Ζώντας την πραγματικότητα του Δικαίου της Ανάγκης

Δημοσιεύτηκε από Antonis D. Papagiannidis 16/05/2018 0 Σχόλια Economia Blog,

Τα φαινόμενα έδειχναν ότι πρόκειται για μια συνάντηση νομική, με τεχνικό περιεχόμενο και αντίστοιχη σκηνοθεσία και συμμετοχή: στο Cotsen Hall της Γενναδείου, με παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας, και με αφορμή την πρωτότυπη ιδέα επανέκδοσης ενός βιβλίου στα όρια του συνταγματικού δικαίου, της πολιτικής επιστήμης και της κοινωνιολογίας μισόν αιώνα μετά την αρχική του κυκλοφορία, η αφρόκρεμα του Δημοσίου Δικαίου και διμοιρίας ανώτατων δικαστικών να παρακολουθούν την συζήτηση για το Δίκαιο της Ανάγκης. Επρόκειτο για μια δουλειά του Α.-Ι.Δ. Μεταξά, που μελέτησε το φαινόμενο του δικαίου εκείνου το οποίο διαμορφώνεται όταν η πραγματική κατάσταση σε μια χώρα «ξεφεύγει» στα τέλη της δεκαετίας του ΄60: επικαιροποιήθηκε η δουλειά εκείνη – που, τεχνικά, είχε μελετήσει τις διαφορές στην στάση Αρείου Πάγου και ΣτΕ σ’ αυτό το θέμα, κινητοποιώντας μέχρι και κοινωνιολογικά επιχειρήματα για την σύνθεση των δυο σωμάτων, οι οποίες διαφορές παραμένουν μέχρι και σήμερα… - με την πικρή πείρα των χρόνων της οικονομικής κρίσης, που ουσιαστικά τα ζήσαμε «εγκαθιστάμενοι» στον χώρο της έκτακτης ανάγκης. Τον Μεταξά πλαισίωναν σ’ αυτήν την επανέκδοση συμβολές του Κώστα Μενουδάκου, νυν Προέδρου της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και επιτίμου Προέδρου του ΣτΕ και των καθηγητών Σπ. Βλαχόπουλου και Μπ. Ανθόπουλου, ενώ στο πάνελ της συζήτησης προσήλθε βαρύ πυροβολικό: Βαγγέλης Βενιζέλος, Τάκης Πικραμμένος, Βασίλης Σκουρής.

 

Όμως, όπως ήδη οι φιγούρες των συμμετεχόντων άφηναν να φανεί, η νομική διάσταση – της θεματολογίας, όσο και της σύνθεσης του κοινού που παρακολουθούσε – δεν ήταν παρά το εξωτερικό ένδυμα μιας συζήτησης βαθύτατα πολιτικής. Και ήταν ευτύχημα που ο ευθύς λόγος του Τάκη Πικραμμένου (ο οποίος άλλωστε προήδρευσε στις περισσότερες αποφάσεις του ΣτΕ για τις μνημονιακές ρυθμίσεις: περικοπές μισθών, συντάξεις, συλλογικές συμβάσεις) έφθασε στην ακραία πρόταση, να γίνουμε κάποτε και συνταγματικά ειλικρινείς, προνοούντες ότι σε τέτοιες έκτακτες καταστάσεις η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία θα φέρουν μόνες την ευθύνη των μέτρων που άγονται να αποφασίσουν. Και τούτο επειδή στην πράξη η Δικαιοσύνη ούτε να σταθμίσει καταστάσεις έχει την δυνατότητα,  ούτε όμως και οι αποφάσεις της γίνονται σεβαστές (με επίκληση, πάλι, της ανάγκης, της δημοσιονομικής αδυναμίας κοκ).

 

Ενώ ο Βαγγέλης Βενιζέλος, ηδυσμένω λόγω αλλά με σαφή την διάσταση της πολιτικής αποφασιστικότητας, αρνήθηκε όχι απλώς αυτήν την τοποθέτηση αλλά και κάθε ιδέα μείωσης της ευθύνης των δικαστικών («που πρέπει να συμβάλουν, συμμεριζόμενοι την ευθύνη στις συνθήκες κρίσης») μέσα από μια προσέγγιση που θεωρεί ότι όσα πλέχθηκαν στην τελευταία αυτή συνάντηση της Ελλάδας με το Δίκαιο της Ανάγκης, την μνημονιακή, κινήθηκαν μέσα στα συνταγματικά πλαίσια κι ας ήταν η πραγματική κατάσταση εντελώς εξαιρετική. «Ο δικαστής γίνεται παράμετρος της πραγματικής κατάστασης», συμβάλλοντας στην κατά Kelsen «σε γενικές γραμμές διατήρησης της ισχύος της έννομης τάξης».

 

Αδικούμε, αν σταματήσουμε εδώ, τις πολύ ενδιαφέρουσες άλλες συνεισφορές στην συζήτηση. Ιδίως τον προσεκτικό παραλληλισμό του Κ. Μενουδάκου των μέτρων έκτακτης ανάγκης (λόγω τρομοκρατίας) στην Γαλλία, τα οποία όταν έληξε η περίοδος κήρυξης του καθεστώτος εξαίρεσης… μεταφέρθηκαν σε περιοριστική των θεμελιωδών δικαιωμάτων κοινή νομοθεσία, με την τωρινή δική μας κατάσταση στην Ελλάδα, όπου οι περιορισμοί κοινωνικών δικαιωμάτων «μετά τα Μνημόνια» υπόσχονται/απειλούν να ριζώσουν στην κοινή νομοθεσία.

 

Θα άξιζε η συζήτηση της χθεσινής βραδιάς να εκδοθεί χωριστά, σαν καταστάλαγμα του άγχους να θεωρηθεί ότι οι προηγούμενες φάσεις διαχείρισης καταστάσεων ανάγκης στην σύγχρονη Ελληνική εμπειρία – ο Μεσοπόλεμος με την ανοχή των έκρυθμων καταστάσεων και των πραξικοπημάτων, η μεταπολεμική περίοδος και η λειτουργία με Παρασύνταγμα (που, νομικά κάπως αμέριμνα, επεκτάθηκε και στα χρόνια της Δικτατορίας), διαφέρουν αποφασιστικά από την τωρινή διαχείριση κατάστασης ανάγκης. Κι ας είχαμε την εγκατάλειψη κάθε διαδικαστικής εγγύησης στην νομοθέτηση (ΠΝΠ κατ’ εξακολούθησιν, τα πλείστα άλλα στην Βουλή με το κατεπείγον, χιλιάδες νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις και – το κυριότερο – «νομοθέτηση» με απλή μετάφραση και άτεχνη ενσωμάτωση ρυθμίσεων), κυρίως δε εγκατάλειψη κάθε ελπίδας συνοχής με την προϋφιστάμενη έννομη τάξη. Αλλά, εκεί που τα νομικά συγκρούονται τόσο άμεσα με την πολιτική, μόνη ελπίδα είναι η κοινωνική ενσωμάτωση του αποτελέσματος. Κάποτε!

 

Αφήστε ένα σχόλιο