Στο ναρκοπέδιο, και πάλι, των Γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων (Β)

Δημοσιεύτηκε από Antonis D. Papagiannidis 10/10/2018 0 Σχόλια Economia Blog,

Προσπαθήσαμε χθες να ξεκινήσουμε μιαν επιστροφή στις αρχές της υπόθεσης των πολεμικών επανορθώσεων για την Ελλάδα.  Προβλέπουμε πράγματι ότι θα ξεκινήσουν ΕλληνοΕλληνικές αψιμαχίες και πλειοδοσία, που κινδυνεύει να υποσκάψει την όποια νέα φάση διεκδίκησης. Γι’ αυτό, ας έχουμε μερικά υπόψη – ιδίως από τα παλιότερα.

 

Όταν υπήρξαν οι πρώτες κινήσεις για καθορισμό των επανορθώσεων – Συνέδριο Επανορθώσεων τον Δεκέμβριο του 1945 και Συμφωνία Ιανουαρίου 1946, αναφέρθηκαν διάφορα κονδύλια: ο Άγγελος Αγγελόπουλος (ο οποίος εν συνεχεία, και μέχρι την δεκαετία του ΄70, τακτικά επανερχόταν σ’ αυτό το ζήτημα) είχε δώσει ένα μίνιμουμ υπολογισμού 3,7 δις δολαρίων της εποχής. η επίσημη Ελληνική απαίτηση ήταν 14,6 δις δολάρια του 1938 (με 2,7 δις να αποτελούν δαπάνες κατοχής και 1,8 δις επιβάρυνση του προϋπολογισμού – κονδύλια που μπορούν εν μέρει να συσχετισθούν με το κατοχικό δάνειο) που εν συνεχεία περιορίστηκαν σε 7,2 δις δολάρια.

 

Από την εις είδος αποζημίωση της εποχής, η Ελλάδα έλαβε μια υψικάμινο που δεν κατόρθωσε να αποτελέσει βάση ανάπτυξης βιομηχανίας, δυο μηχανουργεία και μια μονάδα ηλεκτροπαραγωγής, καθώς και 38 πλοία (από τα οποία αξιόπλοα προέκυψαν μόλις τα μισά).

 

Στο Συνέδριο Ειρήνης – Ιούλιος/Οκτώβριος του 1946 – η Ελλάδα επανέρχεται και ζητά από τις τρεις κατοχικές δυνάμεις 15,7 δις δολάρια σε τιμές 1938 – αναλύοντας ότι το 60% αφορούσε την Γερμανία (8,7 δις), 33,6% Ιταλία (6,1 δις) και τα υπόλοιπα Βουλγαρία. Από τα ποσά αυτά, η διάσταση Γερμανίας έμεινε παγωμένη, ενώ από Ιταλία επιδικάσθηκαν μόλις 105 εκατ. δολάρια και Βουλγαρία 45 εκατ.

 

Έναντι της Γερμανίας, παρά τις διαδοχικές συσκέψεις, απαίτηση δεν κατορθώθηκε να αποκρυσταλλωθεί – βλέπετε ο Ψυχρός Πόλεμος είναι στον ορίζοντα και η διαδοχή του Ράιχ από την Δυτική Γερμανία είναι μόνον μερική. Μεταξύ Δυτ. Γερμανίας αφενός και ΗΠΑ, Μεγ. Βρετανίας και Γαλλίας αφετέρου συμφωνείται ότι επανορθώσεις θα καθοριστούν με την οριστική συνθήκη ειρήνης. Το 1953, με την Συμφωνία του Λονδίνου οριστικοποιείται αυτή η ρύθμιση. Η Ελλάδα επιμένει να ξεχωριστεί το Κατοχικό Δάνειο, το οποίο όμως τελικά δεν διεκδικεί καίτοι ο διαχωρισμός γίνεται δεκτός.

 

Από τότε, διαδοχικοί Έλληνες πρωθυπουργοί ανακινούν το ζήτημα απέναντι στην Γερμανία – αλλά ποτέ δεν προχωρεί ρύθμιση, έστω για το Κατοχικό Δάνειο. Όταν το 1964 ο Άγγελος Αγγελόπουλος λαμβάνει την εντολή να διερευνήσει το θέμα, επιστρέφει με διαβεβαίωση των Γερμανών αρμοδίων του υπουργείου Οικονομικών ότι νωρίτερα (σε συνομιλία Αντενάουερ – Καραμανλή), ο Έλλην συνομιλητής είχε προφορικώς «παραιτηθεί» από την αξίωση αυτή, και τούτο προκειμένου να προχωρήσει η εκταμίευση πίστωσης 200 εκατομμυρίων μάρκων της εποχής προς την Ελλάδα.

 

Τον επόμενο χρόνο, σε συζήτηση με το Γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών, αναφέρεται ότι και ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε παραιτηθεί – πάλιν προφορικώς – της διεκδίκησης του Κατοχικού Δανείου, αυτός έναντι του Καγκελαρίου Έρχαρντ. Μέχρι την παραμονή της Χούντας, ο Άγγελος Αγγελόπουλος επανέρχεται στην προσπάθεια, επί Κυβερνήσεως και με πρωτοβουλία Ξενοφώντα Ζολώτα, αλλά σταθερά η Συμφωνία του Λονδίνου του 1953 του αντιτάσσεται. Το ίδιο άλλωστε θα συμβεί και όταν, μετά την πτώση της Δικτατορίας, το 1974 ανατίθεται στον Αγγελόπουλο η ίδια διερεύνηση, με ταυτόσημα αρνητικά αποτελέσματα.

 

Αυτές οι φάσεις υπήρξαν καθοριστικές για το «θάψιμο» της Ελληνικής απαίτησης. Διότι όταν το θέμα αυτό ανακινείται, η Γερμανία μόλις που ξεκινά την ανόρθωσή της στην συνέχεια όμως, το «Γερμανικό θαύμα» είναι πραγματικότητα. Το δε πάγωμα της συζήτησης περί επανορθώσεων ή και Κατοχικού Δανείου, παρομοίως.

 

Όταν λοιπόν το 1990 υπήρξαν οι βασικές διαπραγματεύσεις (4+2) για την επανένωση των Γερμανιών με μείζονα ενθουσιασμό από την Δυτική πλευρά (παρά τους δισταγμούς της Γαλλίας) και de facto παραίτηση από την Ανατολική, η μη-αναφορά του όρου «Συνθήκη Ειρήνης» στην συμφωνία κατ’ αίτημα του Καγκελαρίου Κολ, άφησε στην κατάψυξη τα όποια αιτήματα της Ελλάδας. Η αλήθεια είναι  ότι το 1991, ως υπουργός Εξωτερικών τότε, ο Αντώνης Σαμαράς είχε θέσει ζήτημα επανορθώσεων στον Γερμανό ομόλογό του – προφορικά.

 

Όπως ήδη το 2015 το είχε επισημάνει το Spiegel- που και τώρα ανακίνησε το θέμα, με βάση διαρροές από την Βουλή των Ελλήνων – τότε η Ελλάδα έχασε βασική νομική ευκαιρία. Ήδη το 2001, επί Κώστα Σημίτη, όταν είχε συνταχθεί από ευρεία Επιτροπή υπόμνημα επί του θέματος (το οποίο παραδόθηκε στον Καγκελάριο Σρέντερ), ο Γιώργος Παπαδημητρίου περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο η Γερμανική πλευρά «έκοβε κάθε συζήτηση»…

 

Αφήστε ένα σχόλιο