Μίζερος γάμος

Δημοσιεύτηκε από economia 15/04/2019 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Aπρίλιος 2019, τ. 981
ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ από τον Τhe Economist

 

 

Μέχρι στιγμής η συγχώνευση Deutsche Bank και Commerzbank είναι εικοτολογία. Καλύτερα έτσι – δεν θα λύνονταν τα προβλήματα ούτε της μιας, ούτε της άλλης

 

 

 

 

Η γερμανική οικονομία μπορεί να επιβραδύνεται, όμως η πρωτεύουσα του χρηματοπιστωτικού της κλάδου απογειώνεται. Νέοι πύργοι χτίζονται για να προστεθούν σ’ εκείνους της Commerzbank, της Deutsche, της DZ Bank, της Helaba και άλλων στον ορίζοντα της Φρανκφούρτης. Ακόμη περισσότεροι σχεδιάζονται. Αν κάποιος δεν έχει διαβάσει νέα του χρηματοπιστωτικού τομέα την περασμένη δεκαετία, θα μπορούσε να θεωρήσει ότι οι γερμανικές τράπεζες ακμάζουν κι αυτές.

 

Κάτι τέτοιο θα ήταν τελείως λάθος. Οι τραπεζίτες γκρινιάζουν για τα καταβυθισμένα επιτόκια –χρειάζεται να πληρώνουν 0,4% τον χρόνο στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προκειμένου να καταθέτουν σ’ αυτήν ρευστό– και δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι τα επιτόκια θα ανέβουν. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνει ένα παλιό πρόβλημα: η τραπεζική αγορά της Γερμανίας είναι υπερφορτωμένη. Οι 1.580 τράπεζες της χώρας κατατάσσονται σε τρεις πυλώνες: υπάρχουν τράπεζες ιδιωτικές, κρατικές και συνεταιριστικές. Μπορεί ο συνολικός αριθμός να υποχωρεί κατά 60-80 κάθε χρόνο, όμως και πάλι ο δημόσιος πυλώνας δεν παύει να περιλαμβάνει 385 Sparkassen, ταμιευτήρια που συνήθως ανήκουν σε Δήμους, και μισή ντουζίνα Landesbanken σε περιφερειακή βάση, όπως η Helaba, που λειτουργούν και ως κέντρα εκκαθάρισης συναλλαγών των Sparkassen. Υπάρχουν ακόμη 875 τοπικές συνεταιριστικές τράπεζες. Την εκκαθάριση των δικών τους συναλλαγών και τον κεντρικό τους δανεισμό εξασφαλίζει η DZ Bank, η δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας σε όρους ενεργητικού.

 

Ορισμένες από τις τράπεζες αυτές έχουν βρει τρόπο να καταγράφουν κερδοφορία. Δεδομένου ότι δεν κουβαλάει το κόστος υποκαταστημάτων, η DiBa (διαδικτυακή τράπεζα που ανήκει στην ολλανδική ING) έχει εμφανίσει διψήφιες αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων (ROE).

 

Σύμφωνα όμως με τη συμβουλευτική Oliver Wyman, η μέση ROE των γερμανικών τραπεζών υποχώρησε από ένα ταπεινό 4% το 2010 σε ένα φρικτό 1% το 2016. Οι μεγάλες ιδιωτικές τράπεζες είναι ιδιαίτερα πιεσμένες από τη δυσχέρεια κινήσεων, καθώς έχουν να ανταγωνίζονται τις δημόσιες και συνεταιριστικές, οι οποίες έχουν στόχους που ξεπερνούν την κερδοφορία. Οι μέτοχοι των ιδιωτικών τραπεζών θεωρούν παραδεκτό ROE ένα 10%. Λίγες μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες πετυχαίνουν τέτοιο στόχο, όμως οι γερμανικές βρίσκονται πολύ μακριά (βλέπε Διάγραμμα).

 

Η Deutsche Bank, η μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας, καθυστέρησε αδιανόητα να προσαρμοστεί στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-08. Από το 2015 ξεκίνησε να εφαρμόζει επώδυνη προσαρμογή, που περιέλαβε περικοπές στη διεθνή επενδυτική τραπεζική, όπου προ κρίσης συγκρινόταν με τους ισχυρότερους της Ουόλ Στριτ. Το 2018 πέτυχε να εμφανίσει για πρώτη φορά κερδοφορία μέσα σε 4 χρόνια: η ROE της ήταν όμως 0,4%. Η τρίτη μεγαλύτερη τράπεζα, η Commerzbank, πέτυχε μόλις ένα 3%. Στο χρηματιστηριακό ταμπλό, η Deutsche αποτιμάται σε λιγότερο από 1/4 της λογιστικής αξίας των ιδίων κεφαλαίων της, η Commerzbank λίγο περισσότερο.

 

Υπάρχουν αναφορές σχετικά με επιθυμία της γερμανικής κυβέρνησης να δει συγχωνευόμενες τις Deutsche Bank και Commerzbank. Άμα κανείς αφήσει κατά μέρος την πολιτική διάσταση, το Δημόσιο δεν έχει ιδιαίτερη δυνατότητα επηρεασμού. Κατέχει 15% στην Commerzbank, κατάλοιπο διάσωσης και συγχώνευσης με τη χρεοκοπημένη Dresdner Bank το 2008-09. Δεν έχει καμία συμμετοχή στην Deutsche. Υπάρχουν ακόμη φήμες που συνδέουν την Commerzbank με Γάλλους και Ιταλούς μνηστήρες, ενώ διακινείται ότι οι επικεφαλής της Deutsche θα προτιμούσαν συμφωνία με την ελβετική UBS:όμως οι υπουργοί δύσκολα θα έβλεπαν με καλό μάτι το πέρασμα μίας ακόμη μεγάλης τράπεζας σε ξένα χέρια (η HVB, με έδρα το Μόναχο, ανήκει στην ιταλική UniCredit). Σε ομιλία του περί βιομηχανικής πολιτικής, ο υπουργός Οικονομίας Peter Altmaier συμπεριέλαβε την Deutsche σε κατάλογο «εθνικών πρωταθλητών» – αν και το «εθνικός πονοκέφαλος» θα ήταν μια ακριβέστερη περιγραφή.

 

Μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει υπέρ μιας συγχώνευσης. Τα βασικά οφέλη θα προέκυπταν από περικοπή δαπανών και οικονομίες κλίμακας στη λιανική τραπεζική. Η Deutsche διαθέτει γύρω στα 1.500 υποκαταστήματα (συμπεριλαμβανομένων εκείνων της Postbank, την οποία εξαγόρασε το 2008-10), ενώ η Commerzbank 1.000. Αν ληφθούν συνδυασμένες, οι δυο τους θα έχουν σχεδόν 20% του συνόλου των καταθέσεων, σύμφωνα με την Autonomous Research: εύκολα πρόκειται για το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς στη χώρα. Υπάρχει μια κάποια επικάλυψη στην επιχειρηματική πελατεία, όμως η Commerzbank στοχεύει κυρίως τη Mittelstand (τον στρατό μεσαίων ιδιωτικών εταιρειών με εξαγωγικό
προσανατολισμό), ενώ η Deutsche επικεντρώνεται περισσότερο σε μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Η Commerzbank έχει εγκαταλείψει την επενδυτική τραπεζική, η Deutsche –έστω και αδυνατισμένη– συνεχίζει.

 

Όμως, η επιλογή της στιγμής για μια τέτοια πρωτοβουλία θα ήταν αδιανόητα κακή. Η Deutsche είχε αποφασίσει το 2015 να πουλήσει την Postbank• ύστερα το μετάνιωσε, και ακόμη προσπαθεί να συνδέσει τα δύο συστήματα. Αν υπάρξει συγχώνευση με την Commerzbank, θα χρειαστεί να ενσωματωθεί και αυτή. Και οι δύο τράπεζες ήδη περικόπτουν στοιχεία κόστους και απομακρύνουν προσωπικό: η ενοποίησή τους θα άνοιγε έναν νέο γύρο.

 

Ούτως ή άλλως, οποιαδήποτε τέτοια κίνηση δεν θα βοηθούσε πολύ στο να αντιμετωπιστεί ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος των τραπεζών: η δομή της γερμανικής τραπεζικής αγοράς. Μπορεί εν πολλοίς να αποτελείται από μικρά μεγέθη ιδρυμάτων, όμως ο δημόσιος και ο συνεταιριστικός τραπεζικός τομέας της Γερμανίας αποτελούν σοβαρούς ανταγωνιστές,
καθώς καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των καταθέσεων, των ενυπόθηκων δανείων και του δανεισμού προς επιχειρήσεις. Άμα δεν υπάρξει ταχύτερη ενοποίηση σ’ αυτούς τους πυλώνες, ή πάλι αν δεν γίνουν συμφωνίες μεταξύ πυλώνων, ο γάμος δεν θα φέρει την ευτυχία της Deutsche και της Commerzbank.

 

Η αλήθεια είναι πως η περασμένη δεκαετία είδε μια σχετική κινητικότητα πέρα από το σταθερό ρεύμα συγχωνεύσεων μεταξύ γειτονικών ταμιευτηρίων και συνεταιριστικών. Η συγχώνευση της DZ Bank και της WGZ Bank (μικρότερης, αλλά όμοιας επιχειρηματικά) συνένωσε το 2016 την κορυφή του πυλώνα των συνεταιριστικών. Στον δημόσιο τομέα, πάλι, η χρηματοπιστωτική κρίση οδήγησε εν τέλει στη διάσπαση Helaba το 2012. Η HSH Nordbank (άλλη μία από τις Landesbanken) εξαγοράστηκε πέρσι από ιδιώτες επενδυτές, αφού λύγισε υπό το βάρος ναυτιλιακών δανείων, ανακεφαλαιοποιήθηκε με δημόσια κεφάλαια και μετονομάστηκε σε Hamburg Commercial Bank.

 

Ο Helmut Schleweis, επικεφαλής της DSGV, που αντιπροσωπεύει τις τράπεζες του δημόσιου τομέα, έχει ζητήσει τη δη μιουργία μιας «super Landesbank». Σύμφωνα με την Handelsblatt, επιδίωξή του είναι να ξεκινήσει με συγχώνευση της Helaba με την NORD/LB (άλλη μια τράπεζα με κόκκινα ναυτιλιακά), και αργότερα να φέρει και την LBBW, από τα νοτιοδυτικά, την Deka Bank, που διαχειρίζεται στοιχεία ενεργητικού, και την Berlin Hyp, που ειδικεύεται στα ενυπόθηκα δάνεια.

 

Στα τέλη του 2018, η Helaba μελέτησε από κοντά τη NORD/LB –πράγμα που θα την έφερνε από τις όχθες του ποταμού Μάιν μέχρι τη Βαλτική– αλλά δεν μπόρεσε να φτάσει σε όρους συμφωνίας. Η DSGV και η κυβέρνηση της Κάτω Σαξονίας έχουν έκτοτε διαμορφώσει σχέδιο ανακεφαλαιοποίησης της NORD/LB, ενώ πιθανός αγοραστής εμφανίζεται η αμερικανική εταιρία private-equity Cerberus. (Σπάνια οπτιμιστική για τη γερμανική οικονομία, η Cerberus διαθέτει συμμετοχές τόσο στην Deutsche όσο και στην Commerzbank, ενώ είναι συνιδιοκτήτης της Hamburg Commercial Bank).

 

Αν δεν προχωρήσει το πρώτο αυτό στάδιο, η λύση της super Landesbank δεν έχει πιθανότητες να ευοδωθεί. Ακόμη κι έτσι, όμως, το να πειστούν οι ιδιοκτησίες του δημόσιου τομέα –καθεμιά με τις δικές της πολιτικές προτεραιότητες– να παραχωρήσουν μεγάλο μέρος της συμμετοχής τους στην τοπική τους τράπεζα με αντάλλαγμα μικρότερο μερίδιο σε μια τράπεζα εθνικού μεγέθους δεν θα είναι απλή υπόθεση. Μια ένωση περιφερειακών ταμιευτηρίων, για παράδειγμα, έχει το 70% της Helaba, ενώ το κρατίδιο της Βάδης-Βυρτεμβέργης έχει το 41% της LBBW, η πόλη της Στουτγάρδης το 19%.

 

Για την ώρα, συγχωνεύσεις μεταξύ πυλώνων φαίνονται σχεδόν αδιανόητες. Ο Klaus-Peter Müller, πρώην επικεφαλής της Commerzbank, είχε κάποτε δηλώσει ότι θαυμάζει τόσο τις Sparkassen που θα ήθελε να αγοράσει μία αν του δινόταν η δυνατότητα. Με αυτήν όμως την πλευρά της διαδικασίας ενοποίησης κλειστή, οι διάδοχοί του θα συνεχίσουν να διερωτώνται πώς θα μπορούσαν να βγάλουν αρκετά κέρδη από την εγχώρια αγορά. Άλλοι πάντως ίσως κοιτάξουν τις διαχρονικές επιδόσεις της γερμανικής οικονομίας, καταλήγοντας στο ότι το σύστημα των τριών πυλώνων υπηρέτησε σωστά τη χώρα – ακόμη κι αν πικραίνει ορισμένους από τους ενοίκους των πύργων της Φρανκφούρτης.

 

 

 

© The Economist. Μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε από τις Εκδόσεις Κέρκυρα Α.Ε., έπειτα από ειδική άδεια. Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο βρίσκεται στο www.economist.com

Αφήστε ένα σχόλιο