Αυξανόμενοι φόβοι για την οικονομία

Δημοσιεύτηκε από economia 18/03/2019 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Mάρτιος 2019, τ. 980
ΙΤΑΛΙΑ από τον Τhe Economist

 

 

Η πρόσφατη υποχώρηση αντικατοπτρίζει προβλήματα και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό

 

Η Ιταλία δεν μπορεί να καυχηθεί για λαμπερές οικονομικές επιδόσεις. Η αύξηση του ΑΕΠ της υστερεί έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης, και τούτο ισχύει για κάθε χρονιά από το 1999 και μετά. Παρά μια σχετικά καλή εικόνα το 2016-2017, η ιταλική οικονομία δεν κατάφερε ακόμη να επανέλθει στο επίπεδο προϊόντος που έχασε πριν από μία δεκαετία, όταν χτύπησε η παγκόσμια κρίση και όταν αργότερα έζησε τραπεζικό πανικό.

 

Τώρα, ακόμη και η μέτρια εκείνη ανάκαμψη δείχνει να αντιστρέφεται. Στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα στις 31 Ιανουαρίου δείχνουν ότι το δεύτερο 6μηνο του 2018 η Ιταλία περιέπεσε και πάλι σε ύφεση. Η οικονομία υποχώρησε κατά 0,2% το τελευταίο 3μηνο του 2018, για δεύτερη συνεχόμενη φορά (βλ. Διάγραμμα). Οι αιτίες αυτής της εξέλιξης είναι τόσο εσωτερικές όσο και εξωτερικές. Πιθανόν είναι να συνεχίσουν να πιέζουν και φέτος την οικονομία, οδηγώντας σε επιδείνωση μιαν ήδη επικίνδυνη δημοσιονομική κατάσταση.

 

Η Ευρωζώνη συνολικά –και ιδίως η Γερμανία– έχει χάσει τη δυναμική της καθώς το διεθνές εμπόριο υποχωρεί. Η Ιταλία δεν ξέφυγε απ’ αυτή την εξέλιξη. Το 2017 οι εξαγωγές της είχαν αυξηθεί κατά σχεδόν 6%, όμως κατά τη Loredana Federico της τράπεζας UniCredit πέρσι αυξήθηκαν μόλις κατά 1%. Η Giada Giani της Citigroup εξηγεί ότι η μοίρα της ιταλικής οικονομίας είναι συνδεδεμένη με εκείνη της γερμανικής, εν μέρει λόγω των κοινών αλυσίδων αξίας στις οποίες συμμετέχει. Η υποχώρηση της βιομηχανικής παραγωγής στη Γερμανία είναι πιθανόν να διαδοθεί και προς τον Νότο. (Το ΑΕΠ της Γερμανίας σημείωσε μεγαλύτερη υποχώρηση κι από το ιταλικό στο τρίτο 3μηνο του 2018, αν και ένα μέρος της πτώσης αυτής ανάγεται σε πρόσκαιρη ανάσχεση της παραγωγής αυτοκινήτων λόγω των νέων προδιαγραφών καυσαερίων.)

Όμως, η ύφεση της Ιταλίας έχει εν μέρεικαι εγχώρια προέλευση. Τον Σεπτέμβριο του 2018, η λαϊκίστικη κυβέρνησή της παρουσίασε σχέδιο προϋπολογισμού του 2019 που αποτελούσε πρόκληση για τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ. Καθώς η αντιπαράθεση με τις Βρυξέλλες εντεινόταν, το κόστος δανεισμού του ιταλικού Δημοσίου σημείωσε απότομη άνοδο. Οι εντάσεις τελικά εκτονώθηκαν τον Δεκέμβριο, αφού η κυβέρνηση δέχθηκε να στοχεύσει ένα μικρότερο έλλειμμα, εν μέρει διά της αναβολής σχεδίων για ανάπτυξη και των δημοσίων δαπανών. Τα spreads μεταξύ των αποδόσεων των ιταλικών ομολόγων και των ασφαλέστερων γερμανικών περιορίστηκαν σε σχέση με τα υψηλά της περασμένης χρονιάς, αλλά δεν παύουν να είναι υψηλότερα απ’ ό,τι πριν από έναν χρόνο.

 

Η αστάθεια αυτή είχε οικονομικό κόστος. Έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με αντικείμενο τις τράπεζες δείχνει ότι οι ιταλικές τράπεζες έγιναν στη διάρκεια του τέταρτου 3μήνου του 2018 πιο επιφυλακτικές σχετικά με το σε ποιους δανείζουν, και τούτο τη στιγμή που χαλάρωναν οι πιστωτικοί όροι σε άλλες μεγάλες χώρες της Ευρώπης. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση του κόστους δανεισμού. Η Τράπεζα της Ιταλίας (η κεντρική τράπεζα της χώρας) θεωρεί ότι η αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων θα οδηγήσει σε αύξηση του κόστους δανεισμού των ιταλικών εταιρειών κατά μία ποσοστιαία μονάδα μέσα στα ερχόμενα τρία χρόνια. Οι Olivier Blanchard και Jeromin Zettelmeyer του think-tank Peterson Institute for International Economics κάνουν την εκτίμηση ότι αυτές οι επιπτώσεις μέσω της χρηματοπιστωτικής αγοράς θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν τελικά την ένεση που επιχειρήθηκε με τα μέτρα δημοσιονομικής χαλάρωσης της κυβέρνησης.

 

Αυτές οι εγχώριες και εξωτερικές δυνάμεις καταλήγουν σε παρόμοιες οικονομικές συνέπειες, σύμφωνα με τον Nicola Nobile της συμβουλευτικής Oxford Economics. Πλήττουν την εμπιστοσύνη σε επίπεδο επιχειρήσεων και νοικοκυριών, με αποτέλεσμα να αναβάλλονται οι δαπάνες τους. Οι μετρήσεις εμπιστοσύνης δείχνουν κάμψη. Η Τράπεζα της Ιταλίας σημειώνει ότι το ποσοστό των επιχειρήσεων που προβλέπουν αύξηση των επενδύσεών τους το 2019 καταγράφει πτώση. Οι οικονομολόγοι κατέβασαν ήδη τις προβλέψεις τους για την πορεία του ΑΕΠ το 2019. Το ΔΝΤ αναμένει ρυθμό ανάπτυξης 0,6% το 2019, έναντι πρόβλεψης για 1% που είχε κάνει τον Οκτώβριο. Οι N. Nobile και G. Giani έχουν κάνει πιο δυσοίωνη πρόβλεψη: 0,2-0,3%.

 

Οι παρατηρητές των κινήσεων της ΕΚΤ πιστεύουν ότι η Τράπεζα μπορεί να παρατείνει τις πράξεις μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησής της. Η συνέχιση αυτή ενός προγράμματος που παρέχει φθηνή ρευστότητα στις τράπεζες με αντάλλαγμα την εκ μέρους τους χορήγηση δανείων σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά θα μπορούσε να συμβάλει σε βελτίωση των πιστωτικών συνθηκών στην Ιταλία. Πέραν τούτου όμως, οι υφιστάμενες επιλογές πολιτικής είναι περιορισμένες. Η ΕΚΤ θα προβεί στην κίνησή της αυτή μόνον άμα υπάρξουν ενδείξεις ευρύτερης επιβράδυνσης, αντί για φαινόμενο που να αφορά μόνο την Ιταλία. Ούτως ή άλλως δε, η όποια τέτοια χαλάρωση μπορεί να είναι πολύ περιορισμένη ώστε να αντισταθμίζει τη βαθύτερη ιταλική ύφεση.

 

Η ιταλική κυβέρνηση βρίσκεται πλέον εγκλωβισμένη. Η αδυναμία της οικονομίας επιδεινώνει τη δημοσιονομική ισορροπία. Το δημόσιο χρέος –που είναι ήδη σε επίπεδο 132% του ΑΕΠ– θα μπορούσε να αυξηθεί κι άλλο. Το έλλειμμα του προϋπολογισμού είναι πιθανό να ξεπεράσει τον επίσημο στόχο του 2% του ΑΕΠ. Αυτή η χειρότερη δημοσιονομική κατάσταση, με τη σειρά της, θα μπορούσε να περιορίσει τα περιθώρια τόνωσης της οικονομίας από την κυβέρνηση. Αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφασίσει ότι η Ιταλία παραβαίνει τους δημοσιονομικούς κανόνες, τότε κάθε πρόσθετη δαπάνη θα δημιουργήσει νέο κύκλο αναστάτωσης. Και το επεισόδιο της περσινής χρονιάς έχει δείξει ότι τα μεγάλα σχέδια αύξησης των δαπανών μπορεί να λειτουργήσουν αυτοτραυματιστικά, αν διαταραχθούν οι χρηματοπιστωτικές αγορές.

 

Η ιταλική κυβέρνηση θα χρειαστεί να πείσει και τις Βρυξέλλες και τους επενδυτές ότι πρόσθετες δαπάνες θα βοηθήσουν στην ανάπτυξη της οικονομίας. Μέχρι τότε, η ιταλική οικονομία θα σέρνεται.

 

 

 

© The Economist. Μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε από τις Εκδόσεις Κέρκυρα Α.Ε., έπειτα από ειδική άδεια. Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο βρίσκεται στο www.economist.com

Αφήστε ένα σχόλιο