Ο Αντρέας, η Μυρσίνη και εγώ

Δημοσιεύτηκε από economia 21/03/2019 0 Σχόλια Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Mάρτιος 2019, τ. 980
Αισθημάτων Νομίσματα του Βασίλη Βασιλικού

 

 

 

 

 

 

 

Τον γνώρισα για πρώτη φορά το 1964 στο ρετιρέ του Κίμωνα Φράιερ, οδός Καλλιδρομίου, όπου ανοίγοντας την πόρτα του ασανσέρ, πριν μπει στο σπίτι, έπεσε το φως σε όλη την πολυκατοικία. Μάλλον κάποιος ένοικος, θέλοντας να τον εγκλωβίσει, είχε κατεβάσει τον γενικό διακόπτη. Αυτό ήταν το κλίμα που επικρατούσε τότε στη χώρα μας για τον γιο του Γεωργίου Παπανδρέου, μόλις ο Αντρέας εξελέγη βουλευτής στις δεύτερες εκλογές, όπου η Ένωση Κέντρου, πανηγυρικά τούτη τη φορά, εξελέγη πρώτο κόμμα. Για να φτάσει λίγο μετά, κατηγορούμενος ως υποκινητής της «υπόθεσης Ασπίδα». Μίσος σκέτο από το «κατεστημένο», μια έκφραση που ο ίδιος εισήγαγε στην πολιτική ορολογία της εποχής (από το αγγλοσαξονικό «establishment»), το οποίο τον εχθρευόταν λυσσαλέα.

Και όταν το 1981, την Τετάρτη 14 Οκτωβρίου, ερχόμενος από τη Νέα Υόρκη, από το αεροδρόμιο πήγα κατ’ ευθείαν στο Καστρί, όπου με είχε καλέσει για το μεσημέρι και όπου με κράτησε τέσσερις ολόκληρες ώρες μιλώντας για τα πάντα (αληθινά γοητευτικός συνομιλητής), διαπίστωσα ότι δεν γνώριζε τίποτα για ό,τι φημολογούνταν εις βάρος του. (Ότι αν έχεις δυο σπίτια θα σου πάρει το ένα, τα κότερα θα περάσουν στο Λιμενικό, τα τσιφλίκια στο κράτος μαζί με τα «ζωντανά» τους κ.τ.λ. κ.τ.λ.) Έτσι, το άλλο πρωί, την Πέμπτη 15 Οκτωβρίου, πήρα ένα ταξί και του άφησα στο Καστρί μια χειρόγραφη σελίδα με αυτά τα fake news (όπως τα λέμε σήμερα) που έπρεπε στην ομιλία του στην Πλατεία Συντάγματος οπωσδήποτε να διαψεύσει. Κι είδα την επομένη, στο ΒΗΜΑ, στα πρωτοσέλιδα κάτω απ’ την «Ενθουσιώδη Κοσμοσυρροή», στον υπότιτλο να αναφέρονται μερικά από τα θέματα που του είχα γράψει. «Μα καλά, δεν του είπαν τίποτα οι σύμβουλοί του;» αναρωτήθηκα. «Έπρεπε να βρεθώ ο άσχετος εγώ…»

Κι έμεινα με την απορία.

 

***

 

Φλεβάρη του 2019 κυκλοφόρησε το εξαιρετικό δοκίμιο της κυρίας υπουργού Μυρσίνης Ζορμπά Ανδρέας Παπανδρέου: Πολιτισμικό πορτρέτο  (εκδ. Πεδίο), με αφορμή τα εκατοντάχρονα από τη γέννηση του Ανδρέα Παπανδρέου, όπου επιχειρεί –και πετυχαίνει– με τη γαλλική μέθοδο της αποδόμησης (Λακάν, Ντεριντά, Φουκώ και άλλων) τη δόμηση της προσωπικότητας του Ανδρέα, διαφορετικής κάθε φορά, στις πέντε περιόδους της συναρπαστικής ζωής του. Πρώτη περίοδος η εφηβεία του στην Ελλάδα ως μαθητής και φοιτητής. Δεύτερη η εικοσαετής πανεπιστημιακή του καριέρα στις ΗΠΑ, όπου με τον οικονομολόγο Μοντιλιάνι, πρωτεξάδελφο του διάσημου ζωγράφου, δημοσιεύουν τον περίφημο Νόμο για τη Μακροοικονομία . Τρίτη όταν ξεκινάει στην Ελλάδα το έργο της συγκρότησης του Κέντρου Οικονομικών Ερευνών. Τέταρτη όταν εκλέγεται βουλευτής, κι η ενασχόληση του με την πολιτική από κει και πέρα καλύπτει και την επταετία της χούντας, όπου ως εξόριστος δημιουργεί το ΠΑΚ. Τέλος, η πέμπτη περίοδος και μακροβιότερη, αυτήν που κυρίως γνώρισε ο ελληνικός λαός, καθώς δομεί τη νέα του ταυτότητα από τις 3 του Σεπτέμβρη 1974 με την ιδρυτική διακήρυξη του θυγατρικού του ΠΑΚ, Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος, ηγέτης του για 22 χρόνια μέχρι την εκδημία του το 1996.

Αυτή την πορεία των διαδοχικών μεταμορφώσεων παρακολουθεί με το μικροσκόπιο η Μυρσίνη Ζορμπά και μας συναρπάζει με τη σχεδόν αστυνομική γραφή της. Ο ίδιος πρωταγωνιστής, δεν αλλάζει μάσκες όπως στο θέατρο αλλά ενσωματώνεται κάθε φορά στην αέναη αλλαγή των συνθηκών της ζωής του. Και η τελευταία είναι και η καθοριστική: βρήκε το λιμάνι, αυτό που πάντα ενδόμυχα λαχταρούσε, κι εκεί έριξε άγκυρα. Λιμάνι του υπήρξε ο ίδιος ο λαός και όχι οι διάφοροι επώνυμοι εκπρόσωποί του.

 

***

 

Λέμε στη λογοτεχνία ότι όλα ξεκινούν από την παιδική ηλικία του ανθρώπου. Αλλά μήπως δεν συμβαίνει και στην ίδια τη ζωή; Μαθητής ακόμα στο Κολλέγιο, ο Αντρέας δημοσίευε διηγήματα στο περιοδικό του σχολείου Αθηναίος. Φοιτητής έγινε τροτσκιστής.

Για τη σχέση του με τον πολιτισμό, η συγγραφέας παραθέτει ένα σύντομο απόσπασμα από την αυτοβιογραφία μου (1999) Η μνήμη επιστρέφει με λαστιχένια πέδιλα : «…Ένα μεσημέρι, χωρίς εγώ καθόλου να τον προκαλέσω, μου εξομολογήθηκε τα πάντα για τη ζωή του, για τα παιδιά του, για τον ίδιο, καταλήγοντας πως αν “κερδίσουμε τις εκλογές (1981) δεν θα σε ξαναδώ. Αν ζούσε ο πατέρας μου, εσύ σαν συγγραφέας που είσαι θα ήσουν εδώ [στο Καστρί] κάθε βράδυ. Εγώ όμως δεν ενδιαφέρομαι για τη λογοτεχνία ούτε για την τέχνη γενικά. Αν είναι να διαβάσω ένα βιβλίο το βράδυ, θα προτιμήσω ένα οικονομικό εγχειρίδιο…” Η εξομολόγησή του αυτή μου βούλωσε το στόμα για δέκα ολόκληρα χρόνια. Το αντιπνευματικό ΠΑΣΟΚ, όπως διαμορφώθηκε κάτω από τον αστερισμό του, με προβλημάτισε».

Αλλά σε ένα άλλο σημείο της ίδιας αυτοβιογραφίας μου τον ξαπλώνω «στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή» κι εκεί διαπιστώνω ότι αυτή η άρνησή του έχει τη ρίζα της στα παιδικά του χρόνια, όταν ο πατέρας του χώρισε από τη Σοφία Παπανδρέου (το γένος Μινέικο) για να παντρευτεί τη σπουδαία ηθοποιό Κυβέλη. Σχεδόν κάθε βράδυ στο Καστρί ο μικρός Αντρίκος έβλεπε καλεσμένους διανοούμενους και καλλιτέχνες. Όλοι στενοί φίλοι του πατέρα του και κυρίως της μητριάς του. Παλαμάς, Καλομοίρης, Ξενόπουλος, Σικελιανός και βάλε. Κι εκείνος λαχταρούσε τη μάνα του που λάτρευε, τη Σοφία. Γι’ αυτό και, ενήλικας, ταύτισε τις τέχνες και τα γράμματα με τη μητριά.

Αφήστε ένα σχόλιο