάτω από 32 δισ. (Εδώ, ας προστεθεί ότι ο δανεισμός από την πηγή αυτή θα είναι εξαιρετικά χαμηλότοκος.) Άμα κανείς συνδυάσει και τους πόρους του ΜFF/του Προϋπολογισμού, τότε φθάνει σε μια χρηματοδοτική-επενδυτική δυνατότητα της τάξεως των 70 δισ. στην 7ετία, εμπροσθοβαρώς δε. Αν επιπλέον κανείς συνυπολογίσει τη δυνατότητα μόχλευσης που δίνεται, μ’ αυτή τη βάση, καταλήγει στην περιοχή (σε επίπεδο δυνατοτήτων πάντα) των 100 δισ. ευρώ: αυτό δεν ήταν το θετικό επενδυτικό όνειρο που εδώ και χρόνια συζητούσαμε προκειμένου να αντιστραφεί η αποεπένδυση/επενδυτική απερήμωση των χρόνων των Μνημονίων;

Μένει η ανταπόκριση της Ελλάδας του 2020-27 στις απαιτήσεις σωστότερης αξιοποίησης των πόρων αυτών, όπως καθίστανται διαθέσιμοι – ανταπόκριση καλύτερη απ’ ό,τι στα προηγούμενα, διαδοχικά ΕΣΠΑ. Το διακήρυξε ήδη ο Κυριάκος Μητσοτάκης την ίδια μέρα λήξης των εργασιών της Κορυφής των «27». Υποθέτει κανείς ότι ο σχετικός ανασχηματισμός θα το εξυπηρετήσει, αυτό.

 

 

…και μπροστά στις προκλήσεις των εξοπλιστικών νέας γενεάς

Ας καταγράψουμε, κλείνοντας, και τη (δυσάρεστη) συζήτηση γύρω από τις αποφάσεις για αμυντική αναβάθμιση μιας Ελλάδας που, λόγω Μνημονίων αλλά και αστοχιών προηγούμενων εξοπλιστικών, αποδεικνύεται ότι τη χρειάζεται –την αναβάθμιση– επειγόντως.

«Ανέβηκε» η συζήτηση για προμήθεια δύο προωθημένων γαλλικών φρεγατών Belh@rra (με ψηφιακή λειτουργία, αντίστοιχα προωθημένα οπλικά συστήματα ScalpNaval και έγκαιρη ειδοποίηση/αεράμυνα)· συζήτηση που διασυνδέθηκε, ως φαίνεται, με πρόταση για σύναψη συμφωνίας –δυσπροσδιόριστης ως προς τους όρους– αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής Γαλλίας/Ελλάδας. Με δεδομένη την ιδιαίτερη γαλλική δραστηριοποίηση στην Ανατολική Μεσόγειο και τη (συγκριτικά) σθεναρή στάση των Παρισίων έναντι της Άγκυρας, η συζήτηση αυτή έδειχνε να έχει νόημα. Ωσότου… ευθαρσώς εξήγησε ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας ότι το διάγραμμα πληρωμών ενός προγράμματος κόστους 2,4-3 δισ. ευρώ «δεν βγαίνει» – όταν μάλιστα επίκειται η οριζόντια επέκταση της απόδοσης αναδρομικών σε 2,5 εκατομμύρια συνταξιούχους, σε ύψος έως 3,9 δισ. ευρώ.

Ακολούθησε άνοιγμα της συζήτησης στην κατεύθυνση εκσυγχρονισμού παλαιότερων μονάδων του Ναυτικού: οι 4 φρεγάτες ΜΕΚΟ επιδέχονται αναβάθμιση, οι 9 γηράσκουσες Kortenaer όχι· προστέθηκαν αναφορές σε δυνατότητα αμερικανικής επανεμφάνισης (ενδεχομένως μέσα και από τα Ναυπηγεία Σύρου/Ελευσίνας της ΟΝΕΧ)· περάσαμε και σε αναφορές περί χτισίματος συνεργαζόμενων σμηνών drones – οπότε η συζήτηση ξέφυγε.

Κατά τη δυσάρεστα επίκαιρη έκφραση, «ένα θερμό καλοκαίρι βρίσκεται μπροστά μας».

Αφήστε ένα σχόλιο